Τελευταία νέα
Ζαχαριάδης: Δεν ήμουν ποτέ επιστημονικός συνεργάτης της Γεροβασίλη – Κινούμαι νομικά Μεξικό: Επικίνδυνη «εγκεφαλοφάγα» αμοιβάδα αναστατώνει τις αρχές – Έκλεισαν έξι τεχνητές λίμνες Ζαχαριάδης: «Δεν είμαι επιστημονικός συνεργάτης ούτε της Όλγας Γεροβασίλη ούτε οποιουδήποτε άλλου βουλευτή» – Προαναγγέλλει μήνυση κατά του Γιάννη Συμεωνίδη Μάχη για τον προϋπολογισμό στις Βρυξέλλες: Διχασμένοι οι ηγέτες, πιέσεις Μακρόν για συμφωνία ως το τέλος του έτους Γαλλία: Σύγκρουση λεωφορείου με τρένο στο τούνελ της Μάγχης – 19 τραυματίες Αυξάνει την πίεση ο Ντίτερς σε Γκιλφόιλ: «Έχω ηχητικό 16 λεπτών από την Ελλάδα που μπορεί να ρίξει την κυβέρνηση Τραμπ» Ευρωπαϊκά κονδύλια για αντιπλημμυρικά έργα, αναπλάσεις και κοινωνικές δομές διεκδικεί από τις Βρυξέλλες ο Νίκος Χαρδαλιάς Ισραηλινή εταιρεία κατηγορείται για κατασκοπεία: Χρησιμοποιούσε διαδικτυακές διαφημίσεις για να παρακολουθεί χρήστες Conclavio: Εξώδικο Δαμιανού Προσαλέντη στην «Εφ.Συν.» Motor Oil: Απαντήσεις από την Κεραμέως ζητά ο Τεμπονέρας μετά τη νέα έκρηξη με τους δύο τραυματίες Σεπόλια: Άνδρας έχει ανέβει σε ταράτσα και πετάει κεραμίδια στον δρόμο Δεύτερο δημοσίευμα «καίει» την εκπρόσωπο Τύπου του Τραμπ: Απέτυχε στον διαγωνισμό υποψηφίων δικηγόρων
Efsyn.gr

The Atlantic: Η Γκιλφόιλ δεν απολύθηκε λόγω διαφθοράς – Αποπέμφθηκε επειδή παραβίασε τον πιο σημαντικό κανόνα του Τραμπ

Μια εκτενή ανάλυση με θέμα την Κίμπερλι Γκιλφόιλ δημοσίευσε το The Atlantic, σύμφωνα με την οποία ο μόνος λόγος για τον οποίο η αποπέμφθηκε η πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Ελλάδα, ήταν ότι είχε την αμέλεια να αφήσει γραπτές αποδείξεις για τις πράξεις της.
Όπως αναφέρει το δημοσίευμα ο Ντόναλντ Τραμπ, αφού συμπεριέλαβε με μισή καρδιά μερικούς πραγματικά καταρτισμένους επαγγελματίες στην πρώτη κυβέρνησή του, τώρα περιβάλλεται πλέον σχεδόν αποκλειστικά, από κόλακες και μέλη της οικογένειάς του.
Ο πρόεδρος έχει καταστήσει σαφές ότι εκτιμά την αφοσίωση, περισσότερο από τα προσόντα. Ωστόσο, η απίστευτη ανεπάρκεια και η διαφθορά πολλών προσώπων τα οποία έχει διορίσει γεννούν ένα εύλογο ερώτημα: Τι πρέπει να κάνει κανείς, για να απολυθεί από τον Λευκό Οίκο του Τραμπ; Η παραίτηση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ από τη θέση της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα, χθες, προσφέρει ορισμένες ενδείξεις.
Η Γκίλφοϊλ έχει κατηγορηθεί για εν ψυχρώ διαφθορά, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της θητείας της ως εκπροσώπου της αμερικανικής κυβέρνησης. Η ίδια αρνείται τις κατηγορίες, ωστόσο η παραίτησή της —την οποία ζήτησε ο Λευκός Οίκος—, στην πραγματικότητα δεν οφείλεται στη διαφθορά. Είναι γελοίο να υποστηρίζει κανείς ότι μόνο η Γκιλφόιλ ξεπέρασε κάποιο όριο διαφθοράς που κανείς, ούτε κατά διάνοια, δεν το είχε ξεπεράσει έως τώρα. Αν τα ζητήματα δεοντολογίας και νομιμότητας, περιλαμβανομένου του -πλέον, σχεδόν παρωχημένου- κριτηρίου της «επίφασης ανάρμοστης συμπεριφοράς», αποτελούσαν λόγο απομάκρυνσης στη συγκεκριμένη κυβέρνηση, ο Τραμπ θα είχε ήδη απαλλαγεί από αρκετά ακόμη μέλη της ομάδας του.
