Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δεν διαθέτει ακριβώς…έμφυτο ταλέντο στη διαχείριση της εξουσίας, σχολιάζει σε σημερινή της ανάλυση η γερμανική εφημερίδα “Die Zeit” με τίτλο «Το “συνεχίζουμε όπως είμαστε” καταψηφίστηκε».
Αναφερόμενη στα χθεσινοβραδινά αποτελέσματα των εκλογών σε Βερολίνο και Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, η απόφαση του Μερτς να εμφανιστεί λίγο μετά τις έξι -πριν από οποιονδήποτε άλλον και ακριβώς τη στιγμή που τα αποτελέσματα άρχιζαν να προβάλλονται στις οθόνες – ήταν αξιοσημείωτη, εντυπωσιακή και…αναζωογονητικά τολμηρή. Αυτά που δήλωσε, ωστόσο, ήταν λιγότερο εντυπωσιακά και μάλλον ανησυχητικά. Ειδικότερα, επέμεινε στην προσέγγιση του «συνεχίζουμε όπως πριν» (“business as usual”), μια φράση που – σύμφωνα με την Zeit – θα μπορούσε να προστεθεί στο λεξικό “Duden” ως ο καθοριστικός πολιτικός προσανατολισμός της δεκαετίας του 2020.
Δεν υπήρχε τίποτα καινούργιο στην ομιλία του Καγκελαρίου, κανένα ουσιαστικό μήνυμα, πέρα από το: «Παραμένω εδώ». Ο Αντικαγκελάριος του SPD ακούστηκε εξίσου προβλέψιμος, ανακυκλώνοντας την ίδια ανούσια ρητορική που ακολούθησε κάθε προηγούμενη εκλογική ήττα. Κι όμως, μετά τις εκλογές σε τρία κρατίδια και το δεκαπενθήμερο που μεσολάβησε, υπάρχουν ακόμη περισσότερα επιχειρήματα ενάντια στην απλή συνέχιση της ίδιας πορείας.
Το εκλογικό σώμα απέρριψε τη λογική της «κατάστασης ως έχει». Ακολουθούν, λοιπόν, πέντε πράξεις αμφισβήτησης απέναντι στο σχέδιο της γερμανικής κυβέρνησης να επιμείνει στο ισχύον καθεστώς και να συνεχίσει την τρέχουσα «πορεία» της:
Πρώτον: Τα αποτελέσματα των τριών εκλογικών αναμετρήσεων του Σεπτεμβρίου δεν είναι σε καμία περίπτωση «ανάμεικτα» για τα δύο κόμματα που κυβερνούν σε ομοσπονδιακό επίπεδο, όπως θα ήθελαν να πιστεύουμε οι πρόεδροι και οι γενικοί γραμματείς τους. Είναι απλώς καταστροφικά.
Άλλωστε, η Μανουέλα Σβέζιγκ σημείωσε αξιόλογη επίδοση, έχοντας διαφοροποιηθεί ρητά και επιδεικτικά από τον κυβερνητικό συνασπισμό «Μαύρων-Κόκκινων» του Βερολίνου. Η στάση της απέναντι στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση – αλλά και στην ακροδεξιά AfD – τη βοήθησε να εξασφαλίσει μια σχετική νίκη.
Εκεί που αυτός ο συνδυασμός δεν ήταν εφικτός ή δεν υλοποιήθηκε, το CDU και το SPD υπέστησαν τεράστιες απώλειες – όπως στη Σαξονία-Άνχαλτ και στο Βερολίνο – ή κινδύνευσαν άμεσα να μείνουν εκτός κοινοβουλίου (καθώς βρέθηκαν κοντά στο όριο του 5%) για πρώτη φορά στην ιστορία τους· το CDU, ειδικότερα, εκδιώχθηκε απότομα από το πολιτειακό κοινοβούλιο του Μεκλεμβούργου – Δυτικής Πομερανίας.
