Τελευταία νέα
Η ERLAC γιόρτασε 60 χρόνια πορείας και παρουσίασε τη νέα εταιρική της ταυτότητα [εικόνες] Γιαννάκης για τους στημένους αγώνες στο μπάσκετ: «Αισθάνθηκα αδύναμος» – Δεν θα είναι υποψήφιος για την ΕΟΚ Θεσσαλονίκη: Κινητοποίηση για την έξωση 77χρονου καρκινοπαθούς και της 75χρονης συζύγου του [εικόνες – βίντεο] Γεωργιάδης για τη φιλανθρωπική κομπίνα: Όταν δείτε έρανο για παιδί, είναι σίγουρα απάτη Χρυσοχοΐδης: 1,5 χρόνο ερευνούσε το «Χωριάτικο» το ελληνικό FBI – Προσχεδιασμένη έφοδος για να χαλαρώσει ο Γιαννακόπουλος Κ. Τσουκαλάς: Με εντολή του πρωθυπουργού το Υπουργείο Οικονομικών έφερε διάταξη που είχαν γράψει τα ίδια τα funds Παππάς: “Να κληθούν οι servicers σε νέα συνεδρίαση της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων” Κακοκαιρία Agneta: Εικόνες καταστροφής στη Ρόδο, πλημμύρισαν σπίτια και καταστήματα – Πού εντοπίζονται προβλήματα [βίντεο] (Ναι, μεν, αλλά …) Μητσοτάκης στο υπουργικό: Πρόθεσή μας να εξαντλήσουμε τη θητεία … Δούκας σε Χρυσοχοΐδη για τις κλοπές καλωδίων χαλκού: «Να συνεργαστούμε για να δοθεί ένα τέλος στην παρανομία» Εθνική ντροπή ο σιδηρόδρομος Παραιτείται ο πρωθυπουργός του Βελγίου – Ναυάγησαν οι διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό
Efsyn.gr

«Κι ας μην νικήσουμε ποτέ… Θα πολεμάμε πάντα»

