Με αφορμή το νέο του βιβλίο «Μετά τα Μνημόνια, Χαμένες Ευκαιρίες – Κείμενα Πολιτικής 2018-2025» (εκδόσεις Παπαζήση) που θα παρουσιαστεί τη Δευτέρα 9 Νοεμβρίου στις 18.00, στην ΕΣΗΕΑ, ο Νίκος Χριστοδουλάκης μίλησε στην «Εφ.Συν.» για τα λάθη που σημειώθηκαν, τους κινδύνους που ελλοχεύουν και τις πολιτικές που πρέπει να υιοθετηθούν στο εξής.
Τα μνημόνια τελικά μας έσωσαν ή μας κατέστρεψαν;
Τα μνημόνια είχαν αποστολή να επιβάλουν ορισμένες δημοσιονομικές πολιτικές, πολύ αυστηρές και μερικές ίσως και αχρείαστες, προκειμένου η Ελλάδα να εισπράξει ένα μεγάλο ποσό χρημάτων, να αποπληρώσει τα χρέη και τα ελλείμματα τα οποία όφειλε, χωρίς να υποχρεωθεί ή να αναγκαστεί να κηρύξει χρεοκοπία. Υπήρξε δηλαδή μια ανταλλαγή διάσωσης με πολιτικές. Ομως αυτές οι πολιτικές επέφεραν ύφεση πολύ μεγαλύτερη από αυτή την οποία είχαν αρχικά υπολογίσει και κατ’ επέκταση και πολύ περισσότερη από αυτή που ενδεχομένως χρειαζόταν. Ετσι λοιπόν η ελληνική οικονομία έμεινε λοβοτομημένη σε αρκετούς τομείς, με ανεπάρκεια επενδύσεων και φυσικά με αφαίμαξη των μισθών.
Εστιάζετε στην πολιτική περίοδο μετά την έξοδο από τα μνημόνια, όπου οι βαθμοί ελευθερίας είναι σαφώς μεγαλύτεροι για τις κυβερνήσεις. Αλλά από τον τίτλο του βιβλίου, οι προσπάθειες της μεταμνημονιακής περιόδου μάλλον απέτυχαν…
Αυτό το οποίο χρειαζόταν η Ελλάδα μετά τα μνημόνια ήταν μια πολιτική η οποία θα της έδινε επενδύσεις. Ωστόσο, έμπλεξαν τα διάφορα εργαλεία πολιτικής με τις εκλογικές σκοπιμότητες. Αρα τα κόμματα, αντί να εστιάσουν στο πώς θα χτιστούν η ανταγωνιστικότητα και η ευημερία της Ελλάδος μετά το 2019 με έναν στέρεο τρόπο, διαγωνίστηκαν για το ποιο θα δαπανήσει περισσότερα χρήματα, τα οποία σε μεγάλο βαθμό πήγαν σε κατανάλωση και όχι σε επενδύσεις.
Το Ταμείο Ανάκαμψης ήταν μια μεγάλη ευκαιρία…
Ηταν το μεγαλύτερο δώρο, ήταν κάτι το απίστευτα γενναιόδωρο, το οποίο ήρθε και σε μια εξαιρετικά κρίσιμη στιγμή και μάλιστα οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης ήταν υπερεπαρκείς για να χρηματοδοτήσουν την ελληνική οικονομία. Αντ’ αυτού επιδοθήκαμε σε πολύ μεγάλο βαθμό πάλι σε διανομές επιδομάτων ιδιαίτερα την περίοδο της πανδημίας, τα οποία αφειδώς και ανεξέλεγκτα μοίραζε η κυβέρνηση. Η κυβέρνηση υποκρίθηκε ότι έχει ένα σχέδιο, το «Ελλάδα 2.0», αλλά όλη η ιστορία έτεινε προς το 0 παρά προς το 2.
Και τι πιστεύετε ότι έπρεπε να γίνει με αυτά τα χρήματα;
Πρώτα απ’ όλα έπρεπε να γίνει πολύ σοβαρός σχεδιασμός. Θα έπρεπε να επιλεγούν συγκεκριμένες υποδομές στις οποίες η Ελλάδα υστερεί βαριά. Το σιδηροδρομικό δίκτυο θα μπορούσε να γίνει άρτιο και σύγχρονο. Δεύτερον, θα μπορούσαμε να έχουμε επενδύσει μαζικά σε δίκτυα διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Τρίτον, θα έπρεπε να γίνουν επενδύσεις στο σύστημα Υγείας.
