Κείμενο συμβολής στον διαρκή προγραμματικό διάλογο του ΜέΡΑ 25-Ενωτική Πρωτοβουλία.Των Απόστολου Καψάλη και Χρήστου Λάσκου
Εισαγωγικά
Η εργατική τάξη της χώρας βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσμενή θέση τα τελευταία πολλά χρόνια, κυρίως λόγω της παγίωσης των μνημονιακών απορρυθμίσεων μέχρι και σήμερα παρά τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις και απεργίες την τριετία 2010-2012. Η στρατηγική (ή ίσως ιστορική ?) ήττα που έχει υποστεί μετουσιώνεται στην επικράτηση ενός δόγματος εργασιακού ΤΙΝΑ.
Δηλαδή σε μια συνθήκη αποδοχής -ως μη αναστρέψιμης- της σημερινής κατάστασης που συνδυάζει αυταρχισμό στη διακυβέρνηση της εργασίας, εκτεταμένη υλική αποστέρηση και κακές & επικίνδυνες συνθήκες δουλειάς. Εφόσον πρόκειται για ένα βαρέλι δίχως πάτο, οι αντεργατικές νομοθετικές παρεμβάσεις όχι μόνο συνεχίζονται ακάθεκτες, αλλά σχεδιάζονται αριστοτεχνικά με στόχο την καρδιά πλέον του εργατικού φρονήματος και την καθολική εμπέδωση ενός νέου τύπου εργαζόμενου: μιας φοβισμένης και παραιτημένης εργάτριας με απολύτως εξατομικευμένες κοινωνικές συμπεριφορές από το εσωτερικό της επιχείρησης μέχρι και την κάλπη (αν ποτέ φτάσει μέχρι εκεί).
Παραδόξως το αντίπαλο στρατόπεδο διέπεται από μια ιστορική αδυναμία κοινωνικής αναπαραγωγής. Οι διαπιστωμένες εκατοντάδες χιλιάδες ελλείψεις σε εργατικά χέρια σε όλους τους κλάδους και τις ειδικότητες ανεξαιρέτως ερμηνεύονται επικοινωνιακά μέσα από δακρύβρεχτες αναλύσεις περί δήθεν δημογραφικής κρίσης. Ωστόσο υπαγορεύουν συγκεκριμένες πολιτικές που τείνουν να εξασφαλίζουν μεσοπρόθεσμες λύσεις στη βάση της καταπίεσης και του εγκλωβισμού. Η εργοδοτική δυσπραγία εντούτοις ως προς την κάλυψη των κενών θέσεων εργασίας θα μπορούσε να μετατραπεί σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για την εργατική πλευρά στο πεδίο της συλλογικής διαπραγμάτευσης, εάν η αριστερά δεν είχε πετάξει λευκή πετσέτα στο ζήτημα της οργανωμένης εργατικής πάλης και της συνδικαλιστικής ανασυγκρότησης επιλέγοντας τον στίβο του δικαιωματισμού όπου προσδοκά -αφελώς!- θετικές επιδόσεις.
Εργασία δίχως όρια, μεταγγίσεις εργατικών χεριών
Τα χαμηλά επίπεδα αποδοχών προφανώς αποτελούν συνέπεια της πολιτικής επικράτησης του κεφαλαίου επί της εργασίας και έκφραση με μετρήσιμους όρους της εγγενούς επιδίωξης του για την επίτευξη μεγαλύτερης κερδοφορίας σε βάρος των εισοδημάτων των μισθωτών τάξεων. Η διατήρηση του ίδιου θνησιγενούς παραγωγικού μοντέλου οφείλεται κυρίως στο γεγονός πως η εργασιακή υπερεκμετάλλευση είναι το μόνο συγκριτικό πλεονέκτημα του ελληνικού καπιταλισμού.
Δεν πρόκειται, όμως, μόνο γι’ αυτό. Στη σημερινή συγκυρία και σε χώρες όπως η Ελλάδα η φτωχοποίηση εργαζομένων και συνταξιούχων -εκτός από χαρακτηριστικό απαύγασμα μιας αδιατάρακτης νεοφιλελεύθερης ιδεολογικής εμμονής- αποτελεί συνάμα και ένα εργαλείο πειθάρχησης της εργατικής τάξης και συγκεκριμένα δέσμευσής της σε μια συνθήκη εργασίας δίχως χρονικά όρια και χωρίς δικαιώματα για την οικονομική εξακολούθηση του ελληνικού καπιταλισμού.
