Από τη μια, η συμμετοχή της στον κατά Ρόμπερτ Αϊκ «Οιδίποδα» στη Στέγη που κάνει πρεμιέρα για δεύτερη χρονιά την προσεχή Πέμπτη με τη δική της φρέσκια προσθήκη στη διανομή, στον ρόλο της Ιοκάστης. Κι από την άλλη, η επίσημη ελληνική πρόταση για την υποψηφιότητα της «Σπασμένης φλέβας» του Γιάννη Οικονομίδη στα φετινά Οσκαρ.
Μοιάζει λες και η Μαρία Κεχαγιόγλου, αυτή η σπουδαία Ελληνίδα ηθοποιός, βρίσκεται σε μια ακόμα σημαντική στιγμή της καριέρας της. Η ίδια, ωστόσο, αποδεικνύει πόση δύναμη μπορεί να κρύβεται στην ευαλωτότητα, την αυθεντικότητα και την αλήθεια. Στη συζήτησή μας για τις «Νησίδες» της «Εφ.Συν.», αποφεύγει τις πομπώδεις δηλώσεις για την ηρωίδα της, παραδέχεται πως νιώθει αγωνία και φόβο και σε καμία περίπτωση δεν νιώθει πως έχει κατακτήσει κάποια κορυφή, αλλά αντίθετα πως έχει να ανέβει «ένα βουνό» στην προσπάθεια να συντονιστεί με τους συναδέλφους της. Αλλωστε, εάν σε κάτι σίγουρα πιστεύει στο θέατρο, είναι η ομαδικότητα κι αυτό το «μαζί».
Είστε μια κορυφαία Ελληνίδα ηθοποιός. Πώς νιώθετε που παίρνετε σκυτάλη από μια εξίσου σπουδαία ηθοποιό, την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη; Ετυχε να δείτε πέρυσι την παράσταση;
Σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια, αλλά δεν νιώθω καθόλου κορυφαία και δεν το λέω με καμιά διάθεση σεμνοτυφίας. Το λέω με την έννοια ότι ο δρόμος μου στο θέατρο είχε και έχει πολλά σκαμπανεβάσματα. Εχω περάσει περιόδους που δεν είχα προτάσεις, έχω μπει πολλές φορές στο Ταμείο Ανεργίας και κάποιες φορές έχω κλονιστεί. Ημουν όμως πολύ τυχερή στην αρχή, γιατί γνώρισα θεατρανθρώπους που με βοήθησαν να εξελιχθώ και να αντιληφθώ τι θέλω απ’ αυτή τη δουλειά, φυσικά μέσα από σπουδαία κείμενα και παραστάσεις που με ενδιέφεραν πολύ. Ξέρω ότι δούλεψα και συνεχίζω να δουλεύω με μεγάλη αγωνία κάθε φορά. Την παράσταση, ναι, είχα κλείσει εντελώς συμπτωματικά να τη δω πέρυσι λίγες μέρες πριν μου γίνει η πρόταση από τη Στέγη. Τι να πω τώρα για την Καρυοφυλλιά… Ηταν συγκλονιστική. Ανέβασε τον πήχη ψηλά.
Μπορεί να μη νιώθετε έτσι, όμως το βιογραφικό σας είναι εντυπωσιακό και μάλιστα χωρίς να περιλαμβάνει καθόλου «εύκολες» επιλογές. Δείχνει περισσότερο μια διάθεση αναζήτησης – έρευνας – πειραματισμού. Ποιους σταθμούς ξεχωρίζετε στη διαδρομή σας μέχρι σήμερα και τι σας κάνει κάθε φορά να πείτε το «ναι» σε μια νέα πρόταση;
Πιστεύω πως τις επιλογές που κάνουμε, με κάποιο τρόπο τις προκαλούμε, γιατί εκπέμπουμε όλοι μας σήματα ανάλογα με τις επιθυμίες μας και με κάποιο μαγικό τρόπο τα πράγματα γίνονται. Θα ξεχώριζα δύο περιόδους που με επηρέασαν περισσότερο, αν και από όλες τις δουλειές που συμμετείχα, ακόμα και από αυτές που δεν πέτυχαν ή εγώ δεν τα κατάφερα όπως ήθελα, κάτι έμαθα. Θα έλεγα ότι τα χρόνια του «Αμόρε» και του Λευτέρη Βογιατζή ήταν μια περίοδος πολύ γόνιμη. Από τη μια ο Λευτέρης που ήταν ένα απαιτητικό σχολείο και από την άλλη το «Αμόρε» που είχε χαρά και ελευθερία, ήταν ένας δημιουργικός συνδυασμός.
