Τελευταία νέα
Κάλυμνος: Ανώμαλη προσγείωση στρατιωτικού ελικοπτέρου – Σώοι οι χειριστές Γεωργιάδης για ιατρείο Καρυστιανού: «Όλα τα μηχανήματα του βιοσυντονισμού δεν έχουν διαπιστωμένη θεραπευτική δράση» Τροπολογία ΠΑΣΟΚ για την πρόσβαση των παιδιών στα social media – Τι προτείνει Politico: Αθόρυβες διαπραγματεύσεις Κομισιόν για τον προϋπολογισμό – «Αγκάθι» τα κονδύλια σε αγρότες και περιφέρειες Χρυσοχοϊδης για Κολωνό: Δεν είναι τρομοκρατία ΕΛΑΣ: Το στοίχημα του Τσίπρα για 20% και η συγκατοίκηση νέων και παλαιών συντρόφων Άδωνις για ιατρείο Καρυστιανού: ΚΕΣΥ δηλώνει ότι τα μηχανήματα βιοσυντονισμού παραβιάζουν τον κώδικα δεοντολογίας Γαλλία: Από τις λεηλασίες στις online αγγελίες – Οταν το ίντερνετ γέμισε… κλεμμένες τσάντες και καλλυντικά «Καρφί» Διαμαντοπούλου: Μη μου τρώτε το χρόνο με δημοσκοπήσεις ΠΑΣΟΚ: Επανεκλογή Μανιάτη στην Αντιπροεδρία των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών Μονή Σινά: Αντίστροφη μέτρηση και αγώνας δρόμου για συμφωνία–Τα τρία σενάρια και η παρέμβαση Ιερώνυμου Θεσσαλονίκη: Επιτέθηκε με λοστό σε ποδηλάτη στη μέση του δρόμου, γλίστρησε και χτύπησε ο ίδιος
Efsyn.gr

Οι ταινίες της εβδομάδας: «Ζουμ» σε αθέατους ήρωες

Στις ταινίες της εβδομάδας, η συναισθηματικά αποστασιοποιημένη από το παρ’ όλα αυτά συγκλονιστικό θέμα της νέα δημιουργία του Αλέξανδρου Αβρανά «Quiet Life», για το Σύνδρομο Παραίτησης, που παρατηρείται σε παιδιά οικογενειών μεταναστών, και το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ «Αλλού ο δρόμος» της Ειρήνης Βουρλούμη, που ακολουθεί τρεις οδηγούς ταξί στη νυχτερινή Αθήνα
QuietLife ★★☆☆☆
(Γαλλία, Γερμανία, Σουηδία, Ελλάδα, Εσθονία, Φινλανδία, 2024, 99’)
• Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Αβρανάς
• Ηθοποιοί: Τσουλπάν Χαμάτοβα, Γκριγκόρι Ντομπρίγκιν, Ναόμι Λαμπ
Ο Αλέξανδρος Αβρανάς, βραβευμένος με τον Αργυρό Λέοντα στη Βενετία για το «MissViolence» (2013), επιστρέφει με μια ταινία που καταπιάνεται με το Σύνδρομο Παραίτησης των Παιδιών, μια πάθηση που επηρεάζει κυρίως παιδιά και εφήβους που έχουν υποστεί ψυχολογικό τραύμα και βρίσκονται εν μέσω μιας επίπονης και μακρόχρονης διαδικασίας μετανάστευσης. Ο Σεργκέι και η Νατάλια εγκαταλείπουν τη χώρα τους μετά από μια επίθεση και ζητούν άσυλο στη Σουηδία μαζί με τις δύο κόρες τους. Όταν η αίτησή τους απορρίπτεται, η μικρότερη κόρη τους, η Κάτια, πέφτει σε ανεξήγητο κώμα, αναγκάζοντας την οικογένεια να αντιμετωπίσει μια νέα δοκιμασία.
Μακριά από την προκλητικότητα που αναζητούσε διακαώς στο «MissViolence», στη νέα του ταινία ο Αβρανάς προσεγγίζει το θέμα του με μινιμαλισμό, ψυχρότητα και άψογα καδραρισμένα πλάνα. «Ντύνοντας» τα πάντα με μια μουντή χρωματική παλέτα, ανάμεσα στους γκρι και μπλε τόνους, απογυμνώνει τους ηθοποιούς του από κάθε συναίσθημα και κριτικάρει το κράτος και τους θεσμούς, που αδιαφορούν για την κατάσταση της οικογένειας και λειτουργούν με βάση τη γραφειοκρατική λογική, χωρίς συναίσθημα.
Την ίδια στάση με τους κρατικούς λειτουργούς όμως υιοθετεί και ο Αβρανάς για τους χαρακτήρες του. Η αποστασιοποιημένη, στα όρια της παρατήρησης, σκηνοθεσία και ο αργός ρυθμός που διατηρείται σε όλη τη διάρκεια, δεν βοηθούν στην ουσιαστική εξερεύνηση του θέματος. Οι χαρακτήρες δεν αποκτούν πραγματική υπόσταση. Η ταινία μοιάζει προσκολλημένη στο κινηματογραφικό ύφος τουGreekWeirdWaveκαι παρά το ενδιαφέρον της θέμα, αδυνατεί να δημιουργήσει την αναγκαία συναισθηματική σύνδεση με τον θεατή, αφήνοντας τελικά την κινηματογραφική φόρμα να υπερισχύσει έναντι της ανθρώπινης ιστορίας, υποβαθμίζοντας έτσι το σοβαρό θέμα με το οποίο καταπιάνεται.

