Τον κώδωνα του κινδύνου για νέες πληθωριστικές πιέσεις κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2026 κρούει η Eurobank, επισημαίνοντας ότι η εκτίναξη των ενεργειακών τιμών, η γεωπολιτική αβεβαιότητα και τα μειωμένα αποθέματα φυσικού αερίου στην Ευρώπη δημιουργούν πρόσθετους κινδύνους για την ελληνική οικονομία και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Στο εβδομαδιαίο οικονομικό δελτίο «7 Ημέρες Οικονομία» η τράπεζα διαπιστώνει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει ανθεκτικότητα, με ρυθμό ανάπτυξης 1,9% το δεύτερο τρίμηνο, έναντι 1,2% στην Ευρωζώνη, ωστόσο προειδοποιεί ότι η άνοδος του πληθωρισμού στο 5,1% τον Σεπτέμβριο και η σημαντική αύξηση των τιμών του πετρελαίου ενδέχεται να επιβαρύνουν περαιτέρω τις οικονομικές συνθήκες τους επόμενους μήνες.
Σύμφωνα με την Eurobank, τo τέλος του γ’ τριμήνου 2026 χαρακτηρίστηκε, μεταξύ άλλων, από την επιδείνωση των συνθηκών στα πολεμικά μέτωπα Ρωσίας-Ουκρανίας και Μέσης Ανατολής, με αποτέλεσμα την όξυνση της αβεβαιότητας και την άνοδο των τιμών της ενέργειας. Τον Σεπτέμβριο, η μέση τιμή του πετρελαίου τύπου Brent διαμορφώθηκε στα 102,0 δολάρια ανά βαρέλι, καταγράφοντας αύξηση σε μηνιαία βάση κατά 15,8% και σε ετήσια κατά 51,0% (βλ. Διάγραμμα 1.1) Οι εξελίξεις αυτές, σε συνδυασμό με την ισχυρή τουριστική ζήτηση στην Ελλάδα, επηρέασαν ανοδικά τον πληθωρισμό για τον μήνα Σεπτέμβριο (+5,1% σε ετήσια βάση, έναντι +3,8% στην Ευρωζώνη), επιβαρύνοντας εκ νέου το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Αξίζει να αναφερθεί ότι στο σύνολο του γ’ τριμήνου, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα παρουσίασε επιβράδυνση σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο, από 4,4% στο 3,8%. Παρά ταύτα, οι παρούσες συνθήκες στο γεωπολιτικό και διπλωματικό πεδίο, τα μειωμένα αποθέματα φυσικού αερίου στην Ευρώπη σε σχέση με έναν χρόνο πριν και η εποχική ενίσχυση της ζήτησης ενέργειας για θέρμανση, δημιουργούν ανοδικές πιέσεις για τον πληθωρισμό του δ’ τριμήνου.
Ένα από τα ερωτήματα που διαμορφώνονται εδώ και αρκετούς μήνες είναι το κατά πόσο η τρέχουσα διαταραχή στο ενεργειακό πεδίο θα πλήξει την αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας. Το β’ τρίμηνο 2026, παρά το πρώτο κύμα των ανατιμήσεων που προκάλεσε ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο, η ελληνική οικονομία επέδειξε αντοχές, ενώ και η επίδοση της Ευρωζώνης αποδείχτηκε καλύτερη του αναμενομένου, εξέλιξη ευνοϊκή για τις ελληνικές εξαγωγές. Ο ετήσιος πραγματικός ρυθμός μεγέθυνσης διαμορφώθηκε στο 1,9%, έναντι 1,2% στην Ευρωζώνη, στηριζόμενος στις επενδύσεις παγίων, στην κατανάλωση, στις τουριστικές εισπράξεις και στις εξαγωγές αγαθών, συμπεριλαμβανομένων και των πετρελαιοειδών προϊόντων.
Βάσει των δεικτών οικονομικής συγκυρίας που έχουν δημοσιευτεί για το γ’ τρίμηνο (βλ. Διάγραμμα 1.2) υπάρχουν ενδείξεις ότι η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας διατηρήθηκε την περίοδο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου. Υπέρ αυτού του σεναρίου συνηγορούν και οι πρώτες παρατηρήσεις των δεικτών πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας για το γ’ τρίμηνο, όπως, φερ’ ειπείν, οι ρυθμοί αύξησης της απασχόλησης, των ταξιδιωτικών εισπράξεων και του όγκου των πωλήσεων στο λιανικό εμπόριο. Σημειώνεται ότι οι εθνικοί λογαριασμοί του γ’ τριμήνου είναι προγραμματισμένο να ανακοινωθούν από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) στις 7 Δεκεμβρίου.