Η άλλη πολύτιμη περίοδος είναι τα χρόνια που είχαμε την ομάδα «Κανιγκούντα». Αυτής της ομάδας, που ήταν προσωπική μας υπόθεση, της χρωστάω πολλά. Φτιάξαμε κάτι σαν οικογένεια και εκεί ήταν σαν δεύτερο σπίτι. Εκεί είχε ασφάλεια, είχε όλα τα καλά και τα κακά της εγγύτητας και χρόνο, χρόνο για να τον διαθέσουμε όπως θέλαμε εμείς. Να ψάξουμε, να δοκιμάσουμε, να συζητήσουμε, να στενοχωρηθούμε και να χαρούμε μαζί. Το «μαζί» λοιπόν, ήταν κι αυτό μεγάλο σχολείο και μεγάλη δύναμη.
Την αξία της ομαδικότητας την έχω πολύ ψηλά και αυτό αναζητώ ακόμη. Αναζητώ τη σύνδεση με άλλους. Και παρόλο που οι καιροί μας δεν ευνοούν τέτοιες αξίες πια, τη συναντώ συχνά στους συναδέλφους μου. Πάρα πολύ συχνά συμβαίνει οι ηθοποιοί να συσπειρωθούν και να βγάλουν το φίδι από την τρύπα, να φτιάξουν την παράσταση, να βρουν λύσεις για τα πιθανά κενά της σκηνοθεσίας και να προσπαθήσουν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους ακόμα κι αν μιλούν διαφορετικές θεατρικές γλώσσες.
Πώς είναι να συναντάτε ξανά μετά από χρόνια τον καλό σας συνάδελφο Νίκο Κουρή; Τελευταία φορά που είχατε μοιραστεί την ίδια σκηνή ήταν το «Σε σας που με ακούτε» σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή.
Αχ, ο υπέροχος Νίκος. Μεγάλο στήριγμα – και έμπνευση. Και παλιά, αλλά και τώρα που τον ξαναβρίσκω έχει έναν μοναδικό τρόπο να εμπλέκεται με τα κείμενα και τις παραστάσεις. Σαν να τρελαίνεται. Ειδικά τώρα στον «Οιδίποδα» που τον αφορά και τον αγγίζει πολύ βαθιά το έργο, είναι τόσο δοσμένος που μόνο θαυμασμό μπορεί να προκαλεί.
Εχω την αίσθηση, χωρίς ακόμη να έχει δοθεί η πρεμιέρα, πως η Ιοκάστη στον «Οιδίποδα» του Αϊκ θα συγκαταλέγεται στις εξέχουσες στιγμές της καριέρας σας. Μοιράζεστε κι εσείς την ίδια αίσθηση;
Οχι, καθόλου, τρέμω. Νομίζω ότι μπροστά μου έχω να ανέβω ένα βουνό. Εχω μεγάλη αγωνία και φόβο. Είναι τόση η δουλειά που έχω να κάνω, που μακάρι να καταφέρω να σταθώ δίπλα στους συναδέλφους μου και να πούμε μαζί την ίδια ιστορία.
Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση στην προσέγγιση αυτού του εμβληματικού ρόλου για την αρχαία ελληνική γραμματεία;
Θα μου επιτρέψετε να μην απαντήσω για τον ρόλο γιατί τώρα βρίσκομαι ακριβώς στο στάδιο που ανακαλύπτω πράγματα για αυτή τη γυναίκα. Δεν έχω τη σιγουριά ακόμη να μιλήσω γι’ αυτή.
Στην ελεύθερη απόδοση του Ρόμπερτ Αϊκ, η Ιοκάστη είναι θύμα βιασμού από τον υπερήλικα Λάιο στα δεκατρία της χρόνια. Πώς βλέπετε, λοιπόν, την ηρωίδα σας μέσα από αυτό το σύγχρονο πρίσμα;
Ενα από τα πράγματα που σκέφτομαι είναι το πόσο δύσκολο είναι για ένα άτομο που έχει βιώσει κάτι τέτοιο, να μιλήσει γι’ αυτό. Φυσικά όλοι ξέρουμε ότι αποτελεί ένα πολύ σοβαρό ζήτημα και μπορούμε να έχουμε διάφορες αναφορές, όπως σκάνδαλα εκκλησιαστικά ή του Επστιν, τον σεξοτουρισμό σε εξωτικούς προορισμούς ή και πάμπολλες τραγικές οικογενειακές ιστορίες, αλλά αυτά όλα δεν παίζονται. Καλύτερα να τα σκεφτεί ο θεατής.
