Με νέες καταθέσεις συγγενών θυμάτων αλλά και επιζησάντων συνεχίστηκε χθες, για 42η δικάσιμο, στοΤριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας η δίκη για το έγκλημα στα Τέμπη. Πρώτος κατέθεσε ο Αριστείδης Καρατζούνης, επιβάτης στο δεύτερο βαγόνι της αμαξοστοιχίας και ένας από τους τραυματίες του δυστυχήματος. Λόγω της κατάστασής του έδωσε την κατάθεσή του καθισμένος σε καρέκλα. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις καθυστερήσεις της αμαξοστοιχίας το μοιραίο βράδυ, τη στάση στα Παλαιοφάρσαλα, ενώ απάντησε πως δεν θυμόταν αν υπήρξε στάση του τρένου μετά τη Λάρισα. Περιέγραψε τη στιγμή της σύγκρουσης αναφέροντας ότι στη συνέχεια έχασε τις αισθήσεις του και τις ανέκτησε σε ένα χωράφι.
«Εκσφενδονίστηκα έξω από το βαγόνι, 10 ώς 15 μέτρα μακριά, αφού προηγουμένως είχα στροβιλιστεί μέσα σ’ αυτό. Εχασα για μερικά λεπτά τις αισθήσεις μου. Είχα πανικοβληθεί γιατί δεν μπορούσα να πάρω ανάσα, αυτός ήταν ο πρώτος μου αγώνας, να μπορέσω να αναπνεύσω». Στη συνέχεια περιέγραψε τις προσπάθειές του να σηκωθεί και να διαπιστώσει πού είχε τραυματιστεί. «Είχα πέσει σε κάτι χόρτα, ένιωθα το κεφάλι μου να καίει και ήταν γεμάτο αίματα. Πέρασαν από δίπλα μου κάποιοι που νόμισαν ότι είμαι νεκρός και με σκέπασαν με ένα μπουφάν».
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στο πώς με τη βοήθεια άλλων κατάφερε να σκαρφαλώσει στην παλιά εθνική οδό και πώς μπήκε σ’ ένα βανάκι. «Κάθισα στη θέση του συνοδηγού και κοίταξα το πρόσωπό μου στο καθρεφτάκι. Δεν το αναγνώρισα», είπε χαρακτηριστικά. Αναφέρθηκε επίσης στο πώς τελικώς παρελήφθη από ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ και διακομίσθηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Λάρισας, ενώ μίλησε και για τα τραύματά του στο κεφάλι, τη θλάση στον πνεύμονα και το σπάσιμο τριών πλευρών που υπέστη. Σε άλλο σημείο της κατάθεσής του, με συγκλονιστικό τρόπο, αναφέρθηκε στη φωτιά «που ξεπήδησε και συνεχιζόταν» και έκανε λόγο για «τον λευκό καπνό που θυμόταν» αλλά και για «μυρωδιά καμένου μέταλλου και πλαστικού. Αναφερόμενος στη σύγκρουση είπε πως άκουσε «ένα μπαμ» και αρχικώς νόμισε πως κάτι παρενέβη στις ράγες, ενώ είπε πως δεν μπορούσε να περιγράψει την έκρηξη. Είπε ακόμη πως μέχρι να φύγει από τον τόπο του δυστυχήματος «δεν είχε έρθει η Πυροσβεστική ούτε κάποιος για διάσωση».
«Δεν κλήθηκα»
Στη συνέχεια κατέθεσε ο επιβάτης στο τρίτο βαγόνι της επιβατικής αμαξοστοιχίας, Αριστοφάνης Ξανθόπουλος, ο οποίος συνταξίδευε με την Ιφιγένεια Μήτσκα. Περιγράφοντας τη σκηνή της σύγκρουσης είπε: «Θυμάμαι τη στιγμή που έγινε η σύγκρουση, νόμιζα ότι είχαμε εκτροχιαστεί, ακούσαμε το μπαμ, κάποια στιγμή σταμάτησε το βαγόνι, σηκώθηκα και έψαξα να δω πού είναι η Ιφιγένεια και την είδα μισή μέσα και μισή έξω από το τρένο, ήταν σφηνωμένη σε κάτι λαμαρίνες. Αρχισα να φωνάζω σε βοήθεια, μέχρι που κάποια στιγμή ήρθε ο Μιχάλης και με βοήθησε να τη σηκώσουμε. Σοκαρίστηκα, γιατί το κεφάλι της ήταν μέσα στα αίματα, δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν ζωντανή», είπε με έκδηλη συγκίνηση. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στα εγκαύματα στα άκρα και στον λαιμό που προκλήθηκαν από το δυστύχημα, στην «έντονη και περίεργη μυρωδιά μετά τη σύγκρουση», αλλά και πως «ουδέποτε κλήθηκε να καταθέσει από τον εφέτη ανακριτή Σ. Μπακαΐμη». Πρόσθεσε επίσης πως ουδείς επικοινώνησε μαζί του από κρατικό φορέα ή τον σιδηρόδρομο για να του πει το παραμικρό για το δυστύχημα ή να ζητήσει μια συγγνώμη.
