Τελευταία νέα
«Παιδική Χαρά»: «Έφαγα εγώ 20 χιλιάρικα; Έχω πάθει σοκ» – Διάλογοι-φωτιά, ακριβά γούστα και μπίζνες πάνω σε παιδιά Απειλή για βόμβα σε πτήση από Λονδίνο προς Σόφια – Το αεροσκάφος προσγειώθηκε εκτάκτως στην Βουδαπέστη Άννα Παπαδοπούλου για Βολουδάκη και άρθρο 23: «Αμετανόητοι υποστηρικτές των funds» Οδοντωτός: Νέα ασφαλιστικά μέτρα από τον πρόεδρο του ΙΝΚΑ για την επαναλειτουργία του Γερμανία: Πλαφόν στις τιμές της βενζίνης και του ντίζελ ετοιμάζει η κυβέρνηση Νομοσχέδιο ΥΠΕΝ: Οι ειδικές εξαιρέσεις για οικοδομικές άδειες και τα χαμένα έσοδα του Δημοσίου Αννα Παπαδοπούλου – ΕΛ.Α.Σ.: Αμετανόητοι υποστηρικτές των funds Όλο και πιο μακριά Χαρίτσης – ΕΛ.Α.Σ Ορκίστηκαν βουλευτές η Ζωή Αναστασοπούλου και ο Γιώργος Βαρεμένος Τσουκαλάς: «Η κυβέρνηση συνελήφθη να πηγαίνει νύχτα να κάνει δώρο στα funds» Σφοδρή επίθεση Θεώνης Κουφονικολάκου στην ΑΑΔΕ και τον Πιτσιλή Ηράκλειο: Περισσότεροι από 450 μετανάστες φιλοξενούνται σε άθλιες συνθήκες – Στοιβαγμένοι με βρεγμένα ρούχα [βίντεο]
Thefaq.gr

Τέμπη: Συγκλονιστική η κατάθεση του Βαγγέλη Βλάχου για τις τελευταίες ώρες του αδελφού του, τις προειδοποιήσεις για την ασφάλεια και τις καταγγελίες για αλλοίωση του χώρου

Έντονα συγκινησιακό φορτίο είχε η 46η συνεδρίαση της δίκης για τη σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών, η οποία πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου στο συγκρότημα «Γαιόπολις» του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Κεντρικό πρόσωπο της διαδικασίας ήταν ο Βαγγέλης Βλάχος, αδελφός του Βάιου Βλάχου, ο οποίος έχασε τη ζωή του στη σύγκρουση των δύο αμαξοστοιχιών. Μέσα από την κατάθεσή του ξεδίπλωσε τον προσωπικό εφιάλτη που βίωσε η οικογένειά του, από τις πρώτες ώρες μετά το δυστύχημα μέχρι τη μακρά προσπάθεια συγκέντρωσης στοιχείων και αναζήτησης απαντήσεων. Στον εξωτερικό χώρο του συγκροτήματος είχαν τοποθετηθεί οι φωτογραφίες των 57 νεκρών, ενώ ξεχωριστή θέση είχε και η εικόνα του Γεράσιμου Γεωργιάδη, του μοναδικού επιζώντα, με τη φράση «είμαι παρών».

Ο Βαγγέλης Βλάχος ξεκίνησε μιλώντας για τη ζωή που μοιράστηκε με τον αδελφό του και τον στενό δεσμό που είχαν από παιδιά. «Μεγάλωσα μαζί του στο ίδιο δωμάτιο, με τα ίδια παιχνίδια», είπε, εξηγώντας ότι είχαν κοινές εμπειρίες, σπουδές και όνειρα. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην τελευταία επικοινωνία τους, όταν ο Βάιος του είχε εκφράσει τον ενθουσιασμό του για μια επαγγελματική δραστηριότητα που θα αναλάμβανε σχετικά με την πιστοποίηση σιδηροδρομικών βαγονιών. «Πρέπει να αλλάξει η ασφάλεια. Ο αδελφός μου αυτό έκανε και αυτό τον έκανε χαρούμενο, αλλά από αυτό χάθηκε», ανέφερε, αποτυπώνοντας με δραματικό τρόπο την αντίφαση της απώλειάς του.
