«Οταν βρέχει δεν παίρνω ομπρέλα./ To θεωρώ δειλία να προφυλάσσομαι από το ξεκάθαρο./ Οταν δε βρέχει, όσο και αν ευτυχεί ο ουρανός/ όσο κι αν τον πιστεύω/ ανοίγω την ομπρέλα μου/ δεν είναι ξεκάθαρη καιρική συνθήκη η ευτυχία». Με μπουρίνια και νεροποντές κάνει φέτος τη θολή πρεμιέρα του ο Νοέμβριος κι η Κική Δημουλά μάς εισάγει στη μελαγχολική γοητεία του με νήδυμους και νηπενθείς στίχους. Πιάνει ψιλοκουβέντα μαζί της, απ’ την αντικρινή όχθη του Ατλαντικού, η Εμιλι Ντίκινσον: «Η μέρα συνέχεια μίκραινε, πιεσμένη/ από μια Νύχτα κυρτωμένη και πρόωρη/ το Απόγευμα έριχνε το λιγοστό του Κίτρινο/ στο βαθύ Δειλινό–/ οι Ανεμοι έβγαλαν τις πολεμικές τους συνήθειες/ τα Φύλλα ζήτησαν άδεια και την πήραν–/ ο Νοέμβρης κρέμασε το Γρανιτένιο Καπέλο του/ πάνω σε καρφί Βελουδένιο». Υποδεχόμαστε τον Βροχάρη μήνα ψηλαφώντας το βαθύ αποτύπωμα που αφήνει στην ποίηση:
ΑΝΕΜΟΣ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Τώρα, όμως, βράδιασε. Ας κλείσουμε την πόρτα κι ας κατεβάσουμε/ τις κουρτίνες/ γιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών. Τι κάναμε στη ζωή μας;/ Ποιοι είμαστε; Γιατί εσύ κι όχι εγώ;/ Καιρό τώρα δεν χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος έχει/ αιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα/ που τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου. Κι αν έχασα τη ζωή μου,/ την έχασα για πράγματα ασήμαντα: μια λέξη ή ένα κλειδί, ένα/ χτες ή ένα αύριο/ όμως οι νύχτες μου έχουν πάντα ένα άρωμα βιολέτας/ γιατί θυμάμαι. Πόσοι φίλοι που έφυγαν χωρίς ν’ αφήσουν διεύθυνση,/ πόσα λόγια χωρίς απόκριση/ κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη εκείνων που δεν πρόφτασαν ν’ αγαπήσουν//. Ωσπου στο τέλος δεν μένει παρά μια θολή ανάμνηση από το παρελθόν/ (πότε ζήσαμε;)/ και κάθε που έρχεται η άνοιξη κλαίω γιατί σε λίγο θα φύγουμε και/ κανείς δεν θα μας θυμηθεί.
Τάσος Λειβαδίτης
Η ΔΟΞΑ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ
«Οχτώ Νοέμβρη. Εποχή των χρυσανθέμων –/ γυαλί σπασμένο το κορμί σου καταγής./ Ντυμένη θαύματα στη δόξα των ανέμων/ τον αιματόφυρτο καιρό αιμορραγείς.// […] Μες στα νεκρά τα καφενεία πέφτει χιόνι/ κι έξω περνάει μια κηδεία της συμφοράς./ Των αισθημάτων λάμπει πάντοτε το αφιόνι/ σ’ ένα κουτί μέσα κλεισμένο ζαφοράς.// […] Σ’ ένα δωμάτιο τρεις γιατροί συλλογισμένοι/ πίνουν θανάτους μιας ζωής πριν μ’ αρνηθεί./ Και συνεχώς με ψηλαφίζουν σαστισμένοι/ γιατί το μέλλον μου λυσσάει για να σωθεί.// […] Μες στις βελόνες του ένας ράφτης καρφωμένος –/ διαμάντια το αίμα του, καρφίτσες και κλωστές./ Ενα παλτό μεταποιεί σαν μαγεμένος/ να το φορέσουν των ανέμων εραστές.// Οχτώ Νοέμβρη και το σπίτι ταξιδεύει/ σ’ ενός σουλτάνου τις αυλές ψηφιδωτό./ Του σώματός μας τα κρυφά και τα ερέβη/ μόνο της τέχνης μας φυλούν την κιβωτό. […] Απόψε τίποτα δεν έχεις να δηλώσεις./ Η νομιμότητά σου εξωπραγματική./ Αρκεί σαν γράμμα τη ζωή σου να διπλώσεις/ κι ύστερα παίζεις κοπτική και ραπτική.// Οχτώ Νοέμβρη. Εορτή των Αρχαγγέλων./ Των Μιχαήλ και Γαβριήλ Ταξιαρχών./ Δεν έχει νόημα πως κάψαμε το μέλλον./ Το κέρδος μένει και σωμάτων και ψυχών.// Κι όπως τις ροζ τις εποχές των χρυσανθέμων/ πλανόδιοι θίασοι πουλούσαν μαγικά/ έτσι κι εσύ μέσα στη δόξα των ανέμων/ τα αινίγματά σου αθροίζεις με μηδενικά».
Μάνος Ελευθερίου
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
