Την έντονη αντίθεσή της εκφράζει η ΕΛ.Α.Σ σχετικά με την προωθούμενη τροπολογία που εξαιρεί τα στελέχη του ΔΕΔΔΗΕ από τη διαδικασία του αυτοφώρου, σε περιπτώσεις πυρκαγιών που ενδέχεται να συνδέονται με τη λειτουργία του δικτύου ηλεκτροδότησης.
Η επίμαχη ρύθμιση, που παρέχει στην ουσία «ασυλία» από τη σύλληψη στα στελέχη του Οργανισμού, εισάγεται την Πέμπτη προς συζήτηση και ψήφιση στη Βουλή, στο πλαίσιο νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Σε ανακοίνωσή του, ο Τομέας Κλιματικής Κρίσης & Πολιτικής Προστασίας της ΕΛ.Α.Σ υπογραμμίζει πως «η κυβέρνηση αποδυναμώνει τη λογοδοσία για τις πυρκαγιές από ηλεκτρικά δίκτυα αντί να θωρακίσει την πρόληψη».
Παράλληλα, ζητείται η άμεση απόσυρση του άρθρου 208, με την επισήμανση ότι το δικονομικό πλαίσιο οφείλει να διατηρεί τη συνοχή και την ισονομία του «και όχι να θεσπίζεται αποσπασματικά για μία επιλεγμένη κατηγορία».
Αναλυτικά η ανακοίνωση της ΕΛ.Α.Σ:
Η κυβέρνηση αποδυναμώνει τη λογοδοσία για τις πυρκαγιές από ηλεκτρικά δίκτυα αντί να θωρακίσει την πρόληψη
Με το άρθρο 208 του νομοσχεδίου «Κώδικας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών και άλλες διατάξεις», η κυβέρνηση θεσπίζει ειδική παρέκκλιση από την αυτόφωρη διαδικασία για τους αρμόδιους υπαλλήλους των διαχειριστών ηλεκτρικής ενέργειας, όταν υπάρχουν ενδείξεις εμπρησμού που συνδέονται με τη λειτουργία του δικτύου. Η ρύθμιση εισάγεται ως τροποποίηση του νόμου για την πολιτική προστασία (ν. 4662/2020), μέσα σε νομοσχέδιο με εντελώς διαφορετικό αντικείμενο.
Η ρύθμιση προβλέπει ότι για πράξεις ή παραλείψεις των αρμόδιων υπαλλήλων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν θα εφαρμόζεται η αυτόφωρη διαδικασία, εκτός εάν ο αρμόδιος εισαγγελέας, αφού ενημερωθεί για τα στοιχεία της υπόθεσης, διατάξει διαφορετικά για «εξαιρετικούς και ειδικώς αιτιολογημένους λόγους», χωρίς όμως να καθορίζει ποιοι μπορεί να είναι αυτοί οι λόγοι.
Η διάταξη δεν καταργεί την ποινική ευθύνη ούτε εμποδίζει τυπικά τη δικαστική διερεύνηση. Αλλάζει, όμως, τον ισχύοντα δικονομικό κανόνα υπέρ μιας συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομένων και στελεχών κρίσιμων υποδομών.
Η χρονική συγκυρία προκαλεί εύλογες υποψίες. Κατά τη φετινή αντιπυρική περίοδο, σε ορισμένες από τις μεγαλύτερες και πιο καταστροφικές πυρκαγιές υπήρξαν σοβαρές ενδείξεις σύνδεσής τους με βλάβες, ανεπαρκή συντήρηση ή πλημμελή διαχείριση ηλεκτρικών δικτύων, όπως στο Ρέθυμνο, στα Σφακιά και στην Αττικοβοιωτία. Αντί η κυβέρνηση να ενισχύσει την πρόληψη, τους ελέγχους και τη λογοδοσία, φέρνει ειδική δικονομική μεταχείριση για τα πρόσωπα που ενδέχεται να ελεγχθούν.