Η απουσία του Βάιου, όπως περιέγραψε, άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό και στην επόμενη γενιά της οικογένειας. Ο γιος του μάρτυρα είχε ιδιαίτερη αδυναμία στον θείο του, όμως δεν είχε τη δυνατότητα να τον αποχαιρετήσει. «Ο γιος μου τον λάτρευε τον Βάιο, αλλά δεν μπόρεσε να τον ξαναδεί. Πήγαμε ένα κλειστό φέρετρο», κατέθεσε.
Στη συνέχεια, παρουσίασε την προσπάθεια που έκανε για να καταγράψει τις μετακινήσεις του αδελφού του πριν από τη σύγκρουση. Μέσα από βιντεοληπτικό υλικό και άλλες πληροφορίες, επιχείρησε να ακολουθήσει βήμα προς βήμα τη διαδρομή του. Όπως είπε, ο Βάιος είχε φτάσει στον Σταθμό Λαρίσης στην Αθήνα, όπου παρέμεινε περίπου μισή ώρα, ενώ αργότερα καταγράφηκε στο Παλαιοφάρσαλο. Εκεί, σύμφωνα με όσα ανέφερε, η καθυστέρηση είχε προκαλέσει εκνευρισμό στον αδελφό του, ο οποίος είχε αποβιβαστεί από το τρένο και συζητούσε με άλλους επιβάτες.
Ο μάρτυρας συνέδεσε τα γεγονότα εκείνης της διαδρομής με τη συνολικότερη κατάσταση που επικρατούσε στο σιδηροδρομικό δίκτυο, επισημαίνοντας ότι οι δυσλειτουργίες και οι ελλείψεις δεν αποτελούσαν μεμονωμένα περιστατικά. Όπως υποστήριξε, ακόμη και σε συνθήκες προβλημάτων δεν εφαρμόστηκαν πρόσθετα μέτρα προστασίας των επιβατών, ενώ τα τρένα συνέχιζαν να κινούνται με υψηλές ταχύτητες. «Υπήρχε μια ανασφαλής κανονικότητα καθημερινά, όχι μόνο εκείνη την ημέρα», σημείωσε. Αναφερόμενος στις συνομιλίες που καταγράφηκαν μεταξύ των εμπλεκομένων, εξέφρασε την αγανάκτησή του για το περιεχόμενό τους, χαρακτηρίζοντάς τες ντροπιαστικές και κάνοντας λόγο για απουσία στοιχειώδους συντονισμού.
Με ιδιαίτερη ένταση περιέγραψε και τις ώρες μετά τη σύγκρουση, όταν βρισκόταν στο εξωτερικό και προσπαθούσε να μάθει αν ο αδελφός του είχε επιζήσει. Η πρώτη ενημέρωση από τον πατέρα του έγινε μέσω βιντεοκλήσης, κατά τη διάρκεια της οποίας αντιλήφθηκε ότι η κατάσταση ήταν εξαιρετικά σοβαρή. Όπως θυμήθηκε, ο γιος του άρχισε να ουρλιάζει μόλις άκουσε τι είχε συμβεί.
Παρακολουθώντας τις τηλεοπτικές εικόνες από το σημείο της τραγωδίας, προσπαθούσε να εντοπίσει τον Βάιο ανάμεσα στους επιβάτες που απομακρύνονταν με λεωφορεία. Το τηλέφωνο του αδελφού του δεν απαντούσε, ενώ ο πατέρας τους είχε μεταβεί στο νοσοκομείο, όπου, όπως τον ενημέρωσε, στα επείγοντα περιστατικά έφταναν πλέον νεκροί. Ο ίδιος άρχισε να επικοινωνεί με νοσοκομεία αναζητώντας οποιαδήποτε πληροφορία. «Έπαιρνα με αγωνία σε όλα τα νοσοκομεία για να βρω τον Βάιο», ανέφερε.
Μία πληροφορία ότι ένας άνδρας με το όνομα Βάιος νοσηλευόταν στη Θεσσαλονίκη και είχε λάβει εξιτήριο δημιούργησε προσωρινά την ελπίδα ότι ο αδελφός του είχε βρεθεί ζωντανός. Σύντομα, όμως, αποδείχθηκε πως επρόκειτο για διαφορετικό πρόσωπο, καταγόμενο από τα Τρίκαλα. Ο Βαγγέλης Βλάχος χρειάστηκε τρεις ημέρες για να επιστρέψει από το εξωτερικό και να παραστεί στην κηδεία. Οι επόμενες εικόνες που αντίκρισε από τον αδελφό του ήταν εκείνες της ιατροδικαστικής εξέτασης. «Είδαμε τις φωτογραφίες, έφριξα. Δεν μπορώ να το δεχθώ, είναι πολύ άδικο αυτό», είπε στο δικαστήριο.