Ο δείκτης οικονομικού κλίματος διατηρήθηκε σε ικανοποιητικά επίπεδα το γ’ τρίμηνο 2026, εκπέμποντας ένα θετικό μήνυμα για την πορεία της οικονομίας
Την περίοδο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 2026, ο δείκτης οικονομικού κλίματος που καταρτίζει το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) παρέμεινε αρκετά πάνω από τον μακροχρόνιο μέσο όρο του (100 μονάδες), σκιαγραφώντας μια θετική εικόνα για την αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας. Συγκεκριμένα, διαμορφώθηκε στις 107,2 μονάδες (βλ. Διάγραμμα 2.1), οριακά υψηλότερα από τον μέσο όρο των τελευταίων 14 τριμήνων, ενώ για πολλοστό τρίμηνο -για 17ο στη σειρά- υπεραπέδωσε έναντι της Ευρωζώνης (97,8 μονάδες).
Στους επιμέρους δείκτες εμπιστοσύνης που διαμορφώνουν τον γενικό δείκτη (βλ. Διαγράμματα 2.2-2.6), ξεχωρίζει η βελτίωση στο λιανικό εμπόριο, η ενίσχυση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, ωστόσο από αρκετά χαμηλή βάση, και η ανοδική τάση στις κατασκευές. Στη βιομηχανία, το ισοζύγιο των απαντήσεων αν και μειωμένο σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο διατηρήθηκε σε θετικό έδαφος (περισσότερες θετικές απαντήσεις σε σχέση με τις αρνητικές), ενώ το αντίστοιχο ισοζύγιο στις υπηρεσίες παρέμεινε σε σχετικά υψηλά επίπεδα.
Χρήζει αναφοράς ότι ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης στην Ελλάδα υπολείπεται σημαντικά των αντίστοιχων δεικτών των υπολοίπων τομέων της οικονομίας. Αυτό σημαίνει ότι οι προσδοκίες των επιχειρήσεων είναι περισσότερο θετικές από τις αντίστοιχες που διαμορφώνουν οι καταναλωτές. Σε ποιοτικούς όρους το ίδιο συμβαίνει στην Ευρωζώνη, ωστόσο η απόκλιση δεν είναι τόσο μεγάλη. Η διαφορά ανάμεσα στα επίπεδα εμπιστοσύνης των επιχειρήσεων και των καταναλωτών στην Ελλάδα θα μπορούσε να ερμηνευτεί εν μέρει από τις επιπτώσεις του πληθωρισμού στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, ειδικά εκείνων που η κύρια πηγή εισοδήματός τους είναι η μισθωτή εργασία ή οι μεταβιβαστικές πληρωμές (π.χ. συνταξιούχοι). Επιπρόσθετα, η πολυετής κρίση χρέους δύναται να επηρεάζει μέχρι και σήμερα τις προσδοκίες που διαμορφώνουν τα ελληνικά νοικοκυριά, ειδικά όταν η οικονομία πλήττεται από διαταραχές. Προς το παρόν αυτό αποτυπώνεται στον πολύ χαμηλό δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης και όχι στις καταναλωτικές δαπάνες.
Ο δείκτης PMI μεταποίησης παρέμεινε σε φάση ανάπτυξης το γ’ τρίμηνο 2026
Ο δείκτης υπευθύνων προμηθειών μεταποίησης (PMI) που καταρτίζει η S&P Global διαμορφώθηκε στις 54,2 μονάδες το γ’ τρίμηνο 2026 (βλ. Διάγραμμα 3), από 53,2 μονάδες το προηγούμενο τρίμηνο. Το εν λόγω αποτέλεσμα υποδηλώνει βελτίωση των λειτουργικών συνθηκών στη μεταποίηση για 15ο τρίμηνο στη σειρά. Συγκεκριμένα, τον Σεπτέμβριο, τα μέλη του πάνελ ανέφεραν ότι η αύξηση της ζήτησης, η οποία στηρίχτηκε σε πελάτες από την Ευρώπη και την Ασία, οδήγησε σε ενίσχυση των νέων παραγγελιών, της παραγωγής και της απασχόλησης. Παράλληλα, ωστόσο, ανέφεραν αύξηση στα κόστη εισροών και στις χρεώσεις εκροών λόγω της ανόδου των τιμών των καυσίμων. Σε επίπεδο προσδοκιών οι εταιρείες του πάνελ ήταν σε γενικές γραμμές αισιόδοξες για τις προοπτικές το επόμενο έτος.
