Η διαβίβαση στη Βουλή της ποινικής δικογραφίας που αφορά τον Αλέξη Τσίπρα, με επίκεντρο την αλλαγή των Ποινικών Κωδίκων το 2019, επαναφέρει στο προσκήνιο μια υπόθεση με σαφείς πολιτικές προεκτάσεις. Η δικογραφία σχηματίστηκε έπειτα από μηνυτήρια αναφορά που κατέθεσε τον περασμένο Ιούλιο ο πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης, Κυριάκος Βελόπουλος, με αφορμή τους ισχυρισμούς του Άδωνι Γεωργιάδη περί χρηματισμού του πρώην πρωθυπουργού, οι οποίοι είχαν προκαλέσει αντιδράσεις και είχαν αμφισβητηθεί ακόμη και από στελέχη της Νέας Δημοκρατίας.
Η υπόθεση, που περιλαμβάνει αναφορές σε ενδεχόμενα αδικήματα παράβασης καθήκοντος και δωροληψίας, αξιοποιείται πλέον σε ένα νέο κύκλο πολιτικής αντιπαράθεσης. Ο Κυριάκος Βελόπουλος ζήτησε από το βήμα της Ολομέλειας τη συγκέντρωση των 30 υπογραφών για τη σύσταση προκαταρκτικής επιτροπής, επιχειρώντας να δώσει κοινοβουλευτική συνέχεια σε καταγγελίες που μέχρι σήμερα δεν έχουν οδηγήσει σε δικαστική εξέλιξη εις βάρος του Αλέξη Τσίπρα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι, σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, αντίστοιχες έρευνες είχαν διενεργηθεί δύο φορές στο παρελθόν, με αφορμή δηλώσεις του πρώην υπουργού Δικαιοσύνης Σταύρου Κοντονή. Ο ίδιος είχε καταθέσει στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης, ωστόσο και στις δύο περιπτώσεις οι δικογραφίες τέθηκαν στο αρχείο. Το στοιχείο αυτό εγείρει εύλογα ερωτήματα για την επαναφορά της υπόθεσης και τη σκοπιμότητα της νέας πολιτικής της αξιοποίησης.
Την ίδια στιγμή, σοβαρό ζήτημα τίθεται και ως προς την παραγραφή των ενδεχόμενων αδικημάτων. Η αλλαγή του άρθρου 86 του Συντάγματος πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2019, μετά τις εκλογές, γεγονός που σημαίνει ότι για τις αποδιδόμενες πράξεις εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο συνταγματικό πλαίσιο. Σύμφωνα με τη σχετική ερμηνεία, η αποσβεστική προθεσμία έχει παρέλθει, με αποτέλεσμα να τίθεται υπό αμφισβήτηση η δυνατότητα ουσιαστικής ποινικής διερεύνησης της υπόθεσης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πρωτοβουλία Βελόπουλου δεν μπορεί να αποκοπεί από την ευρύτερη πολιτική συγκυρία και τις κινήσεις προσέγγισης της Ελληνικής Λύσης με τη Νέα Δημοκρατία. Η επαναφορά καταγγελιών που έχουν ήδη εξεταστεί και αρχειοθετηθεί, σε συνδυασμό με τη δημόσια συζήτηση για τη σύσταση προκαταρκτικής επιτροπής, ενισχύει την αίσθηση ότι η υπόθεση χρησιμοποιείται ως εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Για τον Αλέξη Τσίπρα, η νέα αυτή εξέλιξη αποτελεί ακόμη ένα επεισόδιο σε μια προσπάθεια διαρκούς πολιτικής στοχοποίησης, με καταγγελίες που ανακυκλώνονται χωρίς να έχουν μέχρι σήμερα οδηγήσει σε αποδεικτικά δεδομένα ικανά να θεμελιώσουν ποινική ευθύνη. Η ουσία, ωστόσο, παραμένει: η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να υποκαθιστά τη δικαιοσύνη ούτε να μετατρέπει τη Βουλή σε πεδίο αναπαραγωγής ανεπιβεβαίωτων ισχυρισμών.
Διαβάστε περισσότερα
