Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ επέφεραν μια συντριπτική ήττα τέτοιας έκτασης στους Ρεπουμπλικάνους, που κανείς μάλλον δεν είχε προβλέψει.
Ταυτόχρονα αποτέλεσαν μια προσωπική ήττα του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και των πολιτικών του, τις οποίες τιμώρησαν ουσιαστικά οι ψηφοφόροι στις κάλπες.
Οι Δημοκρατικοί κατήγαγαν μεγάλη νίκη επί των Ρεπουμπλικανών σε όλες τις κρίσιμες εκλογικές περιφέρειες, διεισδύοντας ακόμη και σε περιοχές της χώρας που αποτελούν προπύργια του κινήματος MAGA, με αποτέλεσμα οι Δημοκρατικοί να ανακτήσουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου. Τα αποτελέσματα συνιστούν μια ηχηρή απόρριψη της προοπτικής μιας δεύτερης θητείας του Τραμπ — και προοιωνίζονται μια διετία γεμάτη έρευνες για διαφθορά και νομοθετικά αδιέξοδα για τον νυν πρόεδρο.
Η πρώτη αποχώρηση
Σε κάθε περίπτωση, το εκλογικό αποτέλεσμα έχει ήδη προκαλέσει αναταράξεις στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικάνων και αναμένεται να πυροδοτήσει σημαντικές εξελίξεις στην κυβέρνηση Τραμπ. Σήμερα, μάλιστα, υπήρξε και η πρώτη αποχώρηση υψηλόβαθμού στελέχους της αμερικανικής κυβέρνησης. Συγκεκριμένα, υπέβαλε την παραίτησή της η Harmeet Dhillon, υψηλόβαθμο στέλεχος του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, η οποία ηγούνταν του Τμήματος Πολιτικών Δικαιωμάτων και επέβλεπε έρευνες που αφορούσαν πανεπιστήμια, εκλογικούς καταλόγους και καταγγελίες για παραβιάσεις της θρησκευτικής ελευθερίας.
«Υπερασπίστηκε τις πολιτικές ελευθερίες κάθε Αμερικανού και εφάρμοσε τον νόμο χωρίς φόβο ή μεροληψία», δήλωσε σχετικά ο Γενικός Εισαγγελέας Todd Blanche.
Η Dhillon, σύμμαχος του Τραμπ, επέβλεψε τη ριζική αναδιάρθρωση της μονάδας πολιτικών δικαιωμάτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, μετατοπίζοντας το επίκεντρο της δράσης της: από την καταπολέμηση των διακρίσεων εις βάρος φυλετικών μειονοτήτων και τη διερεύνηση υποθέσεων που αφορούσαν την τοπική αστυνομία, στις προτεραιότητες του Τραμπ σχετικά με τα δικαιώματα οπλοκατοχής και την καταπολέμηση του αντισημιτισμού στα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Η Dhillon διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στις έρευνες της κυβέρνησης Τραμπ που αφορούσαν κορυφαία αμερικανικά πανεπιστήμια.
Η Dhillon είχε δηλώσει προηγουμένως στο Bloomberg Law ότι επιθυμούσε να επιστρέψει στη δικηγορική της εταιρεία, μετά την αποχώρησή της από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Δύο άτομα με γνώση του θέματος ανέφεραν ότι η Dhillon ήταν δυσαρεστημένη επειδή παραγκωνίστηκε σε προαγωγές εντός του Υπουργείου, και επιθυμούσε να επιστρέψει στην εταιρεία της για να της δώσει νέα ώθηση.
Ο πόλεμος και ο Χέγκσεθ
Ένας από τους λόγους της ήττας των Ρεπουμπλικάνων αποδίδεται στην έντονη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων για τον πόλεμο στο Ιράν, που εκτόξευσε τις τιμές στα καύσιμα. Μάλιστα ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς δήλωσε ξεκάθαρα -προχωρώντας σε μια αιφνίδια και ασυνήθιστη παρέμβαση- ότι «ο λόγος που χάσαμε είναι ο πόλεμος», αν και δεν απέδωσε συγκεκριμένες ευθύνες για τη σύγκρουση.
