Σε μια τελετή βράβευσης, το αναμενόμενο είναι ένα «ευχαριστώ» και ώς εκεί. Το πολύ πολύ «ευχαριστώ γονείς, φίλους, συνεργάτες» και ώς εκεί. Αυτό που έγινε προχθές δεν ήταν το αναμενόμενο – αν και πλέον αυξάνονται οι περιπτώσεις των καλλιτεχνών που επιχειρηματολογούν ενάντια στη λογική «βραβεύομαι, ξεχωρίζω, κάνω καριέρα» ως συνεπαγωγή.
Μία από αυτούς του καλλιτέχνες είναι και η ηθοποιός Θεανώ Μεταξά, η οποία επέλεξε να ανοίξει μια συζήτηση που συνήθως τελειώνει πριν καν αρχίσει. Στις 32ες Νύχτες Πρεμιέρας αρνήθηκε να παραλάβει το βραβείο Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας του διαγωνιστικού «Ελληνικές Μικρές Ιστορίες», για την πραγματικά εξαιρετική ερμηνεία της στη μικρού μήκους ταινία «The Great Organ», σε σενάριο και σκηνοθεσία των Ρωξάνης Κριμίζη, Μιχάλη Κίμωνα. Η ίδια ευχαρίστησε, ως αναμενόμενο, την επιτροπή και τους συνεργάτες της, αλλά αμφισβήτησε αρχικά τη λογική που αναδεικνύει έναν άνθρωπο πάνω από μια συλλογική δημιουργία, αλλά και τα ίδια τα βραβεία ως ένα μέσο κατασκευής καριέρας ή έστω διευκόλυνσης αυτής της διαδικασίας. Ζήτησε, μάλιστα, να μη συμπεριλαμβάνεται καν η διάκριση στο βιογραφικό της. «Θα αισθανόμουν τη λέξη “βραβευμένη” στο βιογραφικό μου σχεδόν σαν προσβολή. Σαν να μου έχουν βάλει μια σφραγίδα καλού κρέατος ή μια σφραγίδα πιστοποίησης κάποιας υπηρεσίας», είπε συγκεκριμένα, τολμηρά και με σαφήνεια. Τόση, που πραγματικά δεν σηκώνει καμία αντίρρηση ο απολύτως δομημένος λόγος της.
Σε αυτόν τον λόγο, συνέδεσε τις βραβεύσεις με την αγορά: «Θα προτιμούσα να καταργηθούν τα βραβεία. Με προβληματίζει ιδιαίτερα ο τρόπος με τον οποίο μπορούν να επηρεάζουν την ίδια τη δημιουργία ενός έργου. Οταν το αν μια ταινία θα ταξιδέψει ή θα βρει διανομή εξαρτάται από τις διακρίσεις της, η λογική αυτή επηρεάζει αναπόφευκτα τις καλλιτεχνικές επιλογές», είπε. Είπε κάτι λάθος; Ούτε καν! Είναι απολύτως έτσι. Διεθνώς ισχύει αυτό, αλλά στην Ελλάδα παραϊσχύει. Εθεσε επίσης το ζήτημα της υποστήριξης των καλλιτεχνών μέσα στον καπιταλισμό, χωρίς να εμφανίζεται ως κάτοχος μιας έτοιμης οικονομικής συνταγής. Η πολιτική αιχμή βρίσκεται σε αυτή τη φράση της ακριβώς: «Το ότι δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει κάτι διαφορετικό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποδεχτώ αυτό που υπάρχει», είπε η Θεανώ για την εναλλακτική στον θεσμό των βραβείων.
Η παρατήρηση, προφανέστατα, ξεπερνά τον κινηματογράφο. Σήμερα καλούμαστε διαρκώς να αποδεχόμαστε έναν μηχανισμό επειδή (ίσως) δεν διαθέτουμε ολοκληρωμένο σχέδιο αντικατάστασής του ή δεν μπορούμε να πείσουμε γι’ αυτό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αμφισβήτηση αποκλείεται πριν καν αποκτήσει φωνή. Η Θεανώ Μεταξά αντέστρεψε αυτόν τον εκβιασμό. Και απέδειξε πως ο καθένας μας δικαιούται να διαφωνεί με τους κανόνες που διέπουν τη δουλειά του και ν’ αναζητεί άλλους, ακόμη κι αν η αναζήτηση παραμένει ανοιχτή. Και η άρνησή της αυτή αποκτά βαρύτητα, ακριβώς επειδή διατυπώνεται τη στιγμή που η ίδια θα μπορούσε να επωφεληθεί. Αυτό το τονίζουμε, γιατί υπάρχει το αντεπιχείρημα πως θα μπορούσε να εξαιρέσει εαυτόν πριν από τα βραβεία.