«Ηταν στυγνή δολοφονία»
Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Δημήτρης Κυριακίδης, που έχασε το μοιραίο βράδυ τον πατέρα του, Γιώργο. Ηταν μάλιστα από αυτούς που ενάμιση χρόνο αργότερα βρήκε οστό που ανήκε στον πατέρα του στη θέση «Πηγάδια». Ο μάρτυρας περιέγραψε «το δυσαναπλήρωτο κενό» που άφησε στην οικογένειά του η απώλεια του πατέρα του ενώ, αναφερόμενος ειδικότερα στην εύρεση του οστού του πατέρα του, τόνισε: «Οταν ταυτοποιήθηκε ότι ανήκε στον πατέρα μου ήταν σαν να ζούσα σε επανάληψη την ημέρα που έμαθα ότι ήταν νεκρός». Υποστήριξε ακόμη πως κανένα μέτρο διασφάλισης του χώρου του δυστυχήματος δεν είχε ληφθεί και επέρριψε και αυτός ευθύνες στον εφέτη ανακριτή για τον τρόπο που αντιμετώπισε την αδελφή του όταν πήγε να παραλάβει το οστό του πατέρα τους. «Δεν βρήκε ούτε ένα λεπτό», ανέφερε χαρακτηριστικά, «να δει την αδελφή μου». Κατέληξε δε στην κατάθεσή του, αφού χαρακτήρισε «στυγνή δολοφονία και έγκλημα» τον θάνατο τόσων ανθρώπων, ζητώντας την τιμωρία όλων των υπευθύνων «για να μην επαναληφθεί στο μέλλον κάτι ανάλογο».
«Κάηκε ζωντανός»
Ακολούθως ο Fjorald Bozo, γιος του εργαζόμενου στο κυλικείο της επιβατικής αμαξοστοιχίας, Pavlini Bozo, ο οποίος ζει με την οικογένειά του στην Ελβετία, αναφέρθηκε στο πώς πληροφορήθηκε τη σύγκρουση των τρένων από τηλεοπτική εκπομπή ενώ ετοιμαζόταν να πάει στη δουλειά του και μίλησε για «τόπο πολέμου» όταν έφτασε, την 1η Μαρτίου, από την Ελβετία στον τόπο του δυστυχήματος, όπου ήδη αναζητούσε τον πατέρα τους ο αδελφός του.
«Ο πατέρας μου», συνέχισε, «κάηκε ζωντανός από την πυρόσφαιρα». Και αναρωτήθηκε, αμφισβητώντας ότι η πυρόσφαιρα προκλήθηκε από έλαια σιλικόνης: «Αν υποθέσουμε ότι αιτία είναι τα έλαια σιλικόνης, γιατί τα τρένα κυκλοφορούν ακόμη;». Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στην ταυτοποίηση της σορού του πατέρα του, στις 4/3, που «βρέθηκε ολόκληρος αλλά απανθρακωμένος», στην κήδευσή του που έγινε στην Αλβανία στις 7/3, αλλά και στο γεγονός της ταρίχευσής του, «κάτι για το οποίο ουδέποτε ζητήθηκε η γνώμη μας».
