Τελευταία νέα
Το ΠΑΣΟΚ ζητά την απομάκρυνση Μπεκίρη: «Ο Μαρινάκης απέφυγε να τον υπερασπιστεί» Η Μαρίνα Ασλάνογλου μιλά για την περιπέτεια υγείας της: «Πέρασα αυτοάνοσο και έχασα τα μαλλιά μου» [βίντεο] Παπαθανάσης: 85,5 εκατ. ευρώ για την ανάπτυξη του Προαστιακού και του Λιμένος Θεσσαλονίκης ΕΛΣΤΑΤ: Ένας στους τρεις δυσκολεύεται να συνδυάσει δουλειά και οικογένεια – Μεγαλύτερη πίεση στις γυναίκες ΤτΕ: Στα 2,5 δισ. ευρώ το πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού στο εννεάμηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2026 ΠΑΣΟΚ: Ο Μπεκίρης δεν μπορεί να παραμένει Διευθυντής του Γραφείου του Πρωθυπουργού στη Βουλή Ο Μητσοτάκης αγόρασε λαχεία στο Λαύριο – Μίλησε με πυροσβέστες, έβγαλε selfie [εικόνες – βίντεο] Σπέτσες: Στο νοσοκομείο πλοίαρχος μετά από βίαιη επίθεση κατά τη φόρτωση οχημάτων – Πέντε συλλήψεις Προσφυγικό: Ανθρωπιστικό έγκλημα από την Κρήτη στο Αιγαίο Π. Μαρινάκης: Η Ελλάδα στις 14 χώρες με την ισχυρότερη παρουσία στην κατάταξη υπερυπολογιστών Συγκινεί η Σεμίνα Διγενή για την Μπέτυ Βαλάση: «Το φως δεν ανήκει στους προβολείς. Ανήκει σ’ εκείνους που το μοιράζουν» Στ. Καλαφάτης για ακρίβεια: “Δεν υπάρχουν λεφτόδεντρα”
Efsyn.gr

Η κοινωνική οργή σε ιστορικό σταυροδρόμι

Υπάρχει μια ιστορική νομοτέλεια που οι ελίτ αυτού του κόσμου επιμένουν, με μια σχεδόν εγκληματική αλαζονεία, να αγνοούν: οι επαναστάσεις δεν ξεκινούν από τα σαλόνια των θεωρητικών αναλύσεων, ούτε από τις διακηρύξεις των κοινοβουλίων.
Ξεκινούν από το άδειο στομάχι. Όταν η επιβίωση μετατρέπεται σε καθημερινό θρίλερ και η αξιοπρέπεια υποβαθμίζεται σε
πολυτέλεια, η κοινωνική σύμβαση σπάει. Τότε είναι που ορθώνεται η Ιστορία.
Το καλοκαίρι του 1789, το Παρίσι δεν βγήκε στους δρόμους έχοντας ανά χείρας τα συγγράμματα του Ρουσσώ και του Βολταίρου. Βγήκε σε μια συνθήκη βαθιάς οικονομικής και πολιτικής κρίσης, με την τιμή του ψωμιού στα ύψη, τις συνέπειες των κακών σοδειών να βαραίνουν τα λαϊκά στρώματα και τη μοναρχία να προκαλεί με τα προνόμια και τη χλιδή της, την ώρα που μεγάλα τμήματα του πληθυσμού αδυνατούσαν να εξασφαλίσουν τα στοιχειώδη.
Η Άλωση της Βαστίλης, στις 14 Ιουλίου, δεν ήταν απλώς η κατάληψη ενός φρουρίου. Ήταν μια στιγμή κατά την οποία η λαϊκή δυσαρέσκεια μετατράπηκε σε ανοιχτή αμφισβήτηση της βασιλικής εξουσίας. Το σύμβολο της αυθαιρεσίας δέχτηκε την επίθεση ανθρώπων που δεν ήταν πλέον διατεθειμένοι να αποδεχτούν ως φυσική τάξη πραγμάτων την εξαθλίωση και την υποταγή.
Αν κοιτάξουμε γύρω μας σήμερα, στη γειτονιά της Ευρώπης, η ηχώ εκείνης της περιόδου επιστρέφει τρομακτικά επίκαιρη. Οι δρόμοι της Μαδρίτης και τηςΒαρκελώνης δονούνται από οργισμένες διαδηλώσεις για την οικιστική κρίση και το αβάσταχτο κόστος ζωής, όπου το δικαίωμα στη στέγαση έχει γίνει εμπόρευμα για λίγους. Στην Αλβανία, οι πολίτες ξεχύνονται στους δρόμους ενάντια στη διαφθορά και την ακρίβεια που αδειάζει το οικογενειακό καλάθι.
