Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να βρίσκεται στην πρώτη θέση της δημοσκόπησης της GPO για λογαριασμό του iefimerida.gr, όμως πίσω από την αριθμητική πρωτιά διαμορφώνεται μια εικόνα που κάθε άλλο παρά δικαιολογεί πανηγυρισμούς στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Με την ακρίβεια να γονατίζει τα νοικοκυριά, την οικονομική ανασφάλεια να εξαπλώνεται και την κοινωνική δυσαρέσκεια να παραμένει έντονη, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη διατηρεί το προβάδισμα, αλλά δυσκολεύεται να πείσει ότι μπορεί να δώσει ουσιαστικές λύσεις στα προβλήματα που η ίδια καλείται να διαχειριστεί.
Στην εκτίμηση ψήφου, η ΝΔ συγκεντρώνει 29,4%, με την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛΑΣ) του Αλέξη Τσίπρα να ακολουθεί στο 15,7% και το ΠΑΣΟΚ να ανεβαίνει στο 13,1%. Η πρωτιά της κυβερνητικής παράταξης είναι δεδομένη, αλλά άλλο η πρώτη θέση στις δημοσκοπήσεις και άλλο η κοινωνική αποδοχή. Όταν σχεδόν επτά στους δέκα πολίτες δηλώνουν ότι επιθυμούν αλλαγή κατεύθυνσης, η εκλογική υπεροχή της ΝΔ μοιάζει περισσότερο με προβάδισμα μέσα σε ένα κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό παρά με λευκή επιταγή για συνέχιση της ίδιας πολιτικής.
Η ακρίβεια παραμένει ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος για την ελληνική κοινωνία, με το 64% να την αναδεικνύει ως το σημαντικότερο πρόβλημα. Πρόκειται για ένα ηχηρό μήνυμα προς την κυβέρνηση, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με την καθημερινή πραγματικότητα των πολιτών, πολύ μακριά από τις επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις περί οικονομικής προόδου. Γιατί οι αριθμοί της ανάπτυξης έχουν περιορισμένη αξία όταν το εισόδημα εξανεμίζεται πριν τελειώσει ο μήνας και όταν η επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ μετατρέπεται σε άσκηση οικονομικής επιβίωσης.
Μόλις το 5,9% δηλώνει ότι ζει άνετα και μπορεί να αποταμιεύει, ενώ το 26,7% τα καταφέρνει χωρίς να περισσεύουν χρήματα για την άκρη. Στον αντίποδα, το 41,5% καλύπτει τις ανάγκες του με δυσκολία, το 18,6% δυσκολεύεται πολύ και το 5,9% αδυνατεί να καλύψει ακόμη και τις βασικές του ανάγκες. Τα στοιχεία αυτά συνθέτουν μια σκληρή κοινωνική πραγματικότητα, την οποία καμία κυβερνητική αφήγηση περί επιτυχιών δεν μπορεί να εξαφανίσει. Για ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας, η καθημερινότητα δεν αφορά πλέον τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, αλλά την προσπάθεια να βγει ο μήνας χωρίς νέες οικονομικές εκκρεμότητες.
Στα τρόφιμα και στις αγορές του σούπερ μάρκετ, το 53,2% δηλώνει ότι δυσκολεύεται αρκετά ή πολύ. Στους λογαριασμούς ενέργειας, το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 55,8%, ενώ για καύσιμα και πετρέλαιο θέρμανσης η οικονομική πίεση αγγίζει ακόμη υψηλότερα επίπεδα, με το 66,1% να δηλώνει ότι δυσκολεύεται να ανταποκριθεί. Όταν η πλειονότητα των πολιτών πιέζεται για να εξασφαλίσει τρόφιμα, ρεύμα και θέρμανση, η συζήτηση περί οικονομικής ευημερίας ακούγεται για πολλούς σαν κακόγουστο αστείο. Η πραγματικότητα δεν μετριέται με κυβερνητικά συνθήματα, αλλά με το αν μπορεί μια οικογένεια να καλύψει τις ανάγκες της χωρίς να θυσιάζει κάτι άλλο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κατανομή των ευθυνών για την ακρίβεια. Το 45,2% θεωρεί ότι οφείλεται εξίσου στις διεθνείς συνθήκες και στην κυβερνητική πολιτική, ενώ το 34,2% αποδίδει το πρόβλημα κυρίως στους κυβερνητικούς χειρισμούς. Μόλις το 20% το συνδέει πρωτίστως με τις διεθνείς εξελίξεις. Με άλλα λόγια, η επίκληση των εξωτερικών πιέσεων δεν αρκεί για να απαλλάξει την κυβέρνηση από τις ευθύνες της. Οι πολίτες μπορεί να αναγνωρίζουν ότι η ακρίβεια έχει διεθνείς αιτίες, δεν φαίνεται όμως να δίνουν στην κυβέρνηση το δικαίωμα να αντιμετωπίζει το πρόβλημα ως κάτι για το οποίο δεν μπορεί να κάνει σχεδόν τίποτα.
