Μέρα με τη μέρα πολλαπλασιάζονται τα στοιχεία που δείχνουν ένα σαθρό κατηγορητήριο βάσει του οποίου έχουν προφυλακιστεί οι δύο 42χρονοι κατηγορούμενοι για τον εμπρησμό του υποκαταστήματος της Marfin στην οδό Σταδίου στις 5 Μαΐου του 2010, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο της τεσσάρων μηνών εγκύου Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, του Επαμεινώνδα Τσάκαλη και της Παρασκευής Ζούλια.
Μετά τις αποκαλύψεις για την αναξιοπιστία του ανώνυμου email -η αναφορά σε άτομο ως φυσικό αυτουργό της επίθεσης που όμως εκείνη την περίοδο ήταν κρατούμενος στις φυλακές Κορυδαλλού, όπως και η αναφορά σε συγκεκριμένη κατάληψη ως στέκι των δραστών η οποία δεν υπήρχε τότε-, ακόμα ένα στοιχείο που βρίσκεται στη διάθεση της «Εφ.Συν.» έρχεται να ενισχύσει αυτή την πεποίθηση.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, ένας εκ των ανθρώπων που κατονομάζονται στο επίμαχο email έχει ήδη ελεγχθεί από τις Αρχές και έχει αποκλειστεί η οποιαδήποτε σχέση του, αφού το όνομά του βρισκόταν και στο στικάκι που αφέθηκε σε παγκάκι το 2021 και για το οποίο η ΕΛ.ΑΣ. ενημερώθηκε από ανώνυμο τηλεφώνημα. Η έκθεση της ΔΕΕ αποκλείει ρητά οποιαδήποτε ταυτοποίηση του συγκεκριμένου ατόμου (και άλλων) με τους δράστες του εμπρησμού, ενώ ο ίδιος έχει ακλόνητο άλλοθι καθώς εκείνη την περίοδο συμμετείχε στην αποστολή «ένα καράβι για τη Γάζα». Πλήθος μαρτύρων πιστοποιεί ότι εκείνη την περίοδο τον απασχολούσε μόνο αυτό, ενώ