Αντιθέτως, η Γκιλφόιλ απομακρύνθηκε επειδή είχε καταστεί, πηγή διασυρμού. Υπερέβη τα όρια των αρμοδιοτήτων της, επιχείρησε να εκμεταλλευτεί το όνομα του προέδρου και, όταν αποκαλύφθηκε η δράση της, εξέθεσε την κυβέρνηση. Υπάρχει, επίσης, μια ακόμη παράμετρος: είναι γυναίκα. Και στη συγκεκριμένη κυβέρνηση, η ιδιοτελής εκμετάλλευση δημόσιων αξιωμάτων, αποτελεί κατά κύριο λόγο ανδρικό προνόμιο.
Πράγματι, αν συγκρίνει κανείς τις κατηγορίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος άλλων προσώπων —μεταξύ αυτών και του ίδιου του προέδρου, ο οποίος μοιάζει να αδιαφορεί πλήρως για έννοιες όπως η απαγόρευση αποκόμισης προσωπικού οφέλους από το δημόσιο αξίωμα («emoluments»)—, η Γκιλφόιλ είναι σαφώς ένα «μικρό μέγεθος». Την άνοιξη, για παράδειγμα, οι Financial Times ανέφεραν ότι χρηματιστηριακός διαμεσολαβητής του Πιτ Χέγκσεθ επιχείρησε να πραγματοποιήσει μεγάλη επένδυση σε αμυντικές βιομηχανίες λίγο πριν από τον πόλεμο στο Ιράν, προκαλώντας υποψίες για κατάχρηση προνομιακής πληροφόρησης στις χρηματιστηριακές συναλλαγές (insider trading).
Ο διευθυντής του FBI, Κας Πατέλ, έχει κατηγορηθεί ότι χρησιμοποιεί δημόσιο χρήμα ως ανεπίσημο ταμείο για την καταβολή παράτυπων μπόνους σε πράκτορες της υπηρεσίας που απολαμβάνουν την εύνοιά του. Ο λεγόμενος «τσάρος των συνόρων», Τομ Χόμαν, καταγράφηκε το 2024 να αποδέχεται 50.000 δολάρια σε μετρητά —τυλιγμένα σε σακούλα εστιατορίου Cava, κάτι που ασφαλώς δεν παραπέμπει σε καμία απολύτως ύποπτη συναλλαγή— από μυστικούς πράκτορες του FBI που παρίσταναν επιχειρηματικά στελέχη. Κι όμως, εξακολουθεί να παραμένει στη θέση του.
Ο Χέγκσεθ και ο Χόμαν αρνούνται ότι διέπραξαν οποιαδήποτε παρανομία, ενώ ο Πατέλ και το FBI δεν έχουν προβεί σε κανένα σχόλιο ή εξήγηση. Παράλληλα, ο δημοσιογράφος Ντέξτερ Φίλκινς περιέγραψε πρόσφατα τον γαμπρό του Τραμπ και άτυπο περιπλανώμενο υπουργό άνευ χαρτοφυλακίου, Τζάρεντ Κούσνερ, ως εκπρόσωπο «ενός νέου τύπου πολιτικού παράγοντα στην Ουάσιγκτον, για τον οποίο το δημόσιο αξίωμα αποτελεί μέσο απόκτησης αμύθητου πλούτου».
Η Γκιλφόιλ μπορεί να ήταν μικρό ψάρι μπροστά στους μεγάλους παίκτες του παιχνιδιού της αρπαχτής, αλλά το πραγματικό της αμάρτημα ήταν ο αξιοθρήνητος και ταπεινωτικός τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρθηκε. (Ακόμη και ο Χόμαν κατάφερε να μη φανεί τόσο ξεδιάντροπος όταν, σύμφωνα με τις πληροφορίες, δεχόταν μια σακούλα γεμάτη χαρτονομίσματα.)