Μεγάλο μέρος της κατάθεσής του αφορούσε όσα συνέβησαν στον τόπο της σύγκρουσης μετά το δυστύχημα. Ο μάρτυρας διατύπωσε σοβαρές καταγγελίες για παρεμβάσεις που, όπως υποστήριξε, είχαν ως αποτέλεσμα να μεταβληθεί η εικόνα του χώρου και να χαθούν κρίσιμα στοιχεία. Εξέφρασε την πεποίθηση ότι οι σχετικές αποφάσεις είχαν ληφθεί ήδη από τις πρώτες ημέρες, προτού οι οικογένειες των θυμάτων προλάβουν να αντιληφθούν τι είχε συμβεί.
Ανακαλώντας την πρώτη επίσκεψή του στο σημείο, περιέγραψε ότι δυσκολεύτηκε να αναγνωρίσει τον χώρο, καθώς η εικόνα του είχε αλλάξει δραστικά. Η αντίδρασή του, όπως είπε, ήταν έντονη: ένιωσε θυμό, ξέσπασε σε κλάματα και αναζητούσε εξηγήσεις για τις παρεμβάσεις. Ανέφερε ακόμη ότι αστυνομικός που βρισκόταν εκεί τού μίλησε για έναν άνδρα, τον οποίο περιέγραψε ως ψηλό με μουστάκι, που είχε ζητήσει να καθαριστεί πλήρως ο χώρος μέχρι την Κυριακή.
Από εκείνη τη στιγμή, όπως εξήγησε, ξεκίνησε μαζί με την οικογένειά του μια συστηματική προσπάθεια να εντοπίσει τα χώματα που είχαν απομακρυνθεί από την περιοχή. Συγκέντρωσαν και αντιπαρέβαλαν φωτογραφίες και οπτικό υλικό από διαφορετικές χρονικές στιγμές, ενώ αναζήτησαν πιθανά σημεία μεταφοράς των υλικών, ακόμη και σε αμμορυχεία. Για τα στοιχεία που συγκέντρωσαν ενημέρωσαν τον ειδικό εφέτη ανακριτή, Σωτήρη Μπακαΐμη.
Στην ίδια ενότητα της κατάθεσής του αναφέρθηκε και στην επίσκεψη που πραγματοποίησε μαζί με τη μητέρα του στο Αστυνομικό Τμήμα Τεμπών, δύο ημέρες μετά την κηδεία του Βάιου. Εκεί, όπως περιέγραψε, υπήρχε έντονη οσμή λάσπης και υγρασίας, ενώ η μητέρα του αναγνώρισε μια τσάντα που ανήκε στη σύντροφο του αδελφού του. Παράλληλα, εξέφρασε την ενόχλησή του για τις συνεχείς διαρροές στοιχείων της δικογραφίας, επισημαίνοντας ότι η δημοσιοποίηση πληροφοριών από πρόσωπα που έχουν πρόσβαση στο δικαστικό υλικό επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τις οικογένειες των θυμάτων.
Ο Βαγγέλης Βλάχος επέμεινε ότι η τραγωδία δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένα από τα προβλήματα που είχαν καταγραφεί επί χρόνια στον ελληνικό σιδηρόδρομο. Υποστήριξε ότι οι αρμόδιοι είχαν λάβει επανειλημμένες προειδοποιήσεις για την κατάσταση του δικτύου, τόσο μέσω εξώδικων όσο και από στελέχη και εργαζομένους που γνώριζαν τις ελλείψεις και τους κινδύνους. Κατά την άποψή του, οι προειδοποιήσεις αυτές ήταν αρκετές ώστε να έχει γίνει αντιληπτή η επικινδυνότητα της κατάστασης.
