Η χαμηλή αγοραστική δύναμη, το αυξημένο κόστος στέγασης και η ενεργειακή επιβάρυνση των νοικοκυριών βρίσκονται στο επίκεντρο της κριτικής που ασκεί η Ευγενία Φωτονιάτα στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, με αφορμή τα στοιχεία της νέας έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ποιότητα της εργασίας στην ΕΕ.
Η υπεύθυνη πολιτικού σχεδιασμού της ΕΛΑΣ και συντονίστρια του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΙΝΑΤ υποστηρίζει ότι, παρά τις κυβερνητικές αναφορές στην οικονομική ανάπτυξη, σημαντικό μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Όπως επισημαίνει, οι ευρωπαϊκοί δείκτες αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά εκατομμύρια πολίτες, οι οποίοι δυσκολεύονται να καλύψουν τις ανάγκες τους με το εισόδημά τους.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, το 27,5% του πληθυσμού στην Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπο με τον κίνδυνο της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώνεται στο 20,9%. Με βάση τον συγκεκριμένο δείκτη, η χώρα καταλαμβάνει τη δεύτερη χειρότερη θέση στην ΕΕ.
Εξίσου ανησυχητική χαρακτηρίζει την εικόνα στο στεγαστικό, καθώς το 26,4% των πολιτών επιβαρύνεται με δαπάνες κατοικίας που υπερβαίνουν το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του. Το ποσοστό αυτό είναι σημαντικά υψηλότερο από το 7,7% που καταγράφεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην πρώτη θέση ως προς τη στεγαστική υπερεπιβάρυνση.
Προβληματική παραμένει και η κατάσταση στον τομέα της ενεργειακής φτώχειας. Το 18,1% του πληθυσμού δηλώνει ότι δεν έχει τη δυνατότητα να διατηρεί το σπίτι του επαρκώς ζεστό, έναντι 8,8% στην ΕΕ. Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν πολλά νοικοκυριά στην κάλυψη ακόμη και βασικών αναγκών διαβίωσης.
Παράλληλα, οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις αποδοχές των εργαζομένων δείχνουν ότι οι πραγματικοί μισθοί στην Ελλάδα αναμένεται να εξακολουθούν να υπολείπονται των επιπέδων του 2019 και το 2026. Αντίθετα, στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκτιμάται ότι θα έχουν ξεπεράσει τα αντίστοιχα επίπεδα, γεγονός που, σύμφωνα με την κριτική της ΕΛΑΣ, καταδεικνύει την απόσταση που εξακολουθεί να χωρίζει την Ελλάδα από την ευρωπαϊκή πορεία των εισοδημάτων.
Η Ευγενία Φωτονιάτα αποδίδει τις συγκεκριμένες εξελίξεις στις κυβερνητικές επιλογές για την κατανομή των οικονομικών ωφελειών. Όπως αναφέρει, η ανάπτυξη δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε καλύτερες συνθήκες διαβίωσης για τους εργαζομένους, όταν οι μισθοί δεν ακολουθούν τις ανάγκες των νοικοκυριών και το κόστος ζωής παραμένει υψηλό.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η ΕΛΑΣ προτείνει ένα διαφορετικό πλαίσιο οικονομικής πολιτικής, με έμφαση στην αύξηση των αποδοχών και στην ενίσχυση της θέσης των εργαζομένων. Στις βασικές δεσμεύσεις που παρουσιάζει περιλαμβάνονται η διαμόρφωση του κατώτατου μισθού στα 1.000 ευρώ μέσα στο 2027 και η αύξηση του μέσου μισθού πλήρους απασχόλησης στα 1.800 ευρώ έως το τέλος της τετραετίας.
Επιπλέον, προκρίνει την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, την εξασφάλιση ουσιαστικών αυξήσεων στις αποδοχές και την αποκατάσταση της διαπραγματευτικής δύναμης των εργαζομένων. Στις προτάσεις της περιλαμβάνεται επίσης η κατάργηση του 13ώρου, με παράλληλη ενίσχυση της προστασίας του εργασιακού χρόνου.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται ακόμη στην ανάγκη αντιμετώπισης του στεγαστικού προβλήματος και της ενεργειακής επιβάρυνσης, μέσα από μέτρα που θα περιορίζουν τις σχετικές δαπάνες και θα ενισχύουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Η Ευγενία Φωτονιάτα καταλήγει ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση την αύξηση του παραγόμενου πλούτου, αλλά και από τον βαθμό στον οποίο τα οφέλη της φτάνουν στην κοινωνία. Κατά την ίδια, ζητούμενο είναι η διαμόρφωση συνθηκών δίκαιης αμοιβής της εργασίας, ώστε η βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων να συνοδεύεται από ουσιαστική αναβάθμιση της καθημερινότητας των πολιτών.
Διαβάστε περισσότερα