Και μπορεί ο πρόεδρος Τραμπ να ήταν εκείνος που έλαβε την απόφαση για την έναρξη του πολέμου, ωστόσο, αυτές οι ιστορικές εκλογικές απώλειες εντείνουν τις πιέσεις ώστε να βρεθεί κάποιος άλλος που θα επωμιστεί την ευθύνη: ο Υπουργός Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ. Σύμφωνα μάλιστα με το CNN, η Βουλή των Αντιπροσώπων ενδέχεται να ψηφίσει, ακόμα και την επόμενη εβδομάδα, υπέρ της παραπομπής του επικεφαλής του Πενταγώνου.
Τραμπ-Χέγκσεθ (AP Photo/Evan Vucci)
Ειδικότερα, όπως αναφέρουν αμερικανικά ΜΜΕ, ήδη πολλοί Ρεπουμπλικανοί νομοθέτες και σύμμαχοι του κόμματος σπεύδουν να αποδώσουν την ευθύνη για το εκλογικό αποτέλεσμα στον Χέγκσεθ. Υποστηρίζουν, στο παρασκήνιο, ότι εκείνος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στο να πείσει τον Τραμπ να επιτεθεί στο Ιράν, χωρίς να υπάρχει στρατηγική εξόδου,ούτε σχέδιο για τη διαχείριση των αναπόφευκτων πολιτικών συνεπειών.
Αυτή η κίνηση «εξόντωσης» έρχεται παρά το γεγονός ότι, σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις, στρατηγικοί αναλυτές των Ρεπουμπλικανών στη Βουλή και τη Γερουσία παραδέχονται πως τα προβλήματα του κόμματος εκτείνονται πολύ πέρα από τον πόλεμο. Οι απώλειες είναι συγκρίσιμες με εκείνες του 2008 και θα χρειαστούν χρόνια για να ανατραπούν. Προς το παρόν, ωστόσο, η ηγεσία του κόμματος (αλλά και πολλοί στις τάξεις του) παραμένουν απρόθυμοι να επιρρίψουν άμεσα την ευθύνη για τα δεινά τους στον Τραμπ.
Ακόμη και μεταξύ των Ρεπουμπλικανών της Βουλής που επέζησαν από την «καταιγίδα» της Τρίτης, δεν υπάρχει καμία προσδοκία ότι θα διαφοροποιηθούν ξαφνικά από τον πρόεδρο, ενώ απομένουν δύο χρόνια για τη λήξη της θητείας του. Ωστόσο, αυτή η αφοσίωση δεν επεκτείνεται και στον Χέγκσεθ· ο μαχητικός Υπουργός Άμυνας έχει αποκτήσει ελάχιστους φίλους στο Καπιτώλιο από τότε που ανέλαβε τα ηνία του Πενταγώνου.
Αναμένεται ότι, εντός των επόμενων ημερών, οι Ρεπουμπλικανοί της Βουλής θα ψηφίσουν υπέρ της καταδίκης του υπουργού Άμυνας. Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής από το Κεντάκι, Thomas Massie (γνωστός για την εναντίωσή του στον Τραμπ) δήλωσε στο CNN ότι σκοπεύει να προκαλέσει ψηφοφορία για την παραπομπή του Χέγκσεθ μόλις το Κογκρέσο επαναλάβει τις εργασίες του την επόμενη εβδομάδα. Μάλιστα, αρκετές πηγές από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα εκτιμούν ότι η πρόταση θα εγκριθεί.
Ο Χέγκσεθ, ένθερμος υποστηρικτής του πολέμου, παρουσίασε μια υπερβολικά αισιόδοξη εικόνα για την ικανότητα των ΗΠΑ να κερδίσουν τη σύγκρουση γρήγορα και εύκολα, υποστήριξαν στο CNN αρκετοί Ρεπουμπλικάνοι. Μιλώντας υπό το καθεστώς της ανωνυμίας, εξήγησαν τους λόγους για τους οποίους πολλοί στο κόμμα τους στρέφονται πλέον εναντίον του Υπουργού Άμυνας. Τον κατηγόρησαν ότι συνεχίζει να τάσσεται υπέρ της κλιμάκωσης, παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις πως οι συνεχιζόμενοι βομβαρδισμοί έχουν φέρει το Ιράν πιο κοντά στη συνθηκολόγηση.