Clayface ★1/2☆☆☆
(ΗΠΑ, 2026, 108’)
• Σκηνοθεσία: Τζέιμς Γουότκινς
• Ηθοποιοί: Τομ Ρις Χάρις, Ναόμι Ακι, Έντι Μάρσαν
Μετά από μια επίθεση που τον αφήνει φρικτά παραμορφωμένο, ο ηθοποιός Ματ Χάγκεν υποβάλλεται σε μια πειραματική θεραπεία που μετατρέπει το σώμα του σε εύπλαστη μάζα, χαρίζοντάς του την ικανότητα να παίρνει την μορφή όποιου ανθρώπου θέλει. Καθώς χάνει την ανθρώπινη υπόστασή του, ξεκινά έναν αιματηρό αγώνα εκδίκησης εναντίον εκείνων που κατέστρεψαν τη ζωή του.
Μεταφορά στη μεγάλη οθόνη της ιστορίας ενός από τους πρώτους και εμβληματικούς εχθρούς του Σκοτεινού Ιππότη. Ο Γουότκινς («Κραυγή σιωπής», 2024) προσπαθεί μάταια να δώσει ρυθμό σε ένα απλοϊκό και κλισέ σενάριο (Μάικ Φλάναγκαν&ΧοσείνΑμινί), που δεν εκμεταλλεύεται ποτέ την ικανότητα του χαρακτήρα να αλλάζει μορφές με ενδιαφέροντα και έξυπνο τρόπο. Αδυνατώντας να συνδυάσει το bodyhorror με τη δράση, αναλώνεται σε ανούσιες μελοδραματικές σκηνές, χάνοντας την ευκαιρία να παίξει με τις πολλαπλές μορφές, την έννοια της ταυτότητας και την ματαιοδοξία του πρωταγωνιστή. Σε ορισμένες σκηνές, φαίνεται ότι η δημιουργική ομάδα δεν είχε τον χρόνο ή τα λεφτά να δημιουργήσει πολύπλοκα specialeffects όταν ο Clayface αλλάζει πρόσωπα, χρησιμοποιώντας τελικά ξεπερασμένες τεχνικές ή μέτρια cgi. Κρατάμε τελικά μόνο τον έξυπνο φόρο τιμής στην ταινία «Η Απειλή» (The Thing, 1982) του Τζον Κάρπεντερ, σε μια σκηνή μέσα στο κλαμπ.