Στο επίκεντρο δεν βρίσκεται απλά η απορρύθμιση του εργάσιμου χρόνου ή η μείωση του κόστους ωριαίας (υπερ)εργασίας, αλλά η νόθευση κάθε έννοιας χρονικού ορίου στην απασχόληση σε ημερήσια, εβδομαδιαία ή και πολύμηνη βάση υπολογισμού. Με απλά λόγια αν δεν φτάνει ο μισθός και η σύνταξη θα χρειαστεί πολύ περισσότερη και συμπληρωματική εργασία σε περισσότερους του ενός εργοδότες και σε διαφορετικούς οικονομικούς κλάδους.
Την τελευταία τριετία τα βασικότερα αντεργατικά μέτρα εστιάζουν σχεδόν αποκλειστικά σε αυτή τη στρατηγική όπως ενδεικτικά: α) το 13ωρο ημερησίως σε έναν ή δύο εργοδότες χωρίς -καλή τη πίστει- δυνατότητα εργατικής άρνησης, β) η καθιέρωση της 6ημερης εργασίας σε πολλούς κλάδους, γ) η θωράκιση της ατομικής διευθέτησης του χρόνου εργασίας με 4ημερα ή 10ωρα και με αντάλλαγμα ρεπό (για ελιές) σε μια άλλη εποχή του χρόνου, δ) η αύξηση του ποσού αποζημίωσης της -κατά τα άλλα παράνομης- υπερωρίας όταν παραβιάζεται το «ανώτατο» όριο των 150 ωρών ετησίως και ε) η άρση όλων σχεδόν των οικονομικών αντικινήτρων για την εργασία των συνταξιούχων- πάνω από 300.000 συνταξιούχοι εμφανίζονται σήμερα να εργάζονται στον ΕΦΚΑ, το 1/3 είναι μισθωτοί!
Παράλληλα, η εκ νέου εργασιοκεντρική προσέγγιση της προσφυγιάς με όρους καταναγκαστικής εργασίας (εξάρτηση του καθεστώτος διαμονής από την πραγματική απασχόληση) συνδυάζεται με επιθετικές κινήσεις στο πεδίο της εργατικής μετανάστευσης: α) απόπειρες μαζικής νομιμοποίησης αλλοδαπών (εργαζομένων) χωρίς χαρτιά, β) επίσπευση της σύναψης διακρατικών συμβάσεων με τρίτες χώρες με αντικείμενο τη μιας χρήσης άρα δουλική εργασία (προσωρινή/ εποχική) ή γ) ανοχή στην παράτυπη είσοδο και εργασία αλλοδαπών με κατάχρηση της δυνατότητας της απόσπασης εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής εξειδικευμένων υπηρεσιών σε κλάδους εντάσεως εργασίας.
Εις μάτην όμως!! Το πρόβλημα είναι ότι τα νούμερα δεν βγαίνουν: η ανεργία μειώνεται, αλλά όχι επειδή ο κόσμος βρίσκει δουλειά. Οι εξαναγκαστικές μεταγγίσεις προσωπικού από το εσωτερικό της χώρας έχουν ταβάνι, όμως δεν βελτιώνουν και την οικονομική κατάσταση των εργατικών νοικοκυριών λόγω της ακρίβειας καίτοι σε συνθήκες σωματικής και ψυχικής εξουθένωσης όλων των μελών τους από τα ατελείωτα ωράρια εργασίας. Γεγονός που συνεπάγεται μεταξύ άλλων την αύξηση του αριθμού και του μέσου όρου ηλικίας των θυμάτων των επαγγελματικών ασθενειών (συμπεριλαμβανομένων των ψυχικών) και των θανατηφόρων ατυχημάτων. Παράλληλα, η προσέλκυση μεταναστών (εργατών) από το εξωτερικό παραμένει κακόγουστο αστείο, ενώ η (από)μετανάστευση επανεμφανίζεται σαν μια σημαντική εναλλακτική ατομικής επιβίωσης σε μια χώρα που αδειάζει.
