Αυτό που δεν αντέχουμε στον τυφλό δεν είναι ότι δεν βλέπει, αλλά ότι δεν υποκύπτει στο βλέμμα μας και κατ’ επέκταση δεν μας επιστρέφει την εικόνα που προσδοκούμε.
Ηταν μία από τις πρώτες σκέψεις -δανεική από τον Ζακ Λακάν- που άρχισαν να ξεπηδούν μέσα στο σκοτάδι κατά τη διάρκεια του 23ου Dinner in the Dark που διοργάνωσε η ΑΜΚΕ «Με άλλα Μάτια». Μπήκαμε στην κατασκότεινη αίθουσα ένας ένας με το χέρι στον ώμο του άλλου, καθοδηγούμενοι από έναν σερβιτόρο, είτε τυφλό είτε εκπαιδευμένο βλέποντα.
Θα βιώναμε μια αισθητηριακή εμπειρία ενσυναίσθησης. Οταν μας τοποθέτησαν στα τραπέζια μας για να γευτούμε ένα «μενού-έκπληξη» χωρίς να γνωρίζουμε πού βρίσκονταν τα σερβίτσια μας, χωρίς να ξέρουμε πού αρχίζει το τραπέζι και πού βρίσκεται ο συνδαιτυμόνας μας, ξεκίνησε μια αναστοχαστική διαδικασία.
Δεν ήταν η πρώτη φορά. Είχα βρεθεί σε Δείπνα στο Σκοτάδι στο Παρίσι στο περίφημο Dans le Noir, που δημιουργήθηκε το 2004 με σκοπό να αμφισβητήσει τις προκαταλήψεις απέναντι στην αναπηρία. Η εμπειρία αυτής της βιωματικής εκδήλωσης ήταν όμως διαφορετική. Ισως γιατί φώτιζε την ελληνική πραγματικότητα και όλα όσα δεν βλέπει η ελληνική κοινωνία. Ο δημόσιος χώρος στην Ελλάδα είναι σχεδιασμένος από και για το αρτιμελές σώμα. Το κράτος πρόνοιας εξαντλεί την υποχρέωσή του σε μια πενιχρή επιδοματική πολιτική, που συντηρεί την περιθωριοποίηση αντί να επενδύει στην προσβασιμότητα, ενώ ταυτόχρονα η οικογενειοκεντρική κουλτούρα «αγκαλιάζει» το ανάπηρο σώμα όχι για να το χειραφετήσει, αλλά για να το καθηλώσει σε μια κατάσταση μόνιμης εξάρτησης.
Η έννοια της ιδιότητας του πολίτη -citizenship- για ένα τυφλό άτομο στην Ελλάδα παραμένει ημιτελής, καθώς η ισότητα δικαιωμάτων στα χαρτιά ακυρώνεται πλήρως στην πράξη εξαιτίας της απουσίας προσβάσιμων υποδομών. Επιπλέον στα μίντια κυριαρχεί η τάση αναπαραγωγής του μύθου περί αναπηρικής δυστυχίας, με αποτέλεσμα το ανάπηρο άτομο να πρέπει συνεχώς να διαχειρίζεται την εντύπωση των άλλων, να τους καθησυχάζει, να μοιάζει ευγνώμων αλλά όχι θλιμμένος, ανεξάρτητος αλλά όχι απειλητικός, σκέψη δανεική από τον κοινωνικό ψυχολόγο Ερβινγκ Γκόφμαν.
Στη Βόρεια Ευρώπη η πολιτική σκέψη γύρω από την αναπηρία έχει περάσει από τη δεκαετία του ’70 και μετά στο λεγόμενο κοινωνικό μοντέλο. Η αναπηρία δεν ορίζεται πια ως ιδιότητα του σώματος, αλλά ως κοινωνικό εμπόδιο. Αυτό σημαίνει πως η αναπηρία δεν είναι η τύφλωση, είναι το πεζοδρόμιο χωρίς οδηγό, το σύστημα εισιτηρίων που δεν διαβάζεται, ο ιστότοπος που δεν ανοίγει. Το κράτος, σε αυτή τη λογική, οφείλει να άρει το εμπόδιο. Η Χάνα Αρεντ είχε ορίσει τον δημόσιο χώρο ως «χώρο εμφάνισης». Αυτό σημαίνει πως είμαστε πολιτικά όντα στον βαθμό που εμφανιζόμαστε ο ένας στον άλλον και μιλάμε και πράττουμε ενώπιον των ομοίων μας. Η πόλη όμως έχει σχεδιαστεί από και για βλέποντες. Ο τυφλός δεν αποκλείεται από τον δημόσιο χώρο επειδή «δεν βλέπει», αλλά επειδή ο χώρος έχει ήδη αποφασίσει ποιος μετράει ως ορατός πολίτης. Η αναπηρία συνεπώς καθορίζεται και μέσα από τους τρόπους με τους οποίους μια κοινότητα οργανώνει τους χώρους της, κατανέμει τους πόρους της και αποφασίζει ποια σώματα θεωρεί αυτονόητα και ποια χρειάζεται να δικαιολογήσουν την παρουσία.
Συνεπώς το να μη βλέπει κάποιος για λίγες ώρες, όσο διαρκεί ένα Dinner in the Dark, γνωρίζοντας ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να επιστρέψει στο φως, δεν έχει καμία σχέση με το να ζει κάποιος σε έναν κόσμο που θεωρεί την όραση προϋπόθεση αυτονομίας. Το πρώτο είναι εμπειρία. Το δεύτερο είναι πολιτική συνθήκη. Οταν τα φώτα λοιπόν άναψαν και επιστρέψαμε στις φωτισμένες οθόνες μας, σχολιάσαμε πόσο δύσκολο ήταν να εντοπίσουμε το πιρούνι, πόσο αστείο ήταν να συνομιλούμε χωρίς να βλεπόμαστε, πόσο διαφορετική ήταν γεύση του φαγητού χωρίς την εικόνα του. Μήπως όμως καταναλώνουμε την αισθητηριακή εμπειρία της τυφλότητας και για λίγες ώρες νιώθουμε «ενσυναίσθηση» και μετά επιστρέφουμε στο φως μιλώντας για τη δική μας συγκίνηση και παρκάροντας λίγο αργότερα το αυτοκίνητό μας πάνω στη ράμπα αναπήρων; Μήπως ανήκουμε σε εκείνους που «γεννούν» αποκλεισμούς όταν συναντούν έναν τυφλό άνθρωπο και αντί να μιλήσουν στον ίδιο απευθύνονται στον συνοδό του ή εκδηλώνουν θαυμασμό για κάθε μικρό του κατόρθωμα σαν να πρόκειται για ένα κατώτερο όν που τα καταφέρνει και «αγγίζει» τα προνόμια των βλεπόντων;.
Αν το δείπνο στο σκοτάδι μείνει στη μνήμη μας ως κάτι ακόμα που μας συγκινεί, δηλαδή και πάλι ως κάτι που μας θέτει στο επίκεντρο μιας αφήγησης, θα έχει αποτύχει και θα έχουμε αποτύχει. Αν όταν επιστρέψουμε στο φως δεν μετατοπίσουμε το βλέμμα μας από την ατομική αισθητηριακή εμπειρία στην πολιτική συγκρότηση του χώρου, από τη φιλανθρωπία στη δικαιοσύνη και από τον πατερναλιστικό οίκτο στην ισότιμη συμπερίληψη… τότε ας μη μιλάμε πια γι’ αυτό.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