Βασίλισσα στη Θάλασσα ★★☆☆☆
(Queen at Sea, ΗΠΑ, Μ. Βρετανία, 2026, 141’)
• Σκηνοθεσία: Λανς Χάμερ
• Ηθοποιοί: Ζιλιέτ Μπινός, Τομ Κόρτνεϊ, Αννα Κάλντερ-Μάρσαλ
Η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Λανς Χάμερ («Το έρμα», 2008), είναι ένα ήσυχο, λιτό δράμα που επιχειρεί να εξερευνήσει τα όρια της αγάπης και την συμφιλίωση του ανθρώπου με τα γηρατειά και τον θάνατο.
Με τρεις εξαιρετικές ερμηνείες από τον Τομ Κόρτενεϊ, τη ΖιλιέτΜπινός και την Άννα Κάλντερ-Μάρσαλ, με την οποία ο Κόρτενεϊ μοιράστηκε το Βραβείο Ερμηνείας Β΄ Ρόλου στο Φεστιβάλ Βερολίνου 2026, ο Χάμερ αφηγείται την ιστορία της Αμάντα, η οποία ανησυχεί για την προχωρημένη άνοια της μητέρας της και τον τρόπο με τον οποίο ο πατριός της εξακολουθεί να τη φροντίζει. Όταν τους βλέπει να έχουν σεξουαλική επαφή, καλεί την αστυνομία, θεωρώντας ότι η μητέρα της δεν είναι πλέον σε θέση να συναινέσει, πυροδοτώντας μια αλυσιδωτή αντίδραση που εμπλέκει όλη την οικογένεια.
Ο Χάμερ υπογράφει ένα σενάριο που προσπαθεί να ανοίξει πολλαπλά ζητήματα και να συνδέσει την άνοια, τον φόβο του θανάτου και της μοναξιάς με το ζήτημα της συναίνεσης. Λόγω αυτής της σύνδεσης ουσιαστικά χάνει το παιχνίδι καθώς θέτει ένα ηθικό δίλλημα, που δεν υφίσταται. Η ταινία αρχικά «πατάει» πάνω σε αυτή τη δήθεν γκρίζα ζώνη, πυροδοτώντας μια αχρείαστη συζήτηση. Στη συνέχεια, καθώς η αφήγηση εξελίσσεται, ο Χάμερ ανοίγει διαρκώς νέα ζητήματα για να παρατείνει τη διάρκειά της, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι το αρχικό σεναριακό τέχνασμα, που έχει σχεδιαστεί για να προκαλέσει το ενδιαφέρον του θεατή, δεν μπορεί να υποστηρίξει μια ταινία μεγάλου μήκους. Στοιβάζει συνεχώς θέματα καταλήγοντας να μην εξερευνά κανένα.
Ακόμη, υπάρχει μια υποπλοκή που ακολουθεί την έφηβη κόρη της Αμάντα και τη σχέση της με ένα αγόρι, υπογραμμίζοντας την αντίθεση ανάμεσα στη νεότητα και τα γηρατειά. Αυτή η παράλληλη ιστορία αποτυπώνεται άνευρα και παραμένει αποκομμένη από την κεντρική αφήγηση, δίνοντας συχνά την εντύπωση ότι ανήκει σε άλλη ταινία. Ο Χάμερ κλείνει την ταινία του με ένα παράλληλο μοντάζ που προσπαθεί ανεπιτυχώς να προσδώσει μια συμβολική διάσταση σε όσα βλέπουμε. Τελικά καθώς κυλούν οι τίτλοι τέλους μένεις στη θέση σου αποσβολωμένος όχι γιατί παρακολούθησες κάτι καλό αλλά γιατί αναρωτιέσαι με πόσο λάθος τρόπο μπορεί να ασχοληθεί μια ταινία με το ζήτημα της άνοιας, των γηρατειών και της συναίνεσης.

Ντε Γκωλ: Προς την Ελευθερία ★★☆☆☆
(De Gaulle: Liberté, Γαλλία, 2026, 157’)
• Σκηνοθεσία: Αντονέν Μποντρί
• Ηθοποιοί: Σιμόν Αμπκαριάν, Νιλς Σνάιντερ, Τιερί Λερμίτ
Το δεύτερο μέρος της φιλόδοξης υπερπαραγωγής του στούντιο Pathé, που σημείωσε τεράστια εισπρακτική επιτυχία στη Γαλλία, συνεχίζει την αφήγηση από το πρώτο, ακολουθώντας τον στρατηγό Ντε Γκωλ από το 1943 έως την απελευθέρωση της Γαλλίας από τους Γερμανούς. Στη Διάσκεψη της Καζαμπλάνκας, ο Ντε Γκωλ καλείται να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της χώρας απέναντι στα μεταπολεμικά σχέδια των Συμμάχων, αντιμετωπίζοντας την καχυποψία του Ρούσβελτ και τον ανταγωνισμό του στρατηγού Ανρί Ζιρό.
Εντυπωσιακή και προσεγμένη παραγωγή, με τον ΑντονένΜποντρί να σκηνοθετεί με ακαδημαϊκό τρόπο ένα ιστορικό δράμα, που πετυχαίνει τους βασικούς στόχους του: τη συγκίνηση, την ανάδειξη του ηρωισμού και την καλογυρισμένη δράση αλλά στερείται ουσιαστικού βάθους και χαρακτήρων. Η αφήγηση θυμίζει συρραφή επεισοδίων μίνι σειράς και η σκιαγράφηση του Ντε Γκωλ αγγίζει μερικές φορές την αγιογραφία. Δεν λείπουν οι πατριωτικές κορώνες, η μεροληπτική ανάγνωση της ιστορίας και ο αντιαμερικανισμός, ο οποίος αν και έχει ιστορικές βάσεις, αγγίζει την υπερβολή και μετατρέπει ιστορικά πρόσωπα σε καρικατούρες.