Ποια είναι τα στοιχεία που κατά τη γνώμη σας κάνουν την αρχαία ελληνική τραγωδία αξεπέραστη ώς τις μέρες μας; Θεωρείτε τη δουλειά του Αϊκ ένα πρότυπο μεταγραφής ενός αρχαίου έργου στο παρόν;
Είναι η μήτρα των πάντων. Της φιλοσοφίας, της λογοτεχνίας, της ψυχανάλυσης, της ποίησης, του μεταγενέστερου θεάτρου. Από την αρχαία ελληνική τραγωδία εμπνέονται σύγχρονοι καλλιτέχνες, όπως ο Αϊκ στη συγκεκριμένη μεταγραφή του «Οιδίποδα». Και το κάνει θαυμαστά. Διατηρεί τον πυρήνα του έργου του Σοφοκλή, όλα τα σκαλοπάτια της αποκάλυψης, το σασπένς, όλα προσαρμοσμένα σε σημερινά δεδομένα. Το εύρημα του χρόνου που μετράει αντίστροφα είναι για μένα καταληκτικό.
Πολλές φορές νιώθουμε πως η αρχαία ελληνική τραγωδία παρουσιάζεται με μεγαλύτερη σαφήνεια από ξένους σκηνοθέτες παρά από εμάς τους Ελληνες που συχνά ενδεχομένως να την υπερφορτώνουμε με περιττές ή άστοχες αναφορές, θέλοντας να προσθέσουμε κάτι δικό μας. Συμφωνείτε;
Εχουμε δει όντως κάποιες πολύ σημαντικές παραστάσεις από ξένες παραγωγές αλλά και κάποιες δικές μας, που αν σκεφτείς τις εγχώριες αντιξοότητες, μετράς αλλιώς την αξία τους. Αν σκεφτεί κανείς τα μέσα και την εκπαίδευση που διαθέτουμε, τη μικρή μας σύγχρονη θεατρική εμπειρία –μόλις 100 χρόνια, ενώ οι άλλες χώρες έχουν ασταμάτητη θεατρική δραστηριότητα για 6 ή 8 αιώνες–, αν σκεφτεί κανείς την απουσία κρατικής στήριξης για έρευνα και σπουδή πάνω στη δική μας πολύτιμη αρχαία κληρονομιά, είναι μικρά θαύματα, αυτές οι λίγες αλλά εξαιρετικές ελληνικές παραστάσεις πάνω στο αρχαίο δράμα. Εξάλλου είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο είδος, που απαιτεί χρόνο πολύ, αφοσίωση και γνώση. Αν λείπουν αυτά, είναι αναμενόμενο να βλέπουμε φολκλόρ παραστάσεις ενός επιπέδου.
Διδάσκετε Υποκριτική από το 2007, ενώ είστε και επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Θεάτρου του ΑΠΘ. Τι θεωρείτε σημαντικότερο να μεταδώσετε στους νέους ηθοποιούς;
Μέχρι πριν από λίγο καιρό θα είχα να σας πω πολλά πάνω σ’ αυτό. Τώρα όμως ένα έχω να πω στους νέους: «Κάντε όνειρα και παλέψτε να τα πραγματοποιήσετε. Μη φοβάστε!»
Η επιλογή της «Σπασμένης φλέβας» του Γιάννη Οικονομίδη ως επίσημης πρότασης της Ελλάδας για τα Οσκαρ είναι μια σημαντική στιγμή για όλους τους συντελεστές. Πώς αισθάνεστε βλέποντας μια δουλειά στην οποία συμμετείχατε να αποκτά αυτή τη διεθνή προοπτική;
Είναι όντως τιμή και αναγνώριση για την ταινία και μακάρι να προχωρήσει σε όλα αυτά τα στάδια πρόκρισης που την περιμένουν. Θα είναι μεγάλη χαρά και δικαίωση αν καταφέρει να ξεχωρίσει. Αλλά οι βραβεύσεις και τα έπαθλα είναι και ένα κομμάτι που πάντα με βάζει σε σκέψεις, γιατί πολύ συχνά βλέπω περισσότερο την εξυπηρέτηση ή την τακτοποίηση καταστάσεων και ισορροπιών του συστήματος. Με τη «Σπασμένη φλέβα» νιώσαμε οι συντελεστές την επίδραση που είχε στον κόσμο και αυτό ήταν μια δικαίωση που μας συγκίνησε. Εκεί δεν έχει λόγο ο άλλος να σου πει ψέματα. Το καταλαβαίνεις από το βλέμμα του και τα λόγια που του βγαίνουν.
Εχει ενδιαφέρον ότι αυτή την περίοδο συναντάμε το όνομά σας τόσο στη «Σπασμένη φλέβα» όσο και στον «Οιδίποδα» του Robert Icke. Βρίσκετε μια κοινή υπαρξιακή αγωνία στο βάθος;
Εχετε δίκιο, ναι. Εχουν κάτι κοινό. Και στις δυο ιστορίες οι ήρωες, τη στιγμή που νομίζουν ότι έχουν καταφέρει τους στόχους τους, γκρεμοτσακίζονται.
info
«Οιδίποδας»
Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Αϊκ Στέγη Ιδρύματος Ωνάση (Κεντρική Σκηνή)
Διαβάστε περισσότερα