Επιστρέφοντας στην ταινία, στη διάρκειας 33 λεπτών «The Great Organ», η Θ. Μεταξά υποδύεται την Ακακία, μια γυναίκα με σύνδρομο Τουρέτ. Δίπλα της, ο Τζεφ Μααραουί ερμηνεύει τον Βάιο, έναν εργάτη στο φάσμα του αυτισμού. Οι δύο άνθρωποι συναντιούνται και ερωτεύονται μέσα σε έναν κόσμο που δυσκολεύεται να τους χωρέσει. Η συνάντηση με μια εξωγήινη οντότητα (μια τρύπα, που προσομοιάζει συμπαντικής σκουληκότρυπας, το εφέ της οποίας έκανε ο Μιχάλης Γκιόκας) ανοίγει μια δυνατότητα διαφυγής.
Η αλήθεια είναι πως δεν γνωρίζαμε τους δύο πρωταγωνιστές και ρωτήσαμε αν πράγματι ήταν ανάπηρα άτομα – τόσο καλά έπαιζαν. Η ηρωίδα της Μεταξά διεκδικεί χώρο, δεν περιμένει συγκατάβαση, αγανακτεί όταν οι δομές δεν κάνουν τη δουλειά τους. Γενικά η ταινία, πέραν της ορατότητας που δίνει στα άτομα με αναπηρία, ενέχει και μια δυνατή φεμινιστική διάσταση, καθώς και δικαιοσύνης.
Είδαμε και ξεχωρίσαμε την ταινία στο πρόσφατο Φεστιβάλ Δράμας, όπου έλαβε τέσσερα βραβεία (μεταξύ των οποίων και της ΠΕΚΚ). Τότε ψάξαμε και περισσότερα πράγματα για τη Θεανώ Μεταξά: Γεννημένη στην Ελβετία, μεγαλωμένη στην Κρήτη, σπούδασε στη δραματική σχολή «Δήλος» και εργάζεται ως ηθοποιός από το 2005. Εχει συνεργαστεί, μεταξύ άλλων, με τους/τις Μάρθα Φριντζήλα, Ακύλλα Καραζήση, Γεωργία Μαυραγάνη, Ανέστη Αζά, Αργυρώ Χιώτη, Γιάννη Χουβαρδά. Από το 2015 σκηνοθετεί έργα ερευνητικού θεάτρου και περφόρμανς.
Πρόσφατες και ιστορικές «αρνήσεις»
Η άρνησή της έχει συγγενικές προηγούμενες πράξεις: μεταξύ αυτών, τον Μάιο του 2024, η Νάνσυ Σιδέρη απέσυρε την υποψηφιότητά της για το βραβείο «Μελίνα Μερκούρη». Στην επιστολή της συνέδεε την ατομική διάκριση με την απαξίωση των εργασιακών δικαιωμάτων και των καλλιτεχνικών σπουδών, αναφερόμενη στο προεδρικό διάταγμα 85/2022. Το 2016, ο Βαγγέλης Αμπατζής είχε επίσης αρνηθεί υποψηφιότητα για βραβείο «Κουν», θέτοντας ερωτήματα για τους όρους και την κουλτούρα των βραβεύσεων. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος αρνήθηκε το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων του 2011, συνεπής στην παλαιότερη αντίθεσή του προς τις βραβεύσεις. Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ απέρριψε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1964, υπερασπιζόμενος την ανεξαρτησία του συγγραφέα απέναντι στη θεσμική καθιέρωση. Ο Μάρλον Μπράντο αρνήθηκε το Οσκαρ για τον «Νονό» (1973), στέλνοντας τη Σατσίν Λιτλφέδερ να διαμαρτυρηθεί για την απεικόνιση των αυτοχθόνων από το Χόλιγουντ. Διαφορετικά κίνητρα, διαφορετικές συγκυρίες, καμία ενιαία συνταγή ηθικής ανωτερότητας αλλά απολύτως κοινή οπτική πάνω στα πολιτιστικά (και όχι μόνο) ζητήματα.
Διαβάστε περισσότερα