Η προστασία των εργαζομένων από αβάσιμες κατηγορίες και αδικαιολόγητη ταλαιπωρία είναι αυτονόητη. Δεν δικαιολογεί, όμως, από μόνη της μια ειδική εξαίρεση από την αυτόφωρη διαδικασία, ιδίως όταν δεν αποσαφηνίζονται επαρκώς το εύρος των προσώπων που καλύπτει και η αναγκαιότητα αυτής της διαφοροποίησης.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο η δικονομική μεταχείριση των υπαλλήλων μετά την εκδήλωση μιας πυρκαγιάς, αλλά πρωτίστως η αποτροπή πυρκαγιών που μπορεί να προκληθούν από τη λειτουργία των ηλεκτρικών δικτύων και να οδηγήσουν στην καταστροφή δασικού πλούτου, υποδομών και περιουσιών, ακόμη και στην απώλεια ανθρώπινων ζωών. Θα πρέπει να αποσαφηνιστεί θεσμικά ποιος έχει την ευθύνη για τον σχεδιασμό και την ασφαλή τεχνική κατασκευή των δικτύων εντός δασικών ή αγροτικών εκτάσεων, ποιος καθορίζει τις προτεραιότητες και τους πόρους για τη συντήρηση και την αντικατάσταση επικίνδυνου εξοπλισμού, ποιος αποφασίζει πού απαιτείται υπογειοποίηση, με ποια κριτήρια κινδύνου και με ποιο χρονοδιάγραμμα, καθώς και ποιος εποπτεύει και διασφαλίζει ότι οι αποφάσεις αυτές υλοποιούνται.
Οι διαχειριστές ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και οι κάτοχοι ιδιωτικών δικτύων σύνδεσης σταθμών ΑΠΕ, πρέπει να έχουν σαφείς και δεσμευτικές υποχρεώσεις και να υπέχουν σαφώς προσδιορισμένη ευθύνη για την τήρησή τους:
• συστηματική επιθεώρηση των δικτύων με προτεραιότητα στις περιοχές υψηλού κινδύνου,
• δεσμευτική προθεσμία αποκατάστασης κάθε ευρήματος των επιθεωρήσεων, όπως οι θερμικές ανωμαλίες που εντοπίζονται με θερμογράφηση,
• πλήρη καθαρισμό της βλάστησης κατά μήκος των γραμμών και γύρω από στύλους και εγκαταστάσεις,
• έγκαιρη αντικατάσταση πεπαλαιωμένου ή επικίνδυνου εξοπλισμού,
• στοχευμένες υπογειοποιήσεις με δημόσιο χρονοδιάγραμμα και προτεραιότητα στις ζώνες υψηλού κινδύνου, όπως προβλέπει ήδη ο ν. 5281/2026 για τα Ειδικά Σχέδια Πρόληψης Πυρκαγιών, καθώς και τεχνικές παρεμβάσεις για τη μείωση της τρωτότητας,
• δημοσιοποίηση των προγραμμάτων συντήρησης, των ελέγχων, των βλαβών και της πορείας των έργων,
• ανεξάρτητους και αυστηρούς ελέγχους, με ουσιαστικές κυρώσεις όταν διαπιστώνονται παραλείψεις.
Ζητούμε την απόσυρση του άρθρου 208. Κάθε ενδεχόμενη αλλαγή της αυτόφωρης διαδικασίας πρέπει να εντάσσεται σε ένα γενικό, συνεκτικό και ισότιμο δικονομικό πλαίσιο και όχι να θεσπίζεται αποσπασματικά για μία επιλεγμένη κατηγορία.
Η ΕΛ.Α.Σ. προτάσσει τις πολιτικές πρόληψης, με δεσμευτικά πρότυπα ασφαλούς κατασκευής και συντήρησης των δικτύων, σαφή χρονοδιαγράμματα αναβάθμισης και υπογειοποίησης όπου αυτή κρίνεται αναγκαία και με αυστηρούς και ανεξάρτητους ελέγχους. Η δικονομική μεταχείριση δεν μπορεί να υποκαθιστά την πρόληψη ούτε να αποσπά τη δημόσια συζήτηση από την ουσία: την ασφάλεια των υποδομών και τη λογοδοσία όλων όσοι εμπλέκονται στον σχεδιασμό, τη συντήρηση και τον έλεγχό τους.
Διαβάστε περισσότερα