Εν κατακλείδι, οι δείκτες συγκυρίας επέδειξαν αντοχές το γ’ τρίμηνο 2026, σκιαγραφώντας μια θετική εικόνα για την αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας. Ενθαρρυντικά είναι και τα μηνύματα από τους δείκτες πραγματικής δραστηριότητας που έχουν ανακοινωθεί μέχρι σήμερα. Τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), η χρηματοδότηση από τα εγχώρια Νομισματικά και Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα (ΝΧΙ) και η καλή πορεία των ταξιδιωτικών εισπράξεων και των εξαγωγών αγαθών ενισχύουν τη ζήτηση και συνεπακόλουθα την παραγωγή. Ωστόσο, δομικές αδυναμίες εξακολουθούν να υφίστανται, δηλαδή παράγοντες από την πλευρά της προσφοράς, και αντανακλώνται σε έναν βαθμό στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, αλλά και στον επίμονο πληθωρισμό. Τέλος, βάσει της παρούσας συγκυρίας – όξυνση των γεωπολιτικών εντάσεων και της ενεργειακής διαταραχής – οι κίνδυνοι στο δ’ τρίμηνο εξακολουθούν να είναι ανοδικοί για τον πληθωρισμό και καθοδικοί για την ανάπτυξη.
Το Προσχέδιο Κρατικού Προϋπολογισμού 2027 προβλέπει επιτάχυνση της ανάπτυξης με βασικό μοχλό τις επενδύσεις, σε αντίθεση με τις συγκρατημένες εκτιμήσεις του ΔΝΤ
Το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού 2027 προβλέπει επιτάχυνση του ρυθμού μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας στο 2,3% τo 2027, από 2,0% το 2026, με κύριο μοχλό την επενδυτική δραστηριότητα και δευτερευόντως την ιδιωτική κατανάλωση. Η πρόβλεψη υπερβαίνει κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες (π.μ.) την αντίστοιχη εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ, World Economic Outlook, Οκτώβριος 2026), το οποίο προβλέπει ανάπτυξη 1,8% τόσο το 2026 όσο και το 2027. Μεγαλύτερη είναι η απόκλιση στις προβλέψεις για τον πληθωρισμό, στο Προσχέδιο προβλέπεται αποκλιμάκωση του εθνικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή στο 2,6% το 2027, από 3,8% το 2026, έναντι 3,6% και 4,2% αντίστοιχα σύμφωνα με το ΔΝΤ. Μικρότερες είναι οι αποκλίσεις για την αγορά εργασίας, στο Προσχέδιο αναμένεται υποχώρηση της ανεργίας στο 7,9% το 2027, από 8,4% το 2026, έναντι 7,6% και 8,0% αντίστοιχα σύμφωνα με το ΔΝΤ.
Η επενδυτική δραστηριότητα αναμένεται να αποτελέσει τον βασικό μοχλό της οικονομικής μεγέθυνσης το 2027, με τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου να αυξάνεται κατά 7,9%, έναντι 7,7% το 2026, συνεισφέροντας περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα στην αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ. Ο λόγος επενδύσεων προς ΑΕΠ προβλέπεται να ενισχυθεί στο 18,6% τo 2027, από 17,8% το 2026, παραμένοντας χαμηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, υποδηλώνοντας τη διατήρηση σημαντικού επενδυτικού κενού. Η επίτευξη του επενδυτικού στόχου καθίσταται απαιτητική λόγω της ολοκλήρωσης του ΤΑΑ το 2026. Παρά την προβλεπόμενη αύξηση του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων, εξαιρουμένου του ΤΑΑ, στα €11,0 δισ. τo 2027, από €9,8 δισ. το 2026, η αντιστάθμιση της μείωσης των πόρων του ΤΑΑ και η κάλυψη του επενδυτικού κενού προϋποθέτουν σημαντική κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων.