Ένα Φως που Δεν Σβήνει Ποτέ ★★1/2☆☆
(A Light That Never Goes Out, Φινλανδία, 2025, 111’)
• Σκηνοθεσία: Λάουρι-Μάτι Παρπέι
• Ηθοποιοί: Σάμουελ Κουγιάλα, Αννα Ροσαλίνα Κάουνο, Καμίλ Αουερ
Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Φινλανδού μουσικού και σεναριογράφου Λάουρι-Μάτι Παρπέι είναι ένα ήσυχο δράμα χαρακτήρων που με χιούμορ εξερευνά τη σχέση ανάμεσα στον Πάουλι, έναν επιτυχημένο κλασικό φλαουτίστα που επιστρέφει στο πατρικό του μετά από μια προσωπική κρίση, και την Ίρις, μια παλιά συμμαθήτριά του που ασχολείται με την πειραματική μουσική. Η πρόσκλησή της να δημιουργήσουν μαζί τον φέρνει σε επαφή με έναν κόσμο αυτοσχεδιασμού, μακριά από τους κανόνες και τις απαιτήσεις που μέχρι τότε καθόριζαν τη ζωή του.
Με τη μουσική να έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, το λιτό δράμα του Παρπέι σκιαγραφεί δύο ανθρώπους που αναζητούν τη δική τους θέση στον κόσμο αλλά και στην τέχνη. Ισορροπώντας ανάμεσα στη μελαγχολία και το υποδόριο χιούμορ, ο Παρπέι χρησιμοποιεί τη μουσική, με τις σκηνές προβών και ζωντανών εμφανίσεων που βλέπουμε στην ταινία να έχουν ηχογραφηθεί επί τόπου, ως συνδετικό κρίκο και πηγή ενέργειας που ωθεί τους χαρακτήρες να επικοινωνήσουν μεταξύ τους τα καταπιεσμένα συναισθήματά τους.
Όμως, παρόλο που ο μουσικός πειραματισμός αποτελεί κεντρικό στοιχείο της αφήγησης, ο Παρπέι επιλέγει μια συμβατική αφήγηση και αποφεύγει τους κινηματογραφικούς πειραματισμούς. Η ιστορία είναι προβλέψιμη, με αρκετά κλισέ που συναντάμε σε ταινίες οι οποίες ακροβατούν ανάμεσα στη ρομαντική κωμωδία και το υπαρξιακό δράμα. Το αποτέλεσμα είναι κάπως άνευρο, χωρίς ρυθμό, με μια αχρείαστη συναισθηματική αποστασιοποίηση. Ίσως οι θεατές που είναι εξοικειωμένοι με την κλασική ή την πειραματική μουσική να συνδεθούν πιο εύκολα με τους χαρακτήρες και τη θεματική της ταινίας.

