Βιώνει η Ευρώπη μια νέα κρίση χρέους συγκρίσιμη με αυτήν του 2010-2012 ή μήπως βλέπουμε μια επαναξιολόγηση, έστω και απότομη, των αποδόσεων που οι χρηματοπιστωτικές αγορές απαιτούν προκειμένου να δανείσουν τις κυβερνήσεις; Προφανώς δεν μπορούμε να απαντήσουμε με ένα ναι ή ένα όχι. Εκείνο που παρατηρούμε είναι το εξής: η πώληση των ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων καθοδηγείται από τέσσερα δυνητικά αμοιβαία ενισχυτικά φαινόμενα.
Το πρώτο είναι μια διεθνής κρίση ομολόγων, που τροφοδοτείται από την επιστροφή του πληθωρισμού και την προοπτική οι κεντρικές τράπεζες να διατηρούν τα επιτόκια υψηλά για περισσότερο από το αναμενόμενο. Οι επενδυτές απαιτούν πρόσθετες αποδόσεις για τον μακροπρόθεσμο δανεισμό, προκειμένου να εκθέσουν τους εαυτούς τους στον κίνδυνο ο πληθωρισμός ή τα επιτόκια να είναι υψηλότερα από τα εκτιμώμενα για τα επόμενα χρόνια.
Το δεύτερο φαινόμενο αφορά τη βιωσιμότητα του γαλλικού χρέους: οι χρηματοπιστωτικές αγορές θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την ικανότητα των μελλοντικών κυβερνήσεων να το σταθεροποιήσουν. Μεροληπτικά κινούμενες προσδιορίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο αν κερδίσει τις εκλογές κάποιος άλλος υποψήφιος εκτός από αυτόν του «εξτρεμιστικού Κέντρου».
Το τρίτο είναι ο κατακερματισμός της ευρωζώνης. Εάν οι αποδόσεις των ομολόγων από τις πιο ευάλωτες χώρες αυξάνονταν πολύ περισσότερο από εκείνες της Γερμανίας, η οποία θεωρείται το κύριο σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή αγορά, οι συνθήκες χρηματοδότησης θα γίνονταν διαφορετικές εντός της ίδιας της νομισματικής ένωσης. Οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τα επιτόκια θα κατέληγαν έτσι να έχουν διαφορετικές επιπτώσεις στις επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά σε κάθε χώρα. Αυτό βέβαια συνέβαινε διαχρονικά από την ίδρυση της ευρωζώνης και οξύνεται σε περιπτώσεις με περιόδους δυσκολιών, όπως αυτή για την οποία αναφερόμαστε. Για του λόγου το αληθές, η απόδοση του γερμανικού δεκαετούς ομολόγου την περίοδο 22.2.2026-9.10.2026 αυξήθηκε κατά 78 μονάδες βάσης, ενώ το αντίστοιχο ελληνικό, την ίδια περίοδο κατά 107 μονάδες βάσης και περίπου όσο το ισπανικό και το πορτογαλικό.
Το τέταρτο σενάριο είναι το πιο απρόβλεπτο και ενδεχομένως το πιο επικίνδυνο. Πρόκειται για τον κίνδυνο κρίσης ρευστότητας, όπως προειδοποίησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Μια ξαφνική όξυνση της κρίσης των κρατικών ομολόγων θα μπορούσε να αναγκάσει τα μεγάλα hedge funds που λειτουργούν με δανεισμένα χρήματα να πουλήσουν για να καλύψουν ζημίες ή να παράσχουν νέες εγγυήσεις στους δανειστές. Αυτές οι πωλήσεις, με τη σειρά τους, θα επιδείνωναν την πτώση των τιμών, εμπλέκοντας άλλους επενδυτές σε μια δύσκολα αναχαιτιζόμενη σπείρα. Ετσι, μια διόρθωση στην αγορά ομολόγων θα μπορούσε να μετατραπεί σε κρίση.
Ομως και η ΕΚΤ με την ακολουθούμενη νομισματική πολιτική μπορεί να συμμετάσχει στη διαφαινόμενη δημιουργία κρίσης ρευστότητας: η ΕΚΤ μειώνει τη δική της μόχλευση, αυξάνοντας το χαρτοφυλάκιο κρατικών ομολόγων της μέσω ποσοτικής σύσφιγξης, το αντίθετο από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE), το οποίο, κατά τη διάρκεια της κρίσης και της πανδημίας, αγόρασε τεράστιες ποσότητες ομολόγων για να στηρίξει την οικονομία και να διατηρήσει χαμηλά τα επιτόκια. Τώρα, όταν λήγουν αυτά τα ομόλογα, η Φρανκφούρτη δεν επανεπενδύει πλέον τα έσοδα. Προφανώς πιστεύοντας ότι έτσι θα καταπολεμήσει τον αυξανόμενο πληθωρισμό. Οι κυβερνήσεις πρέπει επομένως να βρουν περισσότερους ιδιώτες αγοραστές για να χρηματοδοτήσουν το χρέος τους, ακριβώς τη στιγμή που οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερα επιτόκια.
Από τα τέσσερα σενάρια μόνο αυτό της αύξησης των αποδόσεων για την ώρα βρίσκεται σε συνεχή κίνηση. Τα υπόλοιπα τρία ακόμη βρίσκονται στον βατήρα εκκίνησης…
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