Υπάρχουν δικαστικές αποφάσεις που ξεπερνούν τα στενά όρια μιας ποινικής διαδικασίας και εγγράφονται στη συλλογική συνείδηση ως ιστορικά ορόσημα.
Η ετυμηγορία του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Καρδίτσας, με την οποία κρίθηκαν ένοχοι οι πέντε αστυνομικοί για την κακοποίηση και τον βασανισμό του Βασίλη Μάγγου, αποτελεί ακριβώς αυτό: μια βαθιά, δομική ρωγμή στο παραδοσιακά αδιαπέραστο καθεστώς της αστυνομικής ασυλίας. Σε μια περίοδο που η κρατική αυθαιρεσία τείνει να θεσμοθετηθεί ως κανονικότητα, η απόφαση αυτή υπενθυμίζει ότι η αλήθεια, όταν υποστηρίζεται από την κοινωνική επιμονή, μπορεί να επιβληθεί ακόμη και απέναντι στους πιο ισχυρούς μηχανισμούς συγκάλυψης.
Η υπόθεση του Βασίλη Μάγγου δεν υπήρξε ποτέ ένα μεμονωμένο, ατυχές περιστατικό, όπως επιχείρησε να παρουσιάσει η επίσημη ρητορική. Από τον Ιούνιο του 2020, όταν ο 26χρονος διαδηλωτής ξυλοκοπήθηκε άγρια έξω από τα δικαστήρια του Βόλου επειδή εξέφρασε την αλληλεγγύη του σε συλληφθέντες, μέχρι την τραγική του απώλεια έναν μήνα αργότερα, ξεδιπλώθηκε το πλήρες εγχειρίδιο της κρατικής καταστολής. Η μεταφορά του στο τμήμα, η άρνηση παροχής ιατρικής βοήθειας, η συστηματική υποτίμηση των τραυμάτων του και η μετέπειτα προσπάθεια απαξίωσης της προσωπικότητάς του, συνέθεσαν μια εικόνα θεσμικής βαρβαρότητας. Η τωρινή δικαστική απόφαση δεν αποκαθιστά απλώς την αλήθεια για εκείνες τις ώρες αλλά αναζωπυρώνει τη συζήτηση για τον ρόλο των σωμάτων ασφαλείας σε μια δημοκρατία.
Η σημασία της απόφασης γίνεται ακόμη πιο καθαρή αν αναλογιστεί κανείς τα νομικά προσκόμματα που επιστρατεύτηκαν σε αυτή τη διαδρομή. Για καιρό, οι μηχανισμοί προστασίας της αστυνομικής αυθαιρεσίας επιχείρησαν να υποβαθμίσουν το κατηγορητήριο, να μετατρέψουν τον συστηματικό εξευτελισμό σε μια «απλή» σωματική βλάβη και να κλείσουν την υπόθεση στα στενά όρια ενός πλημμελήματος. Η επιμονή, όμως, να κατονομαστεί η πράξη με το πραγματικό της όνομα, ως βασανισμός, υπήρξε μια κομβική πολιτική μάχη. Το γεγονός ότι το δικαστήριο προσπέρασε τις συμπληγάδες της συγκάλυψης και αναγνώρισε την ενοχή για τον βασανισμό εντός του τμήματος, αποτελεί δικαίωση της ίδιας της νομικής και κοινωνικής λογικής.
Πίσω όμως από την πολιτική και κοινωνική διάσταση της δίκης, κρύβεται μια συγκλονιστική ανθρώπινη ιστορία, την οποία ενσάρκωσε ο πατέρας του, Γιάννης Μάγγος. Ο πολυετής, επίμονος αγώνας του δεν υπήρξε ποτέ μια παθητική διαχείριση της απώλειας. Αντίθετα, μετατράπηκε σε μια υποδειγματική, συνειδητή πράξη πολιτικής αξιοπρέπειας. Γυρίζοντας ολόκληρη τη χώρα, αντιμετωπίζοντας τη γραφειοκρατία, τη δικαστική κωλυσιεργία και την κρατική αδιαφορία, ο Γιάννης Μάγγος δεν διολίσθησε ποτέ στη ρητορική της εκδίκησης. Απαίτησε θεσμική δικαιοσύνη, μετατρέποντας το προσωπικό του τραύμα σε ένα διαρκές, ταξικό μάθημα κοινωνικής συνείδησης.
Η δήλωσή του, αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης, αποτύπωσε με τρόπο συγκλονιστικό το ασήκωτο βάρος αυτής της πορείας: «Έξι χρόνια δέσαμε κόμπο το δάκρυ μας. Επιτέλους είναι η στιγμή να κλάψουμε κι εμείς. Να πάμε σπίτι μας και να κλάψουμε». Αυτά τα λόγια συμπυκνώνουν την απόλυτη θυσία του πατέρα-αγωνιστή. Για περισσότερο από μισή δεκαετία, ο Γιάννης Μάγγος στερήθηκε ακόμη και το πιο στοιχειώδες, το πιο αυτονόητο ανθρώπινο δικαίωμα: το δικαίωμα στο πένθος. Πειθάρχησε τον πόνο του, τον κράτησε βουβό και τον επιστράτευσε στην υπηρεσία της αλήθειας, γνωρίζοντας καλά ότι αν λύγιζε, η μνήμη του παιδιού του θα θαβόταν κάτω από τους τόνους της λήθης που παράγουν οι μηχανισμοί της εξουσίας. Το κλάμα που αναβάλλεται για έξι χρόνια δεν είναι αδυναμία, είναι η συγκλονιστική λύτρωση ενός ανθρώπου που ολοκλήρωσε στο ακέραιο το χρέος του απέναντι στον γιό του, στην αλήθεια, στην Ιστορία. Τώρα, ο αγωνιστής μπορεί επιτέλους να επιστρέψει στην ανθρώπινη ιδιότητά του, να κλείσει την πόρτα του σπιτιού του και να θρηνήσει τον γιο του.
Η προσωπική αυτή δικαίωση, ωστόσο, συνδέεται άρρηκτα με τη συλλογική παρακαταθήκη. «Ο Βασίλειος Μάγγος παραδίνεται σήμερα στην ιστορία δικαιωμένος. Το κίνημα και η κοινωνία τον κράτησε και θα τον κρατάει πάντα ψηλά», συμπλήρωσε. Αυτή η φράση αναδεικνύει την πραγματική φύση της αλληλεγγύης. Η ετυμηγορία της Καρδίτσας δεν υπήρξε μια γενναιόδωρη παραχώρηση του συστήματος, αλλά το αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που αρνήθηκε να σιωπήσει, ενός κινήματος που έκανε τον πόνο μιας οικογένειας δικό του πολιτικό επίδικο.
Η απόφαση αυτή δεν φέρνει πίσω τον Βασίλη. Θέτει όμως ένα αυστηρό, αδιαπραγμάτευτο όριο στην κρατική βία. Δείχνει ότι οι ένστολοι βασανιστές δεν είναι ανέγγιχτοι. Τώρα που η οικογένεια αποσύρεται για να πενθήσει, το χρέος περνά σε εμάς: να κρατήσουμε τη ρωγμή ανοιχτή, συνεχίζοντας τον αγώνα για έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη ζωή και η αξιοπρέπεια δεν θα εξαρτώνται από την αυθαιρεσία της εξουσίας.
Βασίλειος Μάγγος, παρών.
 
 

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...