Συνεπώς, τα αποτελέσματα των τριών εκλογικών αναμετρήσεων δεν ήταν ούτε χλιαρά ούτε ανάμεικτα· αντιθέτως, αποτέλεσαν μια αδιαμφισβήτητη λαϊκή ετυμηγορία κατά της πρακτικής της «συνέχισης της ίδιας πορείας» που ακολουθεί ο συνασπισμός «Μαύρων-Κόκκινων» σε ομοσπονδιακό επίπεδο.
Δεύτερον: Οι εκλογικές αναμετρήσεις των τελευταίων δύο εβδομάδων επιτρέπουν επίσης το συμπέρασμα ότι η άνοδος της AfD δεν είναι ασταμάτητη – υπό την προϋπόθεση ότι απέναντί του υπάρχουν ισχυρές προσωπικότητες, όπως η Μανουέλα Σβέζιγκ και, στο Βερολίνο, η υποψήφια δήμαρχος του κόμματος «Η Αριστερά» (Die Linke), Έλιφ Εράλπ.
Παράλληλα, ο Ούλριχ Σίγκμουντ απέδειξε με τον δικό του τρόπο ότι ο κατάλληλος επικεφαλής υποψήφιος μπορεί να κάνει τεράστια διαφορά. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, αποτελεί ακόμη ισχυρότερο επιχείρημα κατά της απλής συνέχισης της πορείας με τα ίδια πρόσωπα σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Το ίδιο ισχύει και για την ηγεσία και των δύο μεγάλων κυβερνητικών κομμάτων. Προς το παρόν, παραμένει ασαφές πώς ο Φρίντριχ Μερτς, ο Λαρς Κλίνγκμπαϊλ και η Μπέρμπελ Μπας – ως προσωπικότητες – θα μπορέσουν να φέρουν ξανά κάποια αλλαγή, τουλάχιστον με θετικό πρόσημο.
Τρίτον: Είναι σαφές ότι, μετά από τρεις εκλογικές αναμετρήσεις σε επίπεδο κρατιδίων που αποδείχθηκαν καταστροφικές – και εν μέσω εξίσου απογοητευτικών ποσοστών στις δημοσκοπήσεις – η κυβέρνηση ελπίζει πως η διεθνής ενεργειακή κρίση θα ωθήσει τους πολίτες στο να συσπειρωθούν γύρω της σε περιόδους δυσκολίας. Ωστόσο, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί αν συνεχίσει να ενεργεί με τον ίδιο τρόπο. Διότι οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι οι πρόσφατες κρίσεις – είτε πρόκειται για τις ακραίες θερμοκρασίες του περασμένου καλοκαιριού είτε για την τρέχουσα σύγκρουση στη Μέση Ανατολή που τροφοδοτείται από τους Χούθι – έχουν βαθιά διαρθρωτικό χαρακτήρα. Συνειδητοποιούν ότι ούτε ο κλιματισμός ούτε το πλαφόν στις τιμές των καυσίμων προσφέρουν μια μόνιμη λύση.
Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση της Zeit, η κυβέρνηση αδυνατεί να συγκεντρώσει τη δύναμη ώστε να προωθήσει δυναμικά την ενεργειακή μετάβαση – μια κίνηση που θα άνοιγε τουλάχιστον την προοπτική αντιμετώπισης των κρίσεων που προκαλούνται από τα ορυκτά καύσιμα. Αντί για τη συνέχιση της συνηθισμένης πορείας, απαιτείται μια ισχυρή ώθηση που θα ταράξει την κυβέρνηση και τη χώρα, προκειμένου να επιτευχθεί η διαρκής σταθερότητα μέσα από μια καθησυχαστική βιωσιμότητα.
Κι όμως, είναι γνωστό ότι ο Μερτς και ο Κλίνγκμπαϊλ βλέπουν τους κινδύνους των πολιτικών μεταβολών, αλλά σπάνια διακρίνουν τις ευκαιρίες που αυτές προσφέρουν.
