Η νέα αύξηση του επιτοκίου του ευρώ από το 2,50% στο 2,75% που αναμένεται να αποφασίσει η ΕΚΤ στην προτελευταία συνεδρίαση του 2026 την τελευταία Πέμπτη (29) του Οκτωβρίου, αρχίζει να προκαλεί αρρυθμίες σε μεγάλο αριθμό εισηγμένων καθώς εισερχόμαστε και επίσημα στην εποχή του ακριβού χρήματος όπως έχει δηλώσει και η ίδια η Κριστίν Λαγκάρντ.
Οι υποχρεώσεις των εισηγμένων φούσκωσαν ακόμη περισσότερο το φετινό α’ εξάμηνο καθώς ο δανεισμός κατέγραψε σημαντική αύξηση, ακολουθώντας «πληθωριστικές» τάσεις, κυρίως λόγω των κεφαλαίων που διοχετεύθηκαν σε επενδύσεις και επιχειρηματικές επεκτάσεις.
Αυτή η εξέλιξη θολώνει την εικόνα διαύγειας και οικονομικής ευμάρειας που έδειξε η καθαρή κερδοφορία των εμποροβιομηχανικών επιχειρήσεων.
Ειδικότερα στο πρώτο ήμισυ της χρονιάς ο συνολικός δανεισμός σημείωσε αύξηση 22,1% συγκριτικά με την αντίστοιχη προηγούμενη περίοδο, φτάνοντας στα 64,8 δισ. ευρώ στα τέλη Ιουνίου του 2026. Ο καθαρός δανεισμός αυξήθηκε κατά 10,7% και διαμορφώθηκε στα 35,963 δισ. ευρώ.
Εάν δούμε τη συνολική εικόνα οι συνολικές υποχρεώσεις των εισηγμένων -εκτός τραπεζικών ισολογισμών- ανήλθαν το α’ εξάμηνο του 2026 στα 124,2 δισ. ευρώ καταγράφοντας αύξηση 21% ή ονομαστικά 22,3 δισ. ευρώ σε σύγκριση με το α’ εξάμηνο του 2025.
Η άνοδος του δανεισμού των εισηγμένων εξηγείται από την αύξηση των επενδύσεων που υπαγορεύει την ενίσχυση του δανεισμού, ο πληθωρισμός ανεβάζει το κόστος της αγοράς πρώτων υλών σε συνδυασμό με το εξασθενημένο ευρώ (χαμηλό 18 μηνών σε σχέση με το δολάριο στο 1,1218) και ένας ακόμη παράγοντας είναι τα υψηλά κόστη μισθοδοσίας που υπαγορεύει η αύξηση ανταγωνιστικότητας της εργασίας.
Τι σημαίνει για τις εισηγμένες
Η εποχή του ακριβού χρήματος θα σημάνει μία σειρά αρνητικών παρενεργειών για το παθητικό των εισηγμένων.
Η πρώτη παρενέργεια είναι η άμεση μείωση της κερδοφορίας και των περιθωρίων κέρδους.
Ειδικότερα οι περισσότερες εταιρείες με υψηλό δανεισμό σε κυμαινόμενο επιτόκιο (συνδεδεμένο με το Euribor) θα βλέπουν τις δόσεις και τα έξοδα τόκων τους να αυξάνονται αυτόματα.
Συρρίκνωση Net Profit Margin: η αύξηση των χρηματοοικονομικών εξόδων αφαιρείται απευθείας από την καθαρή κερδοφορία. Για εταιρείες με ήδη στενά περιθώρια κέρδους, αυτό μπορεί να σημάνει τη μετάβαση από την κερδοφορία σε ζημιές.
● Δυσχέρεια στην αναχρηματοδότηση (Refinancing)
Ακριβότερες εκδόσεις ομολόγων: όταν οι υπερχρεωμένες εταιρείες χρειαστεί να εκδώσουν νέα εταιρικά ομόλογα για να αποπληρώσουν παλαιότερα που λήγουν, θα υποχρεωθούν να προσφέρουν σημαντικά υψηλότερο κουπόνι (απόδοση) προκειμένου να προσελκύσουν επενδυτές.
Αυστηρότεροι όροι (Covenants): οι τράπεζες γίνονται πιο συντηρητικές και επιβάλλουν αυστηρότερους όρους δανεισμού, ζητώντας περισσότερες εξασφαλίσεις από εταιρείες που θεωρούνται υψηλού ρίσκου λόγω χρέους.
● Πίεση στην αποτίμηση της μετοχής στο Χρηματιστήριο
Υψηλότερο προεξοφλητικό επιτόκιο: στα χρηματοοικονομικά μοντέλα (DCF), το κόστος κεφαλαίου (WACC) αυξάνεται. Αυτό μειώνει αυτόματα την παρούσα αξία των μελλοντικών ταμειακών ροών της εταιρείας, οδηγώντας σε χαμηλότερες τιμές-στόχους από τους αναλυτές και σε πτώση της μετοχής στο ταμπλό.
Στροφή σε ασφαλέστερα καταφύγια: οι επενδυτές απομακρύνονται από μετοχές εταιρειών με «βαρύ» ισολογισμό και στρέφονται είτε σε ομόλογα που προσφέρουν πλέον καλύτερες αποδόσεις είτε σε εισηγμένες με ισχυρά ταμειακά διαθέσιμα (καθαρό ταμείο).
● Πάγωμα επενδυτικών πλάνων
Ασύμφορες επενδύσεις: όταν το κόστος δανεισμού αυξάνεται, το ελάχιστο απαιτούμενο ποσοστό απόδοσης μιας νέας επένδυσης γίνεται πολύ υψηλό. Ως αποτέλεσμα, οι υπερχρεωμένες εισηγμένες αναγκάζονται να αναβάλουν ή να ακυρώσουν αναπτυξιακά έργα, περιορίζοντας τη μελλοντική τους ανάπτυξη.
Υποχρεώσεις πάνω από 1 δισ. έκαστη
Πάνω από το ψυχολογικό όριο του 1 δισ. ευρώ σε συνολικές υποχρεώσεις εμφανίζει το 14,6% των εισηγμένων δηλαδή 22 στις 150 εισηγμένες. Η πρώτη δεκάδα των εισηγμένων με το υψηλότερο παθητικό είναι η εξής: ΔΕΗ με 22,8 δισ. ευρώ και ακολουθεί Allwyn με 13,3 δισ. ευρώ, η Coca Cola HBC με 10,7 δισ. ευρώ, η Metlen με 9,69 δισ. ευρώ, η ΓΕΚ Τέρνα 8,12 δισ., Helleniq Energy 6,63 δισ. ευρώ, Viohalco 4,91, Μοtor Oil 4,81, Lamda Development 4,05 δισ. ευρώ και ΟΤΕ με 3,45 δισ. ευρώ. Η παραπάνω εικόνα αρχίζει να προβληματίζει τους επενδυτές ωστόσο οι διοικήσεις των εισηγμένων υποστηρίζουν στις τακτικές ενημερώσεις προς τους ξένους και εγχώριους θεσμικούς επενδυτές ότι α) το σύνολο των υποχρεώσεων έχει μία κατανομή σε βάθος δεκαετιών που δεν επηρεάζει τη χρηματοοικονομική διάρθρωση και β) δεν επηρεάζονται τα ίδια κεφάλαια, δηλαδή τα επενδυμένα χρήματα των μετόχων.
Διαβάστε περισσότερα