Άσκησε επίσης κριτική στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκαν ορισμένα ζητήματα μετά το δυστύχημα, κάνοντας λόγο για παραπληροφόρηση σχετικά με την ασφάλεια των σιδηροδρομικών μεταφορών. Αναφέρθηκε ειδικότερα στην εμφάνιση του κ. Στουρνάρα ως επιβάτη, την οποία συνέδεσε με την προσπάθεια να δημιουργηθεί εικόνα κανονικότητας, καθώς και στον τοπικό πίνακα κυκλοφορίας της Λάρισας, ο οποίος, όπως υποστήριξε, παρουσιάστηκε ως σύστημα τηλεδιοίκησης.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε η επισήμανσή του ότι πολλές από τις ενέργειες που έγιναν για τη βελτίωση της ασφάλειας υλοποιήθηκαν μέσα σε διάστημα έξι μηνών μετά την τραγωδία, παρότι, όπως είπε, θα μπορούσαν να είχαν πραγματοποιηθεί νωρίτερα. «Μέσα σε έξι μήνες έκαναν όλα όσα δεν είχαν κάνει τα προηγούμενα έξι χρόνια. Πώς μπόρεσαν να το κάνουν αυτό και δεν το είχαν κάνει νωρίτερα; Θα είχαν προλάβει την τραγωδία», ανέφερε, προσθέτοντας ότι πριν από τη σύγκρουση υπήρχαν πιέσεις για την εκτέλεση πολλών δρομολογίων με υψηλές ταχύτητες.
Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στο ζήτημα της φωτιάς που ακολούθησε τη σύγκρουση και στην πυρόσφαιρα, ένα θέμα που εξακολουθεί να απασχολεί την οικογένειά του, καθώς ο Βάιος ήταν μεταξύ των θυμάτων που απανθρακώθηκαν. Όπως είπε, η σορός του αδελφού του βρέθηκε σε στάση πυγμάχου, γεγονός που δημιούργησε ερωτήματα σχετικά με το αν ήταν ακόμη ζωντανός όταν εκδηλώθηκε η φωτιά.
Ο ίδιος διευκρίνισε ότι δεν διαθέτει εξειδικευμένες γνώσεις για το συγκεκριμένο ζήτημα, ωστόσο ζήτησε να δοθούν σαφείς απαντήσεις. Παράλληλα, σημείωσε ότι η επίσημη επιστημονική εκδοχή που αποδίδει την πυρόσφαιρα στα έλαια σιλικόνης και στο ηλεκτρικό τόξο τον καλύπτει ως προς την εξήγηση του φαινομένου. «Εμένα σήμερα με πείθει η επίσημη εκδοχή με τα έλαια σιλικόνης και το ηλεκτρικό τόξο. Αυτό μου δίνει τις απαντήσεις που χρειάζομαι. Ας το θεωρήσουμε δεδομένο και ας αναζητήσουμε ευθύνες», ανέφερε.
Εκείνο που ζήτησε, ωστόσο, είναι να μην περιοριστεί η έρευνα σε μία μόνο πτυχή της πυρκαγιάς. Ειδικότερα, έθεσε ζήτημα συνολικής εξέτασης της πυρασφάλειας των συρμών, επισημαίνοντας ότι η διερεύνηση δεν θα πρέπει να αφορά αποκλειστικά τα υλικά κατασκευής των καθισμάτων, αλλά κάθε παράγοντα που σχετίζεται με την προστασία των επιβατών σε περίπτωση φωτιάς.
Ολοκληρώνοντας την κατάθεσή του, ο Βαγγέλης Βλάχος ζήτησε να αποδοθούν ευθύνες για τον θάνατο του αδελφού του και να υπάρξουν ουσιαστικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας και ασφάλειας του σιδηροδρόμου. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι δεν επιθυμεί την καταδίκη ανθρώπων χωρίς αποδείξεις, τονίζοντας πως πρέπει να λογοδοτήσουν αποκλειστικά όσοι αποδειχθεί ότι έχουν ευθύνη. «Να υπάρξει δικαιοσύνη και να αλλάξει η ανασφάλεια των σιδηροδρόμων. Να καταδικαστούν όσοι φταίνε για τον θάνατο του αδελφού μου. Να μην καταδικαστεί κανείς που είναι αθώος. Έχω εμπιστοσύνη στο δικαστήριό σας», ήταν η κατακλείδα της μαρτυρίας του.
Στη συγκεκριμένη συνεδρίαση, από την πλευρά των κατηγορουμένων, παρών στο δικαστήριο ήταν ο Σπυρίδων Πατέρας. Η διαδικασία συνεχίζεται με την εξέταση κρίσιμων πτυχών της υπόθεσης, ενώ οι φωτογραφίες των θυμάτων έξω από το «Γαιόπολις» παραμένουν μια σιωπηλή υπενθύμιση των 57 ανθρώπων που δεν επέστρεψαν ποτέ από το ταξίδι τους.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...