Η πρόωρη απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ από την πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα —έπειτα από θητεία μόλις 11 μηνών και 10 ημερών— καταγράφεται ως η συντομότερη παρουσία Αμερικανού πρέσβη στην ελληνική πρωτεύουσα και η δεύτερη βραχύτερη στην ιστορία μετά τον Αλεξάντερ Κερκ το 1943.
Η εξέλιξη αυτή επισφραγίζει την κατάρρευση ενός εγχειρήματος που ξεκίνησε με υψηλούς κοσμικούς τόνους και κατέληξε σε βαθιά θεσμική και πολιτική κρίση.
Το επεισόδιο με τον Σταύρο Παπασταύρου
Πέρα από τις κατηγορίες περί χρηματισμού (απαίτηση 100.000 δολαρίων από Αμερικανό επιχειρηματία σύμφωνα με τη Wall Street Journal), το βαρύτερο πλήγμα στις διμερείς σχέσεις προήλθε από περιστατικό που εκτυλίχθηκε στην αμερικανική πρεσβεία την περασμένη άνοιξη.
Σε δεξίωση στην πρεσβεία, η κ. Γκιλφόιλ δήλωσε ενώπιον προσκεκλημένων: «Είδατε τι έγινε στη Ρουμανία. Σας διαβεβαιώ ότι το ίδιο μπορούμε να κάνουμε σε όποια χώρα θέλουμε. Μπορούμε να το κάνουμε κι εδώ».
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, αντέδρασε άμεσα και σε αυστηρό τόνο, υπογραμμίζοντας ότι σε μια κυρίαρχη και δημοκρατική χώρα δεν επιτρέπεται καμία νύξη περί έξωθεν παρέμβασης. Ξεκαθάρισε ότι η ελληνική κυβέρνηση εκλέγεται αποκλειστικά από τον ελληνικό λαό και ότι ο ίδιος λαμβάνει εντολές μόνο από τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, θέτοντας άμεσα όρια στην ανεπίτρεπτη ρητορική της πρέσβεως.
Το «τραμπικό» μοντέλο διπλωματίας και τα όριά του
Η θητεία της Γκιλφόιλ υπήρξε χαρακτηριστικό παράδειγμα της επιλογής μη υπηρεσιακών, κομματικών προσώπων με μοναδικό κριτήριο την αφοσίωση στον «τραμπισμό».
Χωρίς πρότερη διπλωματική εμπειρία (πέραν ταχύρρυθμων σεμιναρίων), η πρώην εισαγγελέας και τηλεπαρουσιάστρια κινήθηκε στην Αθήνα περισσότερο ως περσόνα της lifestyle επικαιρότητας —συνοδευόμενη συχνά από τον προσωπικό της στυλίστα, Φάνσι Τζέιμς— παρά ως επικεφαλής διπλωματικής αποστολής υπερδύναμης.
Η αποπομπή της συμπίπτει με πιέσεις και σε άλλους πολιτικούς διορισμούς του Τραμπ (όπως ο Τσαρλς Κούσνερ στο Παρίσι), καταδεικνύοντας τις δυσλειτουργίες που προκαλεί η τοποθέτηση προσώπων χωρίς θεσμική πειθαρχία σε κρίσιμες ευρωπαϊκές πρεσβείες.
Παρά τους διθυράμβους κατά τον διορισμό της τον Δεκέμβριο του 2024, ο Τραμπ αποκήρυξε πλήρως την άλλοτε στενή του συνεργάτιδα, υποβαθμίζοντάς την σε απλή πρώην σύντροφο του γιου του.
Οι επιπτώσεις για την Ελλάδα
Η απότομη λήξη της θητείας της αφήνει ανοιχτά μέτωπα και έντονο προβληματισμό στην Αθήνα.
Η πρεσβεία των ΗΠΑ μένει ακέφαλη εν μέσω γεωπολιτικής αστάθειας στη Μεσόγειο και κρίσιμων ενεργειακών συμφωνιών (όπως οι έρευνες υδρογονανθράκων νότια της Κρήτης και της Πελοποννήσου), οι οποίες είχαν συνδεθεί με την παρουσία της.
Ρεπορτάζ των New York Times («Exasperation and Resignation in Greece…») κατέγραψε αισθήματα απογοήτευσης στους πολίτες, με την επιλογή και την κατάληξη της Γκιλφόιλ να εκλαμβάνεται ως υποτίμηση της σημασίας της Ελλάδας ως στρατηγικού εταίρου.
Το σύνολο του πολιτικού συστήματος στην Αθήνα είχε αναπτύξει θεσμικές επαφές μαζί της, κινούμενο στο πλαίσιο των καθιερωμένων διμερών σχέσεων με την Ουάσιγκτον.
Η υπόθεση Γκιλφόιλ κλείνει έναν σύντομο αλλά εξαιρετικά θορυβώδη κύκλο, αφήνοντας πίσω της δικαστικές και πολιτικές εκκρεμότητες στην Ουάσιγκτον και ένα απαιτητικό πεδίο αποκατάστασης της θεσμικής κανονικότητας στην αμερικανική διπλωματική εκπροσώπηση στην Ελλάδα.
Αποχαιρετιστήριο δημοσίευμα της WSJ στην Κίμπερλι Γκιλφόιλ με το παρασκήνιο της “καρατόμησης”-Τι γράφουν οι NYT