Τέταρτον: Το κεντρικό επιχείρημα της κυβέρνησης – συχνά και το μοναδικό – για τη συνέχιση της τρέχουσας πορείας, είναι η «σταθερότητα». Ωστόσο, αν εξετάσει κανείς το ζήτημα προσεκτικότερα, διαπιστώνει ότι αυτό το επιχείρημα στην ουσία εκμεταλλεύεται την απολύτως κατανοητή επιθυμία για σταθερότητα που αισθάνονται πολλοί άνθρωποι σε δύσκολες περιόδους. Άλλωστε, η αστάθεια δεν πηγάζει αποκλειστικά από εξωτερικούς παράγοντες· επιτείνεται επανειλημμένα από την ίδια την κυβέρνηση – και συγκεκριμένα από τον ίδιο τον Καγκελάριο και τον αναπληρωτή του.
Η πολιτική σταθερότητα σε περιόδους κρίσης ασφαλώς δεν προκύπτει απλώς από το να παραμένουν στην εξουσία οι ηγεσίες του λεγόμενου κοινωνικού και πολιτικού κέντρου· αντιθέτως, απαιτείται η αναζωογόνησή τους. Με άλλα λόγια, αυτό που χρειάζεται είναι μια συναισθηματική επανασύνδεση ανάμεσα στο κοινωνικό κέντρο και την πολιτική του ηγεσία. Ωστόσο, μετά τη συγκεκριμένη εκλογική βραδιά, η Γερμανία βρίσκεται πιο μακριά από ποτέ από την επίτευξη αυτού του στόχου.
Πέμπτον: Πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτή η επανένωση; Για να το πετύχει, η κυβέρνηση θα έπρεπε καταρχάς να εντοπίσει, να αναγνωρίσει και να αξιοποιήσει εκείνες τις στιγμές όπου το αναγκαίο θα μπορούσε να συνδυαστεί με το «ωραίο», σχολιάζει η “Die Zeit”. Θα έπρεπε να αναπτύξει μια ικανότητα ανίχνευσης της θέρμης και της καλοσύνης, αντί να απαιτεί εμπιστοσύνη καταδικάζοντας παράλληλα κάθε αντίρρηση. Κι όμως, ακριβώς αυτό απέτυχε παταγωδώς να πράξει μόλις την περασμένη εβδομάδα. Όταν ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ μίλησε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπέρ της ένταξης της χώρας του ως συνδεδεμένου μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση – και ενώ η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία εξέφρασαν άμεσα παρόμοιες προθέσεις – η γερμανική κυβέρνηση δεν έσπευσε να αναδείξει και να χαιρετίσει αυτό το υπέροχο δείγμα ισχύος, σημειώνει η εφημερίδα.
Επιπλέον, στην ανάλυση τονίζεται ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση απέτυχε για μια ακόμη φορά να αφουγκραστεί τις βαθύτερες αγωνίες των πολιτών. Σε ολόκληρο τον κόσμο – αλλά και στη Γερμανία – οι προειδοποιήσεις των δημιουργών τεχνητής νοημοσύνης σχετικά με μια πιθανή καταστροφή που θα μπορούσε να προκληθεί από την τεχνολογία που αναπτύσσουν, αποτελούσαν αντικείμενο συζήτησης σε κάθε διαθέσιμο μέσο ενημέρωσης, καθώς και στα νοικοκυριά και τους χώρους εργασίας. Μόνο η κυβέρνηση – η οποία αντιμετωπίζει την τεχνητή νοημοσύνη αποκλειστικά με ελπίδα που αγγίζει τα όρια της απόγνωσης, τουλάχιστον σε δημόσιο επίπεδο – βρισκόταν για άλλη μια φορά εκτός επαφής με τον απλό κόσμο.
Δεν είναι αυτός ο τρόπος για να κινητοποιηθεί το πολιτικό Κέντρο. Η δυναμική – και σχεδόν όλο το κοινό αίσθημα – βρίσκεται πλέον στη Δεξιά. Η συνέχιση της ίδιας πορείας ακυρώνει το “ποτέ ξανά”, καταλήγει η Zeit.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