Στην ίδια τη Γαλλία, τη μήτρα των κοινωνικών αγώνων, το φάντασμα της Βαστίλης πλανιέται πάνω από τις απεργίες και τις συγκρούσεις για τη διάλυση του κοινωνικού κράτους και τη λεηλασία των συντάξεων. Την ίδια στιγμή, σε πλήρη αντιδιαστολή με αυτόν τον ευρωπαϊκό αναβρασμό, η Ελλάδα μοιάζει βυθισμένη σε μια παράδοξη, εκκωφαντική ησυχία. Παρά το γεγονός ότι η χώρα μας βρίσκεται σταθερά στις πρώτες θέσεις της ακρίβειας, με τους μισθούς να εξανεμίζονται το πρώτο δεκαήμερο και τα νοικοκυριά να γονατίζουν από την αισχροκέρδεια, η κοινωνική αντίδραση παραμένει παγωμένη.
Αυτή η φαινομενική απάθεια στους ελληνικούς δρόμους δεν είναι δείγμα ευμάρειας, αλλά το αποτέλεσμα μιας βαθιάς απογοήτευσης
και ενός συλλογικού τραύματος μετά από χρόνια διαψεύσεων. Μια απατηλή νηνεμία, όπου η οργή συσσωρεύεται βουβά και υποδόρια,
μετατρέποντας την κοινωνική ειρήνη σε μια πυριτιδαποθήκη έτοιμη να εκραγεί.
Το κοινό νήμα που συνδέει τελικά όλες αυτές τις χώρες είναι ένα και ξεκάθαρο: οι λαοί πεινάνε πια. Δεν πρόκειται για μια μεταφορική πείνα, αλλά για μια βαθιά, υλική πραγματικότητα. Είναι η πείνα για βασικά αγαθά, η πείνα για ενέργεια που έχει μετατραπεί σε  χρηματιστηριακό τζόγο, η πείνα για ένα μέλλον που δεν θα είναι υποθηκευμένο στα funds και τις ορέξεις των αγορών.
Ο νεοφιλελευθερισμός, στην πιο επιθετική του φάση, έχει αποσυνθέσει τη δημόσια σφαίρα, μετατρέποντας τη διαβίωση της πλειοψηφίας σε μια διαρκή μάχη επιβίωσης. Εδώ ακριβώς, όμως, κρύβεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος της εποχής μας. Αυτή η τυφλή, πρωτογενής κοινωνική οργή που γεννά η ανέχεια, βρίσκεται σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι.
Αν η Αριστερά, με τις δομές και τα συνδικάτα της, δεν καταφέρει να δώσει ταξικό πρόσημο σε αυτή την αγανάκτηση, αν δεν μπορέσει να μετατρέψει την απόγνωση σε οργανωμένο πολιτικό αίτημα για δικαιοσύνη και ανατροπή, τότε το πεδίο θα μείνει ελεύθερο στον χειρότερο εχθρό των λαών: την ακροδεξιά.
Το φίδι του φασισμού τρέφεται από τα ερείπια της κοινωνικής εξαθλίωσης. Η ακροδεξιά επιχειρεί να καπηλευτεί τον πόνο του
εργαζόμενου, στρέφοντας τον φτωχό εναντίον του φτωχότερου, τον ντόπιο εναντίον του μετανάστη. Υπόσχεται ψεύτικες λύσεις
εθνικής περιχαράκωσης και αποδίδει την ευθύνη για την κοινωνική ανασφάλεια στους πιο ευάλωτους, αποκρύπτοντας ότι οι
πολιτικές της δεν αμφισβητούν τις οικονομικές δομές που γεννούν τις ανισότητες. Αντίθετα, συχνά τις προστατεύουν, την ίδια στιγμή που καλλιεργούν το μίσος ανάμεσα σε ανθρώπους με κοινά κοινωνικά προβλήματα. Δεν πρέπει να της επιτραπεί να κερδίσει αυτό το στοίχημα. Η οργή για το άδειο στομάχι δεν μπορεί να γίνει καύσιμο για το μίσος και τον εκφασισμό της κοινωνίας.
Η ιστορία της Βαστίλης μας διδάσκει πως όταν οι λαοί πεινάνε, η έκρηξη είναι αναπόφευκτη.
Το ζητούμενο σήμερα είναι αυτή η έκρηξη να φωτίσει το δρόμο προς τη χειραφέτηση και την ισότητα, και όχι να μας βυθίσει στο σκοτάδι και το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο ακόμη μπορούν να αντέξουν οι λαοί. Είναι μόνο πόσο ακόμη μπορούν να αντέξουν οι λαοί. Είναι ποιος θα σταθεί δίπλα τους όταν πάψουν να αντέχουν.
* Η Μαρία Κυριακίδου είναι νομικός.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...