Πέραν των επενδύσεων, θετική συμβολή στην οικονομική μεγέθυνση το 2027 αναμένεται να έχει η ιδιωτική κατανάλωση, η οποία προβλέπεται να αυξηθεί κατά 1,5%, υποστηριζόμενη από την ενίσχυση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος μέσω της αύξησης των μισθών, της αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού και των φορολογικών ελαφρύνσεων. Αντίθετα, η συμβολή του εξωτερικού τομέα αναμένεται να παραμείνει αρνητική, καθώς οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών προβλέπεται να αυξηθούν ταχύτερα από τις εξαγωγές (4,0% έναντι 3,1%), αντανακλώντας, μεταξύ άλλων, την υψηλή εισαγωγική ένταση της εγχώριας ζήτησης και ιδιαίτερα των επενδύσεων.
Στο δημοσιονομικό πεδίο, στο Προσχέδιο προβλέπεται η διατήρηση σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων, παρά τις νέες παρεμβάσεις φορολογικής και εισοδηματικής πολιτικής. Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης αναμένεται να διαμορφωθεί στο 3,3% του ΑΕΠ το 2027, έναντι 3,6% το 2026, ενώ το συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα εκτιμάται σε 0,3% του ΑΕΠ, από 0,6%. Οι βασικές μόνιμες δημοσιονομικές παρεμβάσεις έχουν συνολικό καθαρό κόστος περίπου €7,3 δισ. το 2027, έναντι €4,1 δισ. το 2026, συμπεριλαμβανομένων νέων μέτρων ύψους €2,3 δισ., με έμφαση στις φορολογικές ελαφρύνσεις, την εισοδηματική ενίσχυση και τη στήριξη της επιχειρηματικότητας. Οι δημοσιονομικές προβλέψεις του Προσχεδίου είναι ευνοϊκότερες από τις αντίστοιχες του ΔΝΤ, το οποίο εκτιμά πρωτογενές πλεόνασμα 2,6% του ΑΕΠ και συνολικό έλλειμμα 0,7% του ΑΕΠ το 2027. Σημειώνεται ότι οι δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας, ιδιαίτερα το 2024 και το 2025, υπερέβησαν προγενέστερες εκτιμήσεις του ΔΝΤ, χωρίς αυτό να προδικάζει αντίστοιχη εξέλιξη το 2027. Παράλληλα, ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ προβλέπεται να υποχωρήσει στο 128,8% το 2027 από 136,7% το 2026, εξέλιξη που αντανακλά την προβλεπόμενη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, τη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και τη συνεχιζόμενη δημοσιονομική προσαρμογή. Παρά τις αποκλίσεις στις προβλέψεις για την ανάπτυξη και τα δημοσιονομικά αποτελέσματα, το ΔΝΤ προβλέπει σχεδόν το ίδιο επίπεδο δημόσιου χρέους για το 2027 (128,7% του ΑΕΠ).,
Συνολικά, το μακροοικονομικό σενάριο του Προσχεδίου βασίζεται στη διατήρηση ισχυρής εγχώριας ζήτησης, με βασική πρόκληση τη διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής μετά την ολοκλήρωση του ΤΑΑ και την αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων. Οι κίνδυνοι για τις οικονομικές προοπτικές παραμένουν κυρίως καθοδικοί, όπως επισημαίνει και το ΔΝΤ. Η κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων και η διατήρηση υψηλών τιμών ενέργειας ενδέχεται να ενισχύσουν τις πληθωριστικές πιέσεις, περιορίζοντας το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και επιβαρύνοντας το κόστος παραγωγής. Παράλληλα, μια επιδείνωση των διεθνών χρηματοπιστωτικών συνθηκών θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος χρηματοδότησης και να περιορίσει τις επενδύσεις. Πρόσθετους κινδύνους συνιστούν η ασθενέστερη εξωτερική ζήτηση, οι αυξημένοι περιορισμοί στο διεθνές εμπόριο, και πιθανές καθυστερήσεις στην υλοποίηση επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων.
Διαβάστε περισσότερα