Πάντως, η εμπιστοσύνη του ίδιου του Τραμπ προς τον Υπουργό Άμυνας φέρεται να παραμένει ακλόνητη, αν και ο πρόεδρος ζήτησε τη γνώμη των συνεργατών του για το εάν θα πρέπει να παραμείνει ο Χέγκσεθ στη θέση του. Όταν ερωτήθηκε σχετικά, ο Τραμπ υπεραμύνθηκε της πολεμικής επιχείρησης στο Ιράν και διέψευσε ότι σχεδιάζει να απομακρύνει το Χέγκσεθ, δηλώνοντας πως, κατά την άποψή του, ο υπουργός Άμυνας «κάνει πολύ καλή δουλειά». Και πρόσθεσε: «Αν έπρεπε να το ξανακάνω, θα το ξαναέκανα», αναφερόμενος στην απόφασή του να οδηγήσει τη χώρα σε πόλεμο.
Προς παραίτηση ο Μάρκο Ρούμπιο;
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο είναι ένα από τα ονόματα που έχουν ακουστεί πως θα ζητήσει το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων για να διεκδικήσει την προεδρία των ΗΠΑ το 2028. Τώρα, μετά την ταπείνωση στις ενδιάμεσες εκλογές, ο Ρούμπιο φέρεται να ετοιμάζεται να πάρει αποστάσεις από τον Τραμπ, αποχωρώντας από το υπουργείο Εξωτερικών. Δημοσίευμα του Independent -που επικαλείται στενούς συμμάχους του Ρούμπιο- αναφέρει ότι ο Ρούμπιο «είναι απολύτως λογικό να παραιτηθεί», καθώς θεωρείται ως φαβορί για να πάρει το χρίσμα, όμως δεν μπορεί να είναι υποψήφιος όσο παραμένει υπουργός Εξωτερικών.
Σημειώνεται ότι ο Μάρκο Ρούμπιο δεν έχει, ακόμη, τοποθετηθεί επισήμως για το αποτέλεσμα των εκλογών, ενώ, υπάρχουν και πηγές που αναφέρουν πως ίσως να επιθυμεί να προλάβει καταστάσεις, καθώς θα μπορούσε ο πρόεδρος να του επιρρίψει ευθύνες για την πολιτική που ακολουθήθηκε και έφερε την συντριβή στην κάλπη. Πηγές από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, πάντως, διέψευσαν το δημοσίευμα ως «πλήρως αβάσιμα fake news από κατασκευασμένες ανώνυμες πηγές».
Πιέσεις για ανασχηματισμό και αλλαγή ρότας
Την ίδια στιγμή, το πρακτορείο Reuters, μεταδίδει ότι στελέχη των Ρεπουμπλικάνων ζητούν ανασχηματισμό στον Λευκό Οίκο, αλλά και αλλαγή πολιτικής στη σκιά του εκλογικού βατερλώ. Ρεπουμπλικανοί σύμμαχοι και πολιτικοί στρατηγικοί αναλυτές καλούν τον Τραμπ να προχωρήσει σε αλλαγές στο επιτελείο του Λευκού Οίκου, να αποκαταστήσει την πειθαρχία και να εγκαταλείψει πολιτικές που, όπως υποστηρίζουν, συνέβαλαν στην εκλογική συντριβή. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ο πόλεμος με το Ιράν και η επιβολή δασμών, καθώς η προεδρία του εισέρχεται στα τελευταία της χρόνια.
Ωστόσο, ο Τραμπ δεν έδειξε να θεωρεί το εκλογικό αποτέλεσμα λόγο αλλαγής πορείας. «Δεν το εκλαμβάνω ως πλήγμα εναντίον μου», δήλωσε αργά το βράδυ της Τρίτης στο Fox News.
Σε κάθε περίπτωση, ο Τραμπ θα πρέπει να αποφασίσει εάν θα επιμείνει ακόμη περισσότερο στην πολιτική του ατζέντα, την οποία ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί θεωρούν πλέον πολιτικό βαρίδι, ιδίως για όσους ενδέχεται να διεκδικήσουν το χρίσμα του κόμματος για τις προεδρικές εκλογές του 2028.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