Στον πάτο της κοινωνικής επιβίωσης: παραίτηση, ερήμωση, αποδημία
Τα διαθέσιμα επίσημα στοιχεία είναι αποκαρδιωτικά. Η ύπαιθρος μαραζώνει προς τα μεγάλα ή πολύ μεγάλα αστικά κέντρα και απειλείται από ραγδαία ερημοποίηση. Στην επιταχυνόμενη νέα εποχή της καταστροφής η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που θα πληγούν σημαντικότερα και γρηγορότερα από τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής τη στιγμή που εκατοντάδες χιλιάδες αλλοδαποί και γηγενείς εργαζόμενοι μεταναστεύουν ήδη μαζικά προς το Βορρά της Ευρώπης ή και άλλες ηπείρους. Πίσω από τα κυβερνητικά ψέματα -με αντιεπιστημονική μάλιστα θεμελίωση- για μια εικόνα rebrain gain η πραγματικότητα παραμένει πιο ζοφερή από ποτέ. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Ηνωμένων Εθνών η Ελλάδα βρίσκεται στην κορυφή της παγκόσμιας κατάταξης σε ό,τι αφορά το ρυθμό αλλά και το ποσοστό μείωσης του πληθυσμού της κάθε χρόνο.
Ο λόγος είναι ότι οι αρνητικές πρωτιές στην Ελλάδα, στην ευρωπαϊκή πρωταθλήτρια της εργατικής μιζέριας, αφορούν σε όλο το φάσμα των κοινωνικών δεικτών: τους χαμηλούς μισθούς, τις κοινωνικές ανισότητες, τα προβλήματα και το κόστος στέγασης, την αγοραστική δύναμη, τους πραγματικούς μισθούς, τα ποσοστά φτώχειας και υλικής & κοινωνικής αποστέρησης, τις μέσες ετήσιες απολαβές, τη μείωση του ωριαίου κόστους εργασίας, τον μέσο όρο των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας, το κατά κεφαλήν ετήσιο εισόδημα, το μέσο όρο των μηνιαίων αποδοχών. Εντούτοις, το ύψος των απολαβών δεν είναι πάντοτε η βασική αιτία της νέας αυθόρμητης αποδημίας.
Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη Μεγάλη Παραίτηση της εργατικής τάξης διαδραματίζουν η συρρίκνωση της δημοκρατίας και η επιδείνωση των συνθηκών απασχόλησης μέσα στους χώρους δουλειάς, στοιχεία που εντείνουν το αίσθημα ματαιότητας για ένα καλύτερο μέλλον με όρους αξιοπρέπειας και ασφάλειας. Επιπλέον οδηγούν μέχρι και στην απροθυμία πλήρωσης κενών θέσεων ακόμη και στο δημόσιο τομέα σε κλάδους όπως η εκπαίδευση, η υγεία και οι (υπερ)αστικές μεταφορές. Η μικρομεσαία εργοδοσία, αυτή η απεχθέστερη μορφή επιχειρηματικότητας, είναι το λίκνο της καταπάτησης των ατομικών ελευθεριών και της εργατικής-ασφαλιστικής νομοθεσίας: πρόκειται για τη ραχοκοκαλιά των ελληνικών επιχειρήσεων αλλά και για τον πυλώνα του σύγχρονου πολιτεύματος εργοδοτικής δικτατορίας όπου τα ποσοστά εκμετάλλευσης είναι πρωτοφανή.
Εργατική ασφάλεια ενάντια στον κρατικό εκφοβισμό και την εργοδοτική τρομοκρατία
Η προσπάθεια εγκαθίδρυσης της δημοκρατίας στους χώρους δουλειάς ανάγεται σε ζήτημα πρώτης προτεραιότητας για τη ριζοσπαστική αριστερά και τα κινήματα, εάν θέλουν να μη χάσουν κάθε επαφή με την εργατική τάξη, άρα να έχουν και τα ίδια μια ελπίδα επιβίωσης σε ένα διαρκώς συντηρητικοποιούμενο πολιτικό περιβάλλον. Η προσπάθεια εμπέδωσης ενός κλίματος ασφάλειας και αντιστροφής του γενικευμένου κλίματος τρομοκρατίας των αφεντικών ξεκινά από την έμπρακτη προστασία της ίδιας της ζωής και της υγείας των εργαζομένων και καταλήγει στην κατοχύρωση του δικαιώματος των δικαιωμάτων: της απρόσκοπτης πρόσβασης σε μηχανισμούς ελέγχου και επιβολής της (εναπομείνασας έστω) εργατο-ασφαλιστικής νομοθεσίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι η εργατική κατάκτηση της Επιθεώρησης Εργασίας, το τελευταίο ανάχωμα στην εργοδοτική αυθαιρεσία, δέχεται απανωτά χτυπήματα μέχρι και σήμερα: από τη μετατροπή της σε Ανεξάρτητη Αρχή -χωρίς εχέγγυα σύνδεσης με τις υπηρεσίες του αρμόδιου Υπουργείου και συνέργειας με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις- ή τη μείωση σχεδόν όλων των προστίμων για εργοδοτικές παραβάσεις μέχρι την πρόσφατη εξάρτηση της οργάνωσης των επιτόπιων ελέγχων από τους αναπτυξιακούς στόχους του κεφαλαίου ή τη διαχρονική ελλιπή νομική θωράκιση των στελεχών της απέναντι στη SLAPP εργοδοτική εκδικητικότητα. Αυτές τις ημέρες μάλιστα η κυβέρνηση με στόχο να αναχαιτίσει την προσφυγή ακόμη και στα δικαστήρια επιχειρεί να επιβάλει πριν την κατάθεση αγωγής την υποχρεωτική εισαγωγική διαμεσολάβηση με σημαντική χρηματική -και όχι μόνο- επιβάρυνση της εργατικής πλευράς.
