Το 22% του ποσού που λείπει από τις ηλεκτρονικές αποδείξεις θα κληθούν να πληρώσουν ως πρόσθετο φόρο οι φορολογούμενοι που δεν θα καλύψουν έως το τέλος του 2026 το απαιτούμενο όριο δαπανών, το οποίο αντιστοιχεί στο 30% του ετήσιου εισοδήματός τους.
Το μέτρο παρατείνεται και για το 2027, επηρεάζοντας περίπου 4,5 εκατομμύρια φορολογούμενους. Σύμφωνα με την ΕΡΤ, μισθωτοί, συνταξιούχοι, αγρότες, ελεύθεροι επαγγελματίες και όσοι αποκτούν εισοδήματα από ενοίκια θα πρέπει και την επόμενη χρονιά να πραγματοποιούν ηλεκτρονικές πληρωμές για αγορές αγαθών και παροχές υπηρεσιών που αντιστοιχούν τουλάχιστον στο 30% του πραγματικού εισοδήματός τους. Οι πληρωμές μπορούν να γίνονται με πιστωτικές, χρεωστικές ή προπληρωμένες κάρτες, καθώς και μέσω e-banking.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται από τους ελεύθερους επαγγελματίες, καθώς το ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα, μαζί με τις σχετικές προσαυξήσεις, μπορεί να αυξήσει σημαντικά το ύψος των ηλεκτρονικών δαπανών που πρέπει να συγκεντρώσουν. Έτσι, υπάρχει ο κίνδυνος να μην καλύψουν το απαιτούμενο όριο και να επιβαρυνθούν με επιπλέον φόρο.
Χιλιάδες φορολογούμενοι κάθε χρόνο δεν καταφέρνουν να συγκεντρώσουν το απαιτούμενο ποσό ηλεκτρονικών αποδείξεων, με αποτέλεσμα να λαμβάνουν χρεωστικά εκκαθαριστικά. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), το 2024 ο πρόσθετος φόρος για όσους εμφάνισαν έλλειμμα αποδείξεων έφτασε τα 87,21 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση σχεδόν 60% σε σχέση με το 2023, όταν το αντίστοιχο ποσό ανερχόταν σε 55,48 εκατ. ευρώ.
Με βάση το ισχύον καθεστώς, οι ηλεκτρονικές δαπάνες πρέπει να αντιστοιχούν στο 30% του ετήσιου εισοδήματος. Για να αναγνωριστούν, θα πρέπει να έχουν εξοφληθεί με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής και να συνοδεύονται από τις σχετικές αποδείξεις λιανικών συναλλαγών.
Τα ποσά των ηλεκτρονικών αγορών προσυμπληρώνονται από την ΑΑΔΕ, ενώ οι φορολογούμενοι μπορούν να προχωρήσουν σε διορθώσεις, εφόσον διαθέτουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Το ανώτατο όριο των δαπανών που απαιτείται να καλυφθούν με ηλεκτρονικές πληρωμές ανέρχεται σε 20.000 ευρώ.
Για παράδειγμα, φορολογούμενος με ετήσιο εισόδημα 20.000 ευρώ πρέπει να έχει πραγματοποιήσει ηλεκτρονικές δαπάνες ύψους 6.000 ευρώ. Εάν συγκεντρώσει αποδείξεις μόλις 5.000 ευρώ, ο πρόσθετος φόρος 22% θα υπολογιστεί στη διαφορά των 1.000 ευρώ και θα ανέλθει σε 220 ευρώ.
Ειδικές περιπτώσεις
Υπάρχουν, ωστόσο, περιπτώσεις στις οποίες το απαιτούμενο ποσοστό ηλεκτρονικών δαπανών μειώνεται. Συγκεκριμένα, για φορολογούμενους που έχουν καταβάλει μέσα στο έτος φόρο εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ, τοκοχρεολυτικές δόσεις δανείων και ενοίκια, εφόσον οι συγκεκριμένες πληρωμές υπερβαίνουν αθροιστικά το 60% του ετήσιου πραγματικού εισοδήματός τους, το όριο των ηλεκτρονικών δαπανών περιορίζεται στο 20% από 30%.
Για όσους έχουν κατασχεμένους τραπεζικούς λογαριασμούς, το απαιτούμενο όριο δαπανών περιορίζεται στα 5.000 ευρώ.
Οι ηλεκτρονικές δαπάνες δηλώνονται ατομικά από κάθε σύζυγο ή μέρος συμφώνου συμβίωσης. Ωστόσο, σε περίπτωση κοινής φορολογικής δήλωσης, εάν ο ένας από τους δύο καλύπτει το απαιτούμενο ποσό, το πλεονάζον ποσό μπορεί να μεταφερθεί στον άλλο, ώστε να καλυφθεί τυχόν έλλειμμα ηλεκτρονικών αποδείξεων.
Ποιες δαπάνες υπολογίζονται
Στις δαπάνες που προσμετρώνται για την κάλυψη του απαιτούμενου ορίου περιλαμβάνονται αγορές τροφίμων, ποτών, ρούχων, παπουτσιών, κλινοσκεπασμάτων, χαρτικών, τσιγάρων, ειδών υγιεινής και καθαριότητας.
Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται οι αγορές ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών, επίπλων και άλλων διαρκών αγαθών οικιακής χρήσης, καθώς και οι πληρωμές για υπηρεσίες επισκευών.
Επιπλέον, υπολογίζονται οι λογαριασμοί κοινής ωφέλειας, τα κοινόχρηστα, τα δίδακτρα, οι ιατρικές επισκέψεις και εξετάσεις, τα νοσήλια και τα ασφάλιστρα.
Ποιες δαπάνες εξαιρούνται
Από τον υπολογισμό εξαιρούνται οι πληρωμές για ενοίκια, δάνεια, φόρους και τέλη υπέρ του Δημοσίου. Δεν προσμετρώνται επίσης οι αγορές ακινήτων, οχημάτων, σκαφών και αεροσκαφών, καθώς και οι δαπάνες για αποταμιευτικά και επενδυτικά προϊόντα.
Απαλλαγή από την υποχρέωση συγκέντρωσης ηλεκτρονικών αποδείξεων έχουν οι φορολογούμενοι ηλικίας 70 ετών και άνω, όσοι κατοικούν μόνιμα σε χωριά έως 500 κατοίκους ή σε νησιά έως 3.100 κατοίκους που δεν αποτελούν τουριστικούς προορισμούς, καθώς και όσοι εκτελούν τη στρατιωτική τους θητεία.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
