Κυβερνητικό αυτογκόλ χαρακτήρισε η εφημερίδα μας την απόσυρση του άρθρου 23 του νομοσχεδίου του υπουργείου Οικονομικών· η διάταξη κρίθηκε προκλητική, διότι παραχωρούσε υπερεξουσίες σε funds και τράπεζες, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να λειτουργούν σαν διοικητικές αρχές.
Στην ειδησεογραφία, η αγγλική λέξη αναφέρεται στον πληθυντικό και λατινογραμμένη, αν και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συχνά τη βλέπω και ελληνόγραπτη, φαντς. Λέγοντας funds εννοούμε investment funds, επενδυτικά κεφάλαια, δηλαδή επενδυτικά σχήματα που συγκεντρώνουν χρήματα και τα τοποθετούν σε περιουσιακά στοιχεία με σκοπό το κέρδος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αγοράζουν απαιτήσεις από δάνεια, συχνά μη εξυπηρετούμενα («κόκκινα»), συνήθως σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την ονομαστική τους αξία.
Η αγγλική λέξη έχει ενδιαφέρουσα ετυμολογία. Προέρχεται, μέσω των γαλλικών, από τη λατινική λέξη fundus που σημαίνει τον πυθμένα, τη βάση, το θεμέλιο· αυτή ανάγεται σε ινδοευρωπαϊκή ρίζα από την οποία επίσης προέρχεται το ελληνικό πυθμήν. Στα γαλλικά fond και στα ιταλικά fondo είναι το βάθος, η βάση, είναι όμως και το βασικό κεφάλαιο που έχει ένας έμπορος, που σ’ αυτό στηρίζεται για τις δραστηριότητές του, και από εκεί το χρηματικό ποσό (απ’ όπου και το αγγλικό fund). Είναι επίσης και το απόθεμα ικανοτήτων που έχει κάποιος.
Την ιταλική λέξη τη δανειστήκαμε πάνω από μία φορά. Φόντο λέμε στα ελληνικά το βάθος ενός πίνακα ή μιας εικόνας (τώρα τελευταία ο όρος χρησιμοποιείται και στους υπολογιστές και τις συναφείς συσκευές). Χρησιμοποιείται και μεταφορικά η λέξη, για το πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνεται κάτι, όταν π.χ. λέμε οι εκλογές έγιναν σε φόντο βαθιάς κρίσης.
Στον πληθυντικό όμως τα φόντα είναι τα προσόντα που έχει κάποιος, γι’ αυτό και λέμε ότι ο τάδε π.χ. δεν έχει τα φόντα για πρωθυπουργός. Και από την ίδια ιταλική λέξη, fondo, με τη σημασία του πυθμένα, πήραμε το ναυτικό φούντο, που είναι ο βυθός της θάλασσας, και φουντάρω που σημαίνει ρίχνω την άγκυρα αλλά και βυθίζομαι. Και βέβαια τώρα πια κι αυτή η λέξη κυρίως μεταφορικά χρησιμοποιείται, όπως όταν λέμε π.χ. ότι η οικονομία πάει για φούντο.
Να γυρίσουμε στο αγγλικό fund. Η λέξη σημαίνει ταμείο, κεφάλαιο, χρηματικό απόθεμα – και γενικώς απόθεμα. Εχει δώσει μια σειρά όρους της οικονομικής ορολογίας: ας πούμε, mutual fund είναι το αμοιβαίο κεφάλαιο, pension fund το συνταξιοδοτικό ταμείο, emergency fund το αποθεματικό έκτακτης ανάγκης, hedge fund το κεφάλαιο αντιστάθμισης κινδύνου, vulture fund το «αρπακτικό κεφάλαιο», δηλαδή επενδυτικό σχήμα που αγοράζει προβληματικό χρέος. Πολλοί από αυτούς τους όρους αφήνονται αμετάφραστοι στα ελληνικά κείμενα, επειδή ο συντάκτης αγνοεί τον ελληνικό όρο ή τον βρίσκει δύσχρηστο.
Τα funds προφέρονται «φαντς» αλλά δεν έχουν καμιά ετυμολογική σχέση με το φάντασμα. Κι όμως, ένα φάντασμα κρέμεται πάνω από χιλιάδες δανειολήπτες: το φάντασμα των funds, τα οποία, με τη βοήθεια μιας βολικής κυβέρνησης, εποφθαλμιούν την περιουσία των απλών ανθρώπων.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