Τα μηνύματά της προς έναν δωρητή των Ρεπουμπλικανών, με τα οποία ζητούσε χρήματα για να καλύψει τους υπέρογκους λογαριασμούς των πιστωτικών καρτών της, προκαλούν αμηχανία. «Αγάπη μου, σε παρακαλώ, χρειάζομαι να το διευθετήσεις αυτό για μένα σήμερα», έγραψε στον υποστηρικτή του Τραμπ, Έρικ Ντίτερς, ζητώντας του, τον Ιούλιο του 2025, λίγο πριν από τις ακροάσεις για την επικύρωση του διορισμού της, να καταθέσει το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 100.000 δολαρίων απευθείας στον λογαριασμό της στην American Express.
Ακόμη χειρότερα, επανειλημμένα προέτρεπε τον Ντίτερς να σταματήσει να καταγράφει όσα συζητούσαν και να επικοινωνεί μαζί της αποκλειστικά μέσω της εφαρμογής Signal. «Τι εφιάλτης! Κυριολεκτικά θα μου κοστίσεις την πρεσβεία μου. Σταμάτα να γράφεις», του είπε. Αυτή ήταν, προφανώς, η εκδοχή της Γκιλφόιλ για τον περιβόητο «κανόνα του Στρίνγκερ Μπελ», ο οποίος πήρε το όνομά του από έναν χαρακτήρα της τηλεοπτικής σειράς The Wire. Στη σειρά, ο Μπελ επιπλήττει έναν από τους συνεργούς του στο εμπόριο ναρκωτικών επειδή ήταν τόσο ανόητος ώστε να κρατά γραπτές σημειώσεις για μια εγκληματική συνωμοσία.
Το πρόβλημα είναι ότι η ίδια παραβίασε αυτόν ακριβώς τον κανόνα: ζήτησε από τον Ντίτερς, γραπτώς, να σταματήσει να καταγράφει τις συνομιλίες τους.
Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Ντίτερς είχε κρατήσει όλα τα μηνύματα. Όπως υποστηρίζει, η Γκιλφόιλ τού είχε υποσχεθεί πρόσβαση στην κυβέρνηση Τραμπ. «Θα είμαι ο άνθρωπός σου στην ομάδα του Τραμπ, στα εύκολα και στα δύσκολα, για πάντα», φέρεται να του είπε. Όταν δεν εκπλήρωσε τις υποσχέσεις της, εκείνος προειδοποίησε, νωρίτερα αυτόν τον μήνα, την ίδια και αξιωματούχους του Λευκού Οίκου ότι θα δημοσιοποιούσε την αλληλογραφία τους. Στη συνέχεια, έκανε πράξη την απειλή του.
Την ίδια ώρα, η νεοδιορισθείσα πρέσβειρα περιφερόταν στα νοτιοανατολικά Βαλκάνια παρέα με Έλληνες μεγιστάνες. Αντί, όμως, να απολαμβάνει διακριτικά τις προνομίες της θέσης της, επιδιδόταν σε επιδείξεις των διασυνδέσεών της με αυτούς τους εύπορους άνδρες και προσπαθούσε να παρουσιάσει τον εαυτό της ως πρόσωπο με ισχυρά ερείσματα στον στενό κύκλο του Τραμπ, ικανό να κινεί τα νήματα και να εξασφαλίζει αποτελέσματα.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, τον Ιανουάριο του 2026 η Γκιλφόιλ ταξίδεψε στο Νταβός, όπου αποκλείστηκε από δείπνο που διοργανωνόταν προς τιμήν του Έρικ Τραμπ. Αποφάσισε τότε να πιέσει έναν Αμερικανό επιχειρηματία να τη βοηθήσει να εξασφαλίσει πρόσβαση. «Ξέρεις, μπορώ να σου προσφέρω τα πάντα στον κόσμο. Και τα αξίζεις», του είπε. (Αυτή τη φορά, δεν την πρόδωσαν τα γραπτά μηνύματα, αλλά μια ηχογράφηση.) «Θα σε κάνω να βγάλεις πάρα πολλά γαμημένα λεφτά», του υποσχέθηκε.
Παράλληλα, εξοργίστηκε με το θράσος της Ελληνίδας οικοδέσποινας του δείπνου. «Δεν γίνεται να μην έρχεται η πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Ελλάδα. Θα έπρεπε να μου γλείφει τον κώλο».
Ο Τραμπ, άλλωστε, δεν έχει κανένα πρόβλημα με τις χονδροειδείς εκφράσεις· τις χρησιμοποιεί τακτικά. Ούτε ενοχλείται από την προσπάθεια αποκόμισης οικονομικού οφέλους κατά την άσκηση δημόσιου αξιώματος: έχει πλουτίσει ο ίδιος ενώ βρίσκεται στην προεδρία και έχει ευλογήσει, ρητά ή σιωπηρά, ανάλογες προσπάθειες υφισταμένων του να κερδοσκοπήσουν αξιοποιώντας τις θέσεις τους.
Φαίνεται, ωστόσο, ότι χαράζει μια διαχωριστική γραμμή όταν η πρώην μνηστή του γιου του δεν δείχνει την πρέπουσα ευγνωμοσύνη για την ευκαιρία να παραγκωνιστεί στην Αθήνα —στην Αθήνα!— και, επιπλέον, καταλήγει στις εφημερίδες να μοιάζει με μεσήλικη σερβιτόρα που εκλιπαρεί για φιλοδωρήματα από ανυποψίαστους πελάτες καζίνο.
Αγάπη μου, άφησέ τα απλώς στον δίσκο. Μη μιλήσεις στον διευθυντή μου και θα φροντίσω να σε βάλω στο καλό τραπέζι του πόκερ.
Ντέιβιντ Φραμ: Το τελευταίο πιστό εκλογικό ακροατήριο του Τραμπ
Κάποτε η Γκιλφόιλ ήταν τόσο στενά συνδεδεμένη με την οικογένεια Τραμπ, ώστε της παραχωρήθηκε μια περίοπτη τηλεοπτική θέση για να εκθειάσει τον πρόεδρο στο συνέδριο των Ρεπουμπλικανών το 2020. Η εμφάνισή της ήταν καταστροφική, υπερβολική και σχεδόν παρωδία. Ο Τραμπ, ωστόσο, ενθουσιάστηκε. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, την αποκάλεσε «η δική μου Κίμπερλι» και τη συνέκρινε με την Εύα Περόν, την πρώην πρώτη κυρία της Αργεντινής.
Νωρίτερα φέτος, ο Τραμπ δήλωσε για την απεσταλμένη του στην Ελλάδα: «Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ είναι φίλη μου εδώ και πολύ καιρό. Μου αρέσει να την αποκαλώ Κίμπερ-λέι. Είναι το χαϊδευτικό μου όνομα γι’ αυτήν, έτσι δεν είναι; Αλλά είσαι καταπληκτική και άκουσα ότι εκεί πέρα σε λατρεύουν».
Τις τελευταίες ημέρες, όμως, ο πρόεδρος βρέθηκε αντιμέτωπος με αρνητική δημοσιότητα για μια απαιτητική, μεσήλικη γυναίκα, την οποία ο γιος του είχε εγκαταλείψει για χάρη μιας νεότερης συζύγου —όπως έχει κάνει και ο ίδιος ο Τραμπ στο παρελθόν με τις συζύγους του. Η γυναίκα αυτή προσπαθούσε να αποκομίσει οφέλη από την προεδρία του, γελοιοποιώντας τον εαυτό της και τροφοδοτώντας νέα δημοσιεύματα για διαφθορά, λίγο πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
Η Γκίλφοϊλ έπρεπε να φύγει και ο Τραμπ την απομάκρυνε γρήγορα και ψυχρά.
«Δεν ήταν μέλος της οικογένειάς μου», δήλωσε χθες ο πρόεδρος. «Ε, υποθέτω ότι έβγαινε με τον γιο μου πριν από πολύ καιρό».
«Έβγαινε»; «Υποθέτω»; Η Γκιλφόιλ βρισκόταν επί χρόνια σε τροχιά γάμου με τον πρωτότοκο γιο του προέδρου, προοριζόμενη να γίνει νύφη του. Και τώρα είναι απλώς μια γυναίκα που κάποτε γνώριζε ένα από τα παιδιά του.
Η Γκιλφόιλ δεν κατάλαβε το μάθημα. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να μην μπλέξει σε μπελάδες. Αλλά ακόμη κι αυτό αποδείχθηκε υπερβολικά δύσκολο. Τώρα έμαθε ότι, για να βγάζει κανείς χρήματα αξιοποιώντας την προεδρία Τραμπ, πρέπει να τηρεί ορισμένους κανόνες: να μην προκαλεί υπερβολικά την προσοχή, να μην εκθέτει το αφεντικό και, αν είναι δυνατόν, να μη συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω.
Και, πάνω απ’ όλα, να μην είναι μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκα.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...