Στο βιβλίο «Πολιτισμός, πηγή δυστυχίας», ο Φρόιντ συγκρίνει την ψυχή και την πόλη με μέτρο τη διατήρηση της μνήμης. Στην ψυχή τα πρωτόγονα και τα μεταλλαγμένα μνημονικά ίχνη μπορούν δυνάμει να ανακληθούν στον βαθμό που τα αντίστοιχα όργανα δεν έχουν υποστεί φλεγμονές. Στην πόλη τα ίχνη αυτά αποκαλύπτονται με τα διαδοχικά στρώματα των ανασκαφών στον βαθμό που δεν έχουν γίνει ριζικές καταστροφές. Ομως αν και η ψυχή διατηρεί πιο πολύ και από την πόλη τη δύναμη ανάκλησης των μνημονικών ιχνών, αυτή η ανάκληση δεν είναι δεδομένη. Κάτι που μπορεί να οδηγήσει στην αποξένωση του ανθρώπου από την ψυχή του και από την πόλη.
Η «τελική λύση» που αποφασίστηκε για το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και την ανέλαβε το γραφείο Τσίπερφιλντ/Τομπάζη, με αρχική δωρεά από τον κ. Λάτση του The Ellinikon, νομίζω ότι θέτει πολλαπλά το ζήτημα της αποξένωσης στο όνομα εδώ της «ανάγκης».
Διαβάζοντας τις σκέψεις του κ. Τσίπερφιλντ για την Αθήνα και βλέποντας τα φωτορεαλιστικά σχέδιά του για την επέκταση του μουσείου παρατηρώ μια ανακολουθία. Ενώ θεωρεί την Αθήνα «πραγματική πόλη» που τη ζουν οι κάτοικοί της και ανησυχεί για το πόσο θα παραμείνει έτσι με τον τουρισμό να ανεβάζει την αξία γης και να διεκδικεί το μεγαλύτερο μέρος της, προτείνει μια τουριστική λύση τύπου «πεντάστερο», έναν έκκεντρο εγκιβωτισμό/εγκλεισμό του κτιρίου, έναν ακόμα φράχτη στο κέντρο της πόλης, αφαιρώντας την πρόσβαση των κατοίκων στον κήπο, παρεμβάλλοντας το ανοίκειο περιτύλιγμα της «ανάγκης» στην οικεία του πρόσοψη, σημείο οικειότητας και αναγνώρισης. (Μήπως μια τέτοια ανάγκη εξυπηρετεί μελλοντικά σχέδια που έχουν διατυπωθεί περί ενιαίας «ανάπλασης» που θα συμπεριλάβει και τη «μουσειοποίηση» του Πολυτεχνείου;)
Πώς δεν σκέφτηκαν οι διαχειριστές της μνήμης μας το Μουσείο Μπενάκη στην οδό Πειραιώς; Ενα υπόδειγμα επέκτασης χωρίς την ασφυξία του επιτόπου αλλά με άνοιγμα στον χώρο της πόλης; Ο Αγγελος Δεληβορριάς ενίσχυσε έτσι στην Πειραιώς την προοπτική που άνοιξε ο Νίκος Κεσσανλής με τη Σχολή Καλών Τεχνών να (ξανα)γίνει ένας δρόμος των μουσείων και των τεχνών, στα ίχνη του Σωκράτη και των μαθητών του που τον περπατούσαν συζητώντας.
Ας επιμείνουμε σε μια αρχαιολογία της μνήμης: Ο πυρήνας του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου στεγάστηκε στο Ορφανοτροφείο που ίδρυσε ο Ιωάννης Καποδίστριας στο πρώτο οίκημα που χτίστηκε τότε στην Αίγινα και που φιλοξένησε περίπου 600 ορφανά παιδιά της Επανάστασης μαζί με σχολεία αλληλοδιδακτικής για να μάθουν γράμματα και μια τέχνη για να ζήσουν. Τραυματισμένα παιδιά και τραυματισμένα γλυπτά απ’ όλη την ελεύθερη χώρα συνιστούν ένα ισχυρό μνημονικό ίχνος που ακολουθεί την πρωταρχική εκείνη συλλογή στο Ορφανοτροφείο.
Η συλλογή πολλαπλασιάστηκε και περιπλανήθηκε σε κτίρια αρχαίας και νεότερης μνήμης για να εγκατασταθεί το 1889 στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, διατηρώντας, θα έλεγε κανείς, αυτή την παλιά συνθήκη καταγωγής. Ετσι με την εισβολή των ναζί στην Αθήνα οι άνθρωποι του μουσείου έκρυψαν τα έργα για να τα σώσουν. Μια πράξη αντίστασης δίπλα στις άλλες που έκαναν οι πολλοί που αντιστάθηκαν προστατεύοντας σώματα και αγάλματα από τους ναζί και τους συνεργάτες/δωσιλόγους.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