Η εργοδοτική δολοφονία στη Βιολάντα και σε πολλά άλλα σύγχρονα κάτεργα θα είχε ίσως αποφευχθεί εάν οι εργαζόμενες τολμούσαν να ενεργοποιήσουν το δικαίωμα τους σε αποχώρηση από τον τόπο εργασίας λόγω βάσιμων φόβων για επικείμενη διακινδύνευση της υγείας και της ασφάλειας τους. Παρά τη συρρίκνωση του προστατευτικού νομοθετικού πλαισίου, η μείωση του χρόνου εργασίας, η πρόληψη των ατυχημάτων και η επάρκεια των αποδοχών μπορούν να επιβληθούν με όρους κοινωνικού ανταγωνισμού μέσω των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, με άξονα την ενεργοποίηση των συνδικάτων & των υπόλοιπων εργατικών συλλογικοτήτων και τη σύμπραξή τους με τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς.
Η οποία, χωρίς να απεμπολεί διακηρυκτικά τη μαρξιστική της παράδοση για την πάλη των τάξεων, δεν χρειάζεται να αυτοπεριορίζεται στη διατύπωση κούφιων αιτηματολογίων προς την κωφεύουσα εξουσία σχεδόν επαιτώντας για τη νομική επανακατοχύρωση ορισμένων απολεσθέντων δικαιωμάτων και παροχών, με όρους ωστόσο κρατικής κηδεμονίας και φιλανθρωπίας, σίγουρα όμως χωρίς ένα υλοποιήσιμο σχέδιο δράσης για την ανάκτησή τους με κινηματικούς όρους. Ενόσω η ενεργοποίηση του εργατικού παράγοντα υποπροτεραιοποιείται, η εργατική τάξη θα συνεχίζει να γυρνάει την πλάτη στην αριστερά με συνέπεια την ενίσχυση της φασιστικής απειλής και τη διείσδυση των ακροδεξιών προταγμάτων σε λαϊκά στρώματα όπως σχεδόν παντού στην Ευρώπη.
Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας και οι συνδικαλιστικές ελευθερίες δεν απαιτούνται, επιβάλλονται!
Η επανάκτηση των ατομικών εργατικών δικαιωμάτων και η θωράκιση της αξιοπρέπειας στην εργασία περνάει αναμφίβολα μέσα από την αποτελεσματική αντίσταση για την επίτευξη καλύτερων όρων απασχόλησης με όρους συλλογικής διεκδίκησης. Στην πράξη, όχι στα προγραμματικά κείμενα. Ιδίως στην Ελλάδα η επαναθεσμοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης δεν πρόκειται ποτέ να επέλθει δια της κοινοβουλευτικής οδού αλλά στο δρόμο, εκεί όπου γεννήθηκε και κατοχυρώθηκε.
Για την ώρα η κινηματική αριστερά εφαρμόζει μια τακτική στρίβειν δια του αρραβώνος. Αντί να οργανώνει τον γάμο πάει για πουρνάρια: συμπληρώνει με ευφράδεια το αντίστοιχο κεφάλαιο των προγραμματικών θέσεων ζητώντας από το κράτος να επαναφέρει όλα όσα κατήργησε για να αφοπλίσει την εργατική τάξη παραγνωρίζοντας ωστόσο ότι πολλά από αυτά τα όπλα, όχι μόνον είχαν περιέλθει σε κατάσταση αφλογιστίας πολύ πριν τα μνημόνια αλλά -το σπουδαιότερο- αποπροσανατόλιζαν την εργατική πάλη μεταφέροντας το επίδικο σε γήπεδα όπου η μάχη ήταν από πριν χαμένη.