Αλλού ο Δρόμος ★★★1/2☆
(The Way Elsewhere, Ελλάδα, 2026, 82’)
• Σκηνοθεσία: Ειρήνη Βουρλούμη
Ακολουθώντας τρεις οδηγούς ταξί, η Βουρλούμη σκιαγραφεί τις προσωπικότητές τους, αλλά και τη νυχτερινή Αθήνα. Ο Κωνσταντίνος, γνωστός στους δρόμους ως «το πούμα», πλησιάζει στη συνταξιοδότηση, έπειτα από μισό αιώνα πίσω από το τιμόνι. Κάθε πρωί, πριν ξυπνήσει η πόλη, ξεκινά τη βάρδιά του με ένα προσωπικό τελετουργικό κάτω από την Ακρόπολη, παρέα με μια κουκουβάγια. Ο Σάνι, Νιγηριανός-Έλληνας ηθοποιός και οικογενειάρχης, κινείται ανάμεσα στην πίστη, την κόπωση και την επιθυμία να επιστρέψει στην καλλιτεχνική έκφραση. Ο Γιώργος, γεννημένος περφόρμερ, οδηγεί την ημέρα και τραγουδά ερωτικά λαϊκά τραγούδια σε μικρά κλαμπ τη νύχτα.
Ευαίσθητο και τρυφερό, το ντοκιμαντέρ της Βουρλούμη σκιαγραφεί υπέροχα τους τρεις πρωταγωνιστές και ξεδιπλώνει με ιδιαίτερο τρόπο τις ιστορίες τους. Η νυχτερινή Αθήνα, εντυπωσιακά κινηματογραφημένη από τον Μιχάλη Γκατζόγια, προσδίδει έναν ποιητικό ρεαλισμό στην ταινία και γίνεται τόπος συνάντησης ανθρώπων που αναζητούν διέξοδο ή διασχίζουν το αστικό τοπίο, ξεδιπλώνοντας τις σκέψεις, τα όνειρα και την πολυτάραχη διαδρομή της ζωής τους. Η σκηνοθέτις αφήνει χώρο στους συνεντευξιαζόμενους να μιλήσουν και ταυτόχρονα προσεγγίζει αρκετές σκηνές με όρους μυθοπλασίας που όμως δεν υποβαθμίζουν τον ρεαλισμό αλλά αντίθετα δημιουργούν ένα κινηματογραφικό σύμπαν που μας μοιάζει τόσο οικείο, σαν να βρισκόμαστε κι εμείς στην κούρσα ενός από τους πρωταγωνιστές.

Motor City
(ΗΠΑ, 2025, 103)
• Σκηνοθεσία: Πότσι Ποντσιρόλι
• Ηθοποιοί: Αλαν Ρίτσον, Μπεν Φόστερ, Πάμπλο Σράιμπερ
Ντιτρόιτ, δεκαετία ’70. Ένας εργάτης (Άλαν Ρίτσον) φυλακίζεται άδικα από έναν αδίστακτο μαφιόζο (Μπεν Φόστερ). Χρόνια αργότερα, επιστρέφει αποφασισμένος να εκδικηθεί όσους του στέρησαν τη ζωή και τη γυναίκα που αγάπησε (ΣέιλινΓούντλεϊ).

The Influencer Project
(ΗΠΑ, 2026, 102’)
• Σκηνοθεσία: ΜάικΝίμπρο
• Ηθοποιοί: Κιάρα Κινγκ, ΛούκαΣτορμ, Μάικ Νίμπρο
Η ινφλουένσερ Chiara King ταξιδεύει στην Κοπεγχάγη για να καταγράψει τη ζωή της, όταν ένας εμμονικόςstalker αρχίζει να την παρακολουθεί, θολώνοντας τα όρια ανάμεσα στον θαυμασμό και την απειλή, την πραγματικότητα και τη μυθοπλασία.

Γάτες στο Μουσείο 2: Οι Θησαυροί της Αιγύπτου
(Cats in the Museum: Treasures of Egypt, Ρωσία, 2026, 70’)
• Σκηνοθεσία: Βασίλι Ροβένσκι
• Με τις φωνές των: Κωνσταντίνος Κακανάς, Ράφαελ Αριστοτέλους, Μυρτώ Ναούμ
Δύο χρόνια μετά τη διάσωση της Μόνα Λίζα, ο Μορίς ανακαλύπτει έναν αρχαίο χάρτη που οδηγεί στο Τζίνι της Αιγύπτου, το οποίο εκπληρώνει μία ευχή κάθε χίλια χρόνια. Μαζί με τον Βίνσεντ, την Κλεοπάτρα και τα μικρά τους, ξεκινά ένα ταξίδι στις πυραμίδες και τις μυστικές στοές του Λούξορ, όπου θα χρειαστεί να ξεπεράσουν τις προσωπικές τους επιθυμίες και να συνεργαστούν για να τα καταφέρουν.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...