Εννιά μήνες νωρίτερα από τη λήξη της θητείας της εγκαταλείπει τελικά η αυτοαποκαλούμενη «σοφή κουκουβάγια» της διεθνούς πολιτικο-οικονομικής σκηνής το τιμόνι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αφήνοντας θεσμικό κενό σε μια κρίσιμη για την ευρωζώνη και την Ε.Ε. περίοδο.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ανακοίνωσε χθες ότι η Κριστίν Λαγκάρντ -περί της οποίας ο λόγος- θα αποχωρήσει από τη θέση της προέδρου στις 7 Φεβρουαρίου 2027 αντί για το τέλος Οκτωβρίου 2027 που ήταν προγραμματισμένο. Η πρόωρη αποχώρηση της Λαγκάρντ έρχεται σε μια συγκυρία έντονων γεωπολιτικών και πληθωριστικών πιέσεων και την οικονομία της ευρωζώνης σε παρατεταμένη χαμηλή πτήση, κάτι που φέρεται ότι προκάλεσε εκνευρισμό στους κόλπους του διοικητικού συμβουλίου της τράπεζας.
Η αποχώρηση πυροδοτεί πρόωρα μια πολιτική μάχη διαδοχής μεταξύ των κρατών-μελών με πιθανότερους μέχρις στιγμής υποψήφιους τον πρώην διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Ολλανδίας, Κλάας Νοτ, τον Ισπανό τραπεζίτη Πάμπλο Ερνάντεθ ντε Κος, τον διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Γερμανίας, Γιόαχιμ Νάγκελ, καθώς και τη Νάντια Καλβίνιο, πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.
Από την πλευρά της η Λαγκάρντ φέρεται να αναλαμβάνει μετά την ΕΚΤ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (2011-2019), τη διοίκηση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF), το οποίο πραγματοποιεί κάθε Ιανουάριο την ετήσια συνάντησή του στο Νταβός της Ελβετίας.
Στο χθεσινό μαγνητοσκοπημένο μήνυμά της προς το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ -καθώς είχε χειρουργηθεί πρόσφατα- η Γαλλίδα πρόεδρος υποστήριξε μεταξύ άλλων ότι στη διάρκεια της θητείας της επιτελέστηκε σπουδαίο έργο και ότι αφήνει μια ΕΚΤ έτοιμη για το μέλλον. Η Λαγκάρντ -που δεν είχε κανένα οικονομικό υπόβαθρο και καμία εμπειρία σε κεντρική τράπεζα καθώς είναι δικηγόρος- ανέλαβε την προεδρία της ΕΚΤ στα τέλη του 2019 λίγο πριν από την έναρξη της πανδημίας Covid. Κατά τη διάρκεια της θητείας της κλήθηκε εκτός της πανδημίας να αντιμετωπίσει τις οικονομικές συνέπειες του πολέμου Ρωσίας – Ουκρανίας, της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή καθώς και του εμπορικού πολέμου που άνοιξε ο Ντόναλντ Τραμπ.
Επικρίθηκε έντονα για τα αντανακλαστικά και τις ικανότητές της απέναντι στις μεγάλες κρίσεις. Στην «κρίση των spreads», στις αρχές της πανδημίας τον Μάρτιο 2020, προκάλεσε πανικό και ξεπούλημα στις αγορές χρέους όταν δήλωσε ότι «δεν είναι εδώ για να κλείνει τα spreads» των ομολόγων (αναφερόμενη στις αποδόσεις των ιταλικών ομολόγων). Η δήλωση αυτή θεωρήθηκε πλήρες πισωγύρισμα από τη δέσμευση «Whatever it takes» του προκατόχου της Μάριο Ντράγκι και οδήγησε σε άμεση εκτίναξη του κόστους δανεισμού για Ιταλία και Ελλάδα, αναγκάζοντας την ΕΚΤ να τρέξει να μαζέψει τη ζημιά με το έκτακτο πρόγραμμα PEPP.
Αργότερα (2021-2022) και ενώ οι τιμές κάλπαζαν μετά την πανδημία επέμενε επί πολλούς μήνες ότι η άνοδος θα είναι παροδική. Αυτή η καθυστέρηση στην ανάγνωση της πραγματικότητας οδήγησε σε καθυστερημένη λήψη αποφάσεων. Οταν τελικά η ΕΚΤ άρχισε να αυξάνει τα επιτόκια, αναγκάστηκε να το κάνει με τον πιο επιθετικό και απότομο ρυθμό στην ιστορία της επιβαρύνοντας απότομα τους δανειολήπτες και τις επενδύσεις.
Σε αντίθεση με τους προκατόχους της, η Λαγκάρντ αντιμετώπισε έντονη εσωτερική κριτική και από το ίδιο το προσωπικό της ΕΚΤ. Σε συνδικαλιστικές έρευνες των εργαζομένων η πλειοψηφία εξέφρασε την άποψη ότι η Λαγκάρντ δεν ήταν η κατάλληλη για τη θέση, χαρακτηρίζοντάς την υπερβολικά «πολιτική» και αυταρχική, ενώ της καταλογίστηκε ότι χρησιμοποιεί την ΕΚΤ ως εφαλτήριο για την προσωπική της ατζέντα.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