Παραδόξως η αριστερά σήμερα δεν επιχειρεί να εκμεταλλευτεί ούτε τις θεσμικές δυνατότητες που κατοχυρώνει η πρόσφατη κοινοτική οδηγία για τις σσε, έστω κι αν αυτή εστιάζει σε μια αναίμακτη διαμόρφωση «επαρκών» κατώτατων μισθών με όρους ειρηνικής διευθέτησης στο πλαίσιο ενός αλγοριθμοποιημένου συστήματος προσδιορισμού των χρηματικών ποσών. Το ίδιο κινδυνεύει να συμβεί και με τη θέσπιση του τεκμηρίου της μισθωτής εργασίας για πολλές δεκάδες χιλιάδες εργαζομένων στις πλατφόρμες, μια μάχη που κρίνεται τώρα -μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου- στο πλαίσιο ενσωμάτωσης της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας. Κατεπείγει κατά συνέπεια για τη ριζοσπαστική αριστερά η υλοποίηση ενός σχεδίου δράσης με δύο άξονες. Ο πρώτος αφορά το εσωτερικό του συνδικαλιστικού κινήματος και ο δεύτερος τις εργατικές μάχες που δίνονται στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα.
Σε ό,τι αφορά το πρώτο μέτωπο, προκρίνεται η οργάνωση της παρέμβασης στα συνδικάτα με ευρείες συσπειρώσεις κόντρα στην εν λευκώ παραχώρηση του πεδίου στις γνωστές γραφειοκρατικές-εργοδοτικές δυνάμεις ή σε κομματικά σχήματα με κοινοβουλευτική ή μη αντανάκλαση. Με άλλα λόγια απαιτείται η σύμπραξη όλων των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς σε έναν ενιαιομετωπικό (και προφανώς μη κομματικοποιημένο) σχηματισμό εντός των δομών του επίσημου συνδικαλιστικού κινήματος με κοινή στρατηγική και παρέμβαση σε όλα τα επίδικα: από την τακτική σε ό,τι αφορά την αύξηση της συνδικαλιστικής κάλυψης μέχρι την οργάνωση της συλλογικής διαπραγμάτευσης με όρους νίκης σε όλα τα επίπεδα. Προφανώς και πρώτα απ’ όλα στο δημόσιο τομέα για όλα ανεξαιρέτως τα εργατικά αιτήματα, από την επαναφορά των κλεμμένων μισθών μέχρι τους όρους λειτουργίας των επιμέρους δημοσίων υπηρεσιών προς όφελος -εν τέλει- της ίδιας της εργατικής τάξης. Αλλά και στον ιδιωτικό τομέα σε κλάδους αιχμής, εκεί όπου η σύναψη αξιοπρεπούς συλλογικής σύμβασης εργασίας μπορεί να έχει συμβολικά και πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα.
Σε ό,τι αφορά το δεύτερο μέτωπο, εφόσον απαλλαγεί από την παρελκυστική μέριμνα προς όφελος της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, η ριζοσπαστική αριστερά οφείλει να πρωτοστατήσει με όλες της τις δυνάμεις για τη μεγαλύτερη δυνατή επιτυχία των εργατικών μαχών που ξεσπούν σε όλη την επικράτεια. Ενδεχομένως με τη συγκρότηση εξώ- ή υπέρ- συνδικαλιστικών δομών και μετώπων εργατικής συμμαχίας σε κλαδικό ή/και τοπικό επίπεδο. Η υπόθεση Βιολάντα, η αυτό-οργάνωση των (αραβόφωνων και μη) μεταναστών εργατών στο κάτεργο του Ελληνικού, η ιστορική μάχη στην E-food και στις άλλες πλατφόρμες, η αντίσταση στην ΤΡΑΙΝΟΣΕ & στα σχολεία κοκ επιβάλλεται να νικήσουν. Και αυτό θα συμβεί μόνο εφόσον οι μάχες αυτές γίνουν καθημερινή υπόθεση της αριστεράς που ομνύει στην εργατική τάξη. Με επίκεντρο ασφαλώς τη μείωση του χρόνου εργασίας και τις αυξήσεις στους μισθούς στο πλαίσιο μιας συνολικότερης -αλλά πειστικής- αφήγησης με ταξικό πρόσημο για το μέλλον της εργασίας σε μια συνθήκη μαζικής μετανάστευσης του υποκειμένου στο εξωτερικό.
Διαβάστε περισσότερα