«Αν υποθέσουμε ότι αιτία είναι τα έλαια σιλικόνης, γιατί τα τρένα κυκλοφορούν ακόμη;», αναρωτήθηκε ο γιος του Pavlini Bozo που απανθρακώθηκε στο κυλικείο της επιβατικής αμαξοστοιχίας
Με φανερή αγανάκτηση μίλησε για «τα 12 λεπτά που τα δύο τρένα κινούνταν στην ίδια γραμμή χωρίς κανείς να πάρει χαμπάρι το παραμικρό» και ανέφερε: «Ο πατέρας μου έχασε τη ζωή του βίαια και άδικα». Οταν ρωτήθηκε από την πρόεδρο του δικαστηρίου αν ο πατέρας του είχε αναφέρει στην οικογένεια για προβλήματα στον σιδηρόδρομο, ο κ. Bozo απάντησε πως τους έλεγε μόνο για τις καθυστερήσεις στα δρομολόγια. «Αν γνώριζα ότι δούλευε σε κινητή βόμβα», κατέληξε, «θα τον έπαιρνα με τα χέρια μου από εκεί».
Δεν μπόρεσαν
Να σημειωθεί πως κατά τη διάρκεια της χθεσινής δικασίμου ο δικηγόρος της οικογένειας Μόλχο ενημέρωσε το δικαστήριο πως οι γονείς της αδικοχαμένης Εριέττας και μηδέποτε ευρεθείσης δεν ήρθαν επειδή «ψυχολογικώς δεν βρίσκονται σε θέση να καταθέσουν». Ο δικηγόρος τους ζήτησε συγγνώμη εκ μέρους τους και ανέφερε ότι ελπίζουν πως στο μέλλον θα καταφέρουν να καταθέσουν. Επίσης ενημέρωσε το δικαστήριο ότι συστήθηκε το κοινωφελές ίδρυμα «Εριέττα Μόλχο», το οποίο σε λίγο καιρό θα αρχίσει τη λειτουργία του, και ότι, σύμφωνα με όσα γνωστοποίησε ο πρύτανης του ΑΠΘ, εγκρίθηκε η ίδρυση έδρας τεχνητής νοημοσύνης στο όνομα της Εριέττας Μόλχο, ενώ προσκόμισε και αντίτυπα λευκώματος με έργα της αδικοχαμένης φοιτήτριας στην Αρχιτεκτονική για τα μέλη της έδρας του δικαστηρίου.
● Η δίκη συνεχίζεται σήμερα με νέες καταθέσεις συγγενών θυμάτων και επιζησάντων.
Για τις εκταφές
Προς το τέλος της χθεσινής δικασίμου η Ζωή Κωνσταντοπούλου έθεσε το ζήτημα των εκταφών που ακόμη δεν έχουν προχωρήσει, καταθέτοντας σειρά εγγράφων αλληλογραφίας του τελευταίου διμήνου μεταξύ της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Λάρισας και των πραγματογνωμόνων ιατροδικαστών που έχουν οριστεί αναφορικά με την επιλογή του εργαστηρίου όπου θα διενεργηθούν. Η κ. Κωνσταντοπούλου ζήτησε από το δικαστήριο όλες οι ανακριτικές πράξεις για τις εκταφές να διεξαχθούν «με διάταξη του δικαστηρίου» και τόνισε πως σε επόμενη συνεδρίαση θα αναπτύξει το αίτημα που υπέβαλε. Αξίζει να σημειωθεί πως την προηγούμενη εβδομάδα είχε αποσταλεί νέα εισαγγελική παραγγελία προς τους πραγματογνώμονες ιατροδικαστές προκειμένου να προχωρήσουν τη διαδικασία με το ολλανδικό εργαστήριο που επιλέχθηκε και να ξεκινήσουν άμεσα τη διαδικασία των εκταφών. Παρεμβαίνοντας ο Πάνος Ρούτσι, πατέρας του Ντένις, σχολίασε την αναφορά στην παραγγελία για τον προσδιορισμό του κόστους των εξετάσεων που ζήτησε η εισαγγελέας Πρωτοδικών Λάρισας και προκύπτει από την αλληλογραφία που κατατέθηκε στο δικαστήριο, δηλώνοντας: «Εμείς όταν ακούμε τέτοια πράγματα, να ζητάει η εισαγγελέας κοστολόγιο, όταν δώσανε τόσα εκατομμύρια για αυτή την αίθουσα, μας κάνει να αναρωτιόμαστε, εμείς σε τι φταίξαμε;».
Διαβάστε περισσότερα