Θα μπορούσαμε να κινδυνεύσουμε να γυρίσουμε σε καταστάσεις όπως πριν από 15-16 χρόνια; Θέλω να πω, είμαστε θωρακισμένοι ή όχι;
Θα πρέπει να υπάρξει μια αυτοσυγκράτηση των πολιτικών δυνάμεων πρωτίστως αλλά και της κοινωνίας γενικότερα, να μη μεταπέσουμε σε μια κατάσταση ανέμελης και ανεξέλεγκτης κατανάλωσης. Αν επικρατήσει ένα τέτοιο πνεύμα πιστεύω ότι η ώρα των προβλημάτων δεν θα αργήσει να έρθει. Η ελληνική κοινωνία αν θέλει να αποφύγει την επανάληψη των μνημονίων, αν θέλει να μακροημερεύσει σε στέρεη βάση, εκτός από επενδύσεις, κατάρτιση και αυτοσυγκράτηση, θα πρέπει να πιστέψει και σε νέες αξίες οι οποίες αφορούν τόσο την πολιτική σταθερότητα όσο και γενικότερα μια νέα κοινωνική ηθική. Και επίσης βέβαια θα πρέπει να δούμε και το δημογραφικό.
Ποια αξιολογείτε ως τα σημαντικότερα προβλήματα σήμερα; Είναι η ακρίβεια; Το στεγαστικό; Και επίσης, αυτή η οικιστική ανάπτυξη βοηθάει τη χώρα; Γιατί ακούμε ότι έχουμε αφελληνισμό.
Για ένα νοικοκυριό το μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα είναι η ακρίβεια. Αλλά δεν είναι για όλα τα νοικοκυριά αυτό το πρόβλημα. Οσον αφορά το real estate, βοηθάει μια οικονομία μόνο όταν είναι παρακολούθημα της ανάπτυξης και όχι υποκατάστατό της. Διότι πολλοί λένε, εντάξει και το μπετόν είναι μια μορφή ανάπτυξης. Οχι, δεν είναι. Αυτό το οποίο κάνει όμως η κυβέρνηση είναι να δίνει, με άνεση που τρομάζει, γη και διαμερίσματα σε ξένους υπηκόους εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης, χωρίς να κάνει κανέναν ουσιαστικό έλεγχο.
Λέτε τώρα για την Golden Visa…
Η Golden Visa θεωρώ ότι είναι μια ταπεινωτική διαδικασία, είναι μια προσβολή για την ελληνική πολιτεία και τους Ελληνες, όπου ανταλλάσσεται μια άδεια παραμονής έναντι χρημάτων, το οποίο είναι αδιανόητο. Και επίσης, αυτός ο αφελληνισμός, αυτό το χυδαίο ξεπούλημα, μπορεί να έχει τρομερά αρνητικά εθνικά παρεπόμενα.
Ενα πολιτικό ερώτημα τώρα, θέλω να μου πείτε ποια θεωρείτε ότι είναι μια αξιόπιστη πρόταση διακυβέρνησης και ποιος μπορεί να την υπηρετήσει, μιλώντας συγκεκριμένα για τα ελληνικά πράγματα.
Η πρόταση διακυβέρνησης πρέπει να περιλαμβάνει αυτά τα οποία δεν έκανε η τωρινή κυβέρνηση την προηγούμενη επταετία. Δηλαδή, ένα συγκεκριμένο σχέδιο εθνικών επενδύσεων ταυτόχρονα με την ενίσχυση του μεταποιητικού τομέα της οικονομίας. Το δεύτερο είναι ότι θα πρέπει να δούμε μερικά επείγοντα θέματα Παιδείας. Και το τρίτο είναι ότι πρέπει να αποκτήσουμε μια σταθερότητα θεσμών και μια σοβαρότητα. Δηλαδή το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να συνεχίσει επ’ άπειρον με όλους αυτούς τους όρους κανιβαλισμού, καθύβρισης των πάντων και ξεσαλώματος. Πρέπει να επικρατήσει μια πιο ουσιαστική ανταλλαγή επιχειρημάτων και μέσα από αυτήν θα βρεθούν εθνικές συναινέσεις.
Αυτές οι συναινέσεις αφορούν και κόμματα που αποτελούν πολιτικούς και ιδεολογικούς αντιπάλους;
Αν ξεκινήσει μια τέτοια διαδικασία θα πρέπει να συμπεριληφθούν και κόμματα και δεν θα πρέπει να έχουμε φόβο στο να κάνουμε αυτόν τον διάλογο, αλλά βέβαια αυτό θα πρέπει να αντιστραφεί. Εγώ βλέπω μια διαδικασία ανάποδα, δηλαδή να ξεκινήσουν διαδικασίες συναίνεσης οι οποίες θα βασίζονται σε κοινωνικές διεργασίες, σε πραγματικά επιχειρήματα.
Από τα κάτω δηλαδή, οι ηγεσίες όμως δεν κινούνται σε μια τέτοια τροχιά. Βλέπετε να κινούνται με λογική διαβούλευσης, συναίνεσης;
Ανάγκα και θεοί πείθονται.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
