Κάποτε το Δημόσιο διέθετε υπηρεσίες, στελέχη, τεχνογνωσία και, κυρίως, την ευθύνη να αποφασίζει. Σήμερα η κυρίαρχη αντίληψη το θέλει να διαθέτει κάτι πολύ πιο σύγχρονο: συμβούλους!
Το ΤΑΙΠΕΔ έως πρόσφατα που εξέλιπε και το Υπερταμείο πλέον σήμερα, οι περίφημοι μηχανισμοί «αξιοποίησης» της δημόσιας περιουσίας, ανέδειξαν τη συμβουλευτική δραστηριότητα σε σχεδόν αυτοτελή παραγωγικό κλάδο. Οχι κατ’ ανάγκην για να παράγεται περισσότερος δημόσιος πλούτος, αλλά σίγουρα για να παράγονται περισσότερες μελέτες, αξιολογήσεις, εισηγήσεις και αμοιβές.
Χρειάζεται να αξιοποιηθεί ένα δημόσιο περιουσιακό στοιχείο; Σύμβουλος. Να εκτιμηθεί η αξία του; Αλλος σύμβουλος. Να προετοιμαστεί ο διαγωνισμός; Νέος σύμβουλος. Να αξιολογηθούν οι προσφορές; Πρόσθετος σύμβουλος. Και ποιος θα ελέγξει αν όλοι συμβούλευσαν σωστά; Μα, προφανώς, ακόμη ένας σύμβουλος!
Η πραγματικότητα, άλλωστε, ξεπερνά τη σάτιρα: ακόμη και η κατάρτιση του Στρατηγικού Σχεδίου του Υπερταμείου για το 2025-2027 αποτέλεσε αντικείμενο πρόσκλησης για εξωτερικές συμβουλευτικές υπηρεσίες. Ο οργανισμός που καλείται να σχεδιάζει την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας χρειάζεται συμβούλους για να σχεδιάσει τη δική του στρατηγική!
Δεν πρόκειται για μεμονωμένη γραφικότητα. Η έρευνα «Consultocracy» των Vouliwatch και Solomon δείχνει ότι οι συμβάσεις συμβουλευτικών υπηρεσιών αυξήθηκαν από 241 το 2020 σε 613 το 2025 – περίπου 154%. Οι απευθείας αναθέσεις στον ίδιο τομέα υπερδιπλασιάστηκαν, από 195 σε 403. Στο σύνολο των δημοσίων συμβάσεων, σύμφωνα με στοιχεία του ΚΗΜΔΗΣ, το 2023 οι 184.757 από τις 252.799, δηλαδή το 73%, έγιναν με απευθείας ανάθεση.
Ενας πραγματικός θρίαμβος του ανταγωνισμού! Τόσο μεγάλος, ώστε για περίπου τρεις στις τέσσερις συμβάσεις δεν χρειάστηκε ανοιχτή ανταγωνιστική διαδικασία. Βεβαίως, η απευθείας ανάθεση είναι υπό όρους νόμιμη. Ομως, όπως έχουμε επισημάνει και άλλοτε, η νομιμότητα δεν εγγυάται αυτομάτως ούτε τη διαφάνεια ούτε την αποτελεσματικότητα ούτε το δημόσιο συμφέρον. Μερικές φορές αρκεί να διαμορφωθεί το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο για να γίνει η εξαίρεση κανονικότητα.
Εδώ βρίσκεται το οικονομικό θαύμα της συμβουλοκρατίας: η διαρκής παραγωγή ζήτησης -εν μέρει τεχνητής- για υπηρεσίες που ένα επαρκώς στελεχωμένο και οργανωμένο Δημόσιο θα μπορούσε, σε σημαντικό βαθμό, να προσφέρει το ίδιο. Πρώτα αποδυναμώνουμε τη διοίκηση. Επειτα διαπιστώνουμε την ανεπάρκειά της. Και τέλος, πληρώνουμε ιδιώτες για να θεραπεύσουν το πρόβλημα που οι πολιτικές μας συνέβαλαν να δημιουργηθεί.
Ποιοι ωφελούνται; Σε αυτή την αγορά ισχυρό πλεονέκτημα διαθέτουν οι διεθνείς κολοσσοί των συμβουλευτικών υπηρεσιών, μεταξύ τους οι γνωστές Big something -Deloitte, PwC, EY, KPMG κ.λπ.- καθώς και λοιποί ισχυροί πολυεθνικοί οργανισμοί που διαθέτουν τη δικτύωση, την τεχνογνωσία και την οικονομική δυνατότητα να διεκδικούν μεγάλες δημόσιες συμβάσεις.
Γύρω από αυτή την «αγορά αναθέσεων» αναπτύσσεται ένα ευρύτερο cluster αλληλοεξαρτώμενων συμφερόντων: σύμβουλοι, εταιρείες επικοινωνίας, δημόσιες σχέσεις, επιχειρηματικά δίκτυα, διαφημιστικοί μηχανισμοί και μέσα ενημέρωσης που προβάλλουν ως αυτονόητο αυτό το μοντέλο διοίκησης. Δεν χρειάζεται να υποθέσει κάποιος αθέμιτες συναλλαγές για να αναγνωρίσει ότι η κοινή οικονομική εξάρτηση γεννά κοινά κίνητρα.
Ο σύμβουλος εισηγείται, ο επικοινωνιολόγος εξηγεί, η κυβέρνηση πανηγυρίζει και το επικοινωνιακό αφήγημα βαφτίζει την ανάθεση «μεταρρύθμιση». Παράλληλα ευδοκιμεί ένα τμήμα της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας που καταγγέλλει τον κρατισμό, αλλά ζει από το κράτος και για το κράτος.
Ενας κρατικοδίαιτος αντικρατισμός: λιγότερο Δημόσιο για τους πολίτες, περισσότερο δημόσιο χρήμα για τους ίδιους! Πρόκειται για την εξαιρετικά προσοδοφόρα ανακάλυψη ότι μπορείς να είσαι φανατικός υπέρμαχος της ελεύθερης αγοράς, αρκεί ένας αν όχι ο πλέον σημαντικότερος πελάτης σου να παραμένει το κράτος! Το πρόβλημα, ασφαλώς, δεν είναι η προσφυγή σε εξειδικευμένους συμβούλους. Είναι η μετατροπή της εξαίρεσης σε κανόνα και η μεταφορά δημόσιας τεχνογνωσίας, ακόμη και λειτουργιών προετοιμασίας πολιτικών και νομοθετικών ρυθμίσεων, εκτός της δημοκρατικά ελεγχόμενης διοίκησης. Οσο περισσότερη γνώση εκχωρεί το κράτος τόσο περισσότερο εξαρτάται από εκείνους στους οποίους την εκχωρεί.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν εφηύρε τη συμβουλοκρατία. Επί των ημερών της, ωστόσο, η επέκτασή της είναι μετρήσιμη. Το περίφημο «επιτελικό κράτος» συνδυάζει έτσι μια αξιοθαύμαστη αντίφαση: συγκεντρώνει την πολιτική εξουσία στην κορυφή και εκχωρεί ολοένα περισσότερες υποστηρικτικές λειτουργίες σε ιδιώτες. Συγκεντρωτική εξουσία, διάχυτη ευθύνη, ιδιωτική ωφέλεια!
Και όταν κάποτε αποφασιστεί να αξιολογηθεί αυτό το μοντέλο διακυβέρνησης, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για ένα πράγμα: η αξιολόγηση θα ανατεθεί σε συμβουλευτική εταιρεία. Πιθανότατα σε κάποια που θα αξιολογήσει πόσο αποτελεσματικά αξιοποίησε η κυβέρνηση τις δικές της συμβουλές!
Και όλοι θα είναι ικανοποιημένοι: οι σύμβουλοι από τις συμβάσεις, οι επιχειρηματίες από τις αναθέσεις, οι επικοινωνιολόγοι από την προβολή, η κυβέρνηση από το αφήγημα. Μόνο ο πολίτης θα συνεχίσει να αναρωτιέται ποιος κυβερνά, ποιος λογοδοτεί και γιατί ο ίδιος πληρώνει τον λογαριασμό.
*Ομότιμος καθηγητής του Παν/μίου Πειραιώς
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