Και εδώ αρχίζει το πολιτικό αδιέξοδο. Παρά τη φθορά της κυβερνητικής παράταξης, η αντιπολίτευση δεν έχει καταφέρει να πείσει ότι διαθέτει ένα ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό σχέδιο για την οικονομία. Στις οικονομικές θεματικές της έρευνας, η συχνότερη απάντηση ήταν ότι κανένα από τα κόμματα που εξετάστηκαν —ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ— δεν διαθέτει πειστική πρόταση. Η κυβέρνηση, επομένως, βρίσκεται αντιμέτωπη με τη δυσαρέσκεια για τις επιδόσεις της, ενώ οι αντίπαλοί της εξακολουθούν να αναζητούν τον τρόπο με τον οποίο θα μετατρέψουν αυτή τη δυσαρέσκεια σε πολιτική εμπιστοσύνη. Αυτό, ωστόσο, δεν αποτελεί συγχωροχάρτι για την κυβερνητική πολιτική. Αντίθετα, αναδεικνύει το κενό ανάμεσα στα προβλήματα που βιώνουν οι πολίτες και στις λύσεις που προσφέρει το πολιτικό σύστημα.
Η δυσαρέσκεια αποτυπώνεται καθαρά και στις απαντήσεις για την επόμενη ημέρα των εκλογών. Μόλις το 27,8% επιθυμεί να παραμείνει η ΝΔ στην κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ενώ το 68,5% τάσσεται υπέρ μιας διαφορετικής κατεύθυνσης. Το εύρημα αυτό εκθέτει την απόσταση ανάμεσα στην πρωτιά της ΝΔ και στην επιθυμία της κοινωνίας για πολιτική αλλαγή. Η κυβέρνηση μπορεί να προηγείται των αντιπάλων της, αλλά δεν φαίνεται να έχει εξασφαλίσει την αντίστοιχη αποδοχή για τη συνέχιση της διακυβέρνησής της.
Το εκλογικό σώμα εμφανίζεται, παράλληλα, διχασμένο ως προς το μοντέλο διακυβέρνησης. Το 42,8% προτιμά κυβέρνηση συνεργασίας, ενώ το 52,7% τάσσεται υπέρ μιας αυτοδύναμης κυβέρνησης, ακόμη κι αν χρειαστούν επαναλαμβανόμενες εκλογές. Η εικόνα δείχνει ότι η επιθυμία για αλλαγή δεν συνοδεύεται από μια κοινά αποδεκτή εναλλακτική λύση. Την ίδια στιγμή, η ΝΔ δεν μπορεί να παρουσιάζει την εκλογική της πρωτιά ως απόδειξη ότι η κοινωνία εγκρίνει συνολικά τις επιλογές της.
Στον δείκτη καταλληλότητας για την πρωθυπουργία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προηγείται με 28,5%, έναντι 14,8% του Αλέξη Τσίπρα και 9,4% του Νίκου Ανδρουλάκη. Η πρωτιά του πρωθυπουργού είναι σαφής, αλλά το ποσοστό του απέχει πολύ από το να συνιστά καθολική αποδοχή. Σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια εξαντλεί τα νοικοκυριά και η πλειονότητα επιθυμεί αλλαγή πορείας, η πολιτική υπεροχή του δεν αρκεί για να κρύψει το μέγεθος της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Την ίδια ώρα, η πιθανότητα εμφάνισης νέου κόμματος υπό τον Αντώνη Σαμαρά καταγράφει 3,2% ως ισχυρό ενδεχόμενο ψήφου, με τη δυνητική εκλογική δεξαμενή να φτάνει το 10,5%. Τα στοιχεία αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων ανακατατάξεων στον χώρο της δεξιάς, χωρίς να προεξοφλούν ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα αποκτήσει μαζική δυναμική. Για τη ΝΔ, πάντως, η προοπτική εμφάνισης νέων ανταγωνιστών στον ίδιο πολιτικό χώρο προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας.
Στην πρόθεση ψήφου, η ΝΔ υποχωρεί στο 25,2% από 25,8% τον Σεπτέμβριο. Η ΕΛΑΣ καταγράφεται στο 13,5% και το ΠΑΣΟΚ στο 11,2%, με το ΚΚΕ να ακολουθεί στο 8,1% και την Ελληνική Λύση στο 7,3%. Η Πλεύση Ελευθερίας συγκεντρώνει 4%, ενώ η Φωνή Λογικής καταγράφεται στο 3,3%. Η Ελπίδα για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού βρίσκεται στο 2,2% και η Συμμαχία Ελλήνων στο 2,4%.
Στην εκτίμηση ψήφου, η ΝΔ φτάνει στο 29,4%, η ΕΛΑΣ στο 15,7% και το ΠΑΣΟΚ στο 13,1%. Το ΚΚΕ συγκεντρώνει 9,4%, η Ελληνική Λύση 8,5%, η Πλεύση Ελευθερίας 4,7% και η Φωνή Λογικής 3,8%. Η Ελπίδα για τη Δημοκρατία περιορίζεται στο 2,6%, κάτω από το όριο του 3% για την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, ενώ η Συμμαχία Ελλήνων καταγράφεται στο 2,8%.
Αξιοσημείωτη είναι η μεταβολή στη μάχη για τη δεύτερη θέση. Τον Ιούλιο, η διαφορά ανάμεσα στην ΕΛΑΣ και το ΠΑΣΟΚ έφτανε τις 5,8 ποσοστιαίες μονάδες, με τα δύο κόμματα στο 16,6% και 10,8% αντίστοιχα. Τώρα, η απόσταση έχει περιοριστεί στις 2,6 μονάδες. Η ΕΛΑΣ υποχωρεί κατά 0,9 μονάδες, ενώ το ΠΑΣΟΚ ενισχύεται κατά 2,3 μονάδες, δείχνοντας ότι η μάχη για τον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης παραμένει ανοιχτή.
Στον αντίποδα, η Ελπίδα για τη Δημοκρατία καταγράφει σημαντική πτώση, από 7% τον Ιούλιο σε 2,6% στην εκτίμηση ψήφου τον Οκτώβριο. Η εξέλιξη αυτή υπογραμμίζει πόσο γρήγορα μπορεί να εξασθενήσει η δυναμική ενός νέου πολιτικού εγχειρήματος, όταν η αρχική απήχηση δεν μετατρέπεται σε σταθερή εκλογική βάση.
Η δημοσκόπηση σκιαγραφεί, τελικά, μια κυβέρνηση που εξακολουθεί να προηγείται, αλλά δεν καταφέρνει να μετατρέψει την πρωτιά της σε ευρεία κοινωνική αποδοχή. Η ΝΔ παραμένει ο ισχυρότερος εκλογικός πόλος, όμως η ακρίβεια, η οικονομική ανασφάλεια και η επιθυμία για αλλαγή συνθέτουν ένα σαφές προειδοποιητικό μήνυμα. Οι πολίτες δεν αξιολογούν την κυβέρνηση με βάση τις επικοινωνιακές της επιτυχίες, αλλά με βάση το κόστος της καθημερινότητας και το διαθέσιμο εισόδημά τους.
Το πραγματικό πρόβλημα για το κυβερνητικό στρατόπεδο είναι ότι η πολιτική φθορά δεν αποτυπώνεται μόνο στα ποσοστά των κομμάτων, αλλά και στην αίσθηση ότι η καθημερινότητα γίνεται δυσκολότερη χωρίς να διαφαίνεται μια πειστική διέξοδος. Η κυβέρνηση εξακολουθεί να προηγείται, αλλά η κοινωνική δυσαρέσκεια επιμένει. Και όσο οι πολίτες μετρούν ευρώ στο σούπερ μάρκετ, αγωνιούν για τους λογαριασμούς και δυσκολεύονται να ζεστάνουν τα σπίτια τους, η δημοσκοπική πρωτιά δύσκολα μπορεί να παρουσιαστεί ως πολιτική δικαίωση. Γιατί άλλο να είσαι πρώτος στην κάλπη και άλλο να πείθεις την κοινωνία ότι κυβερνάς προς όφελός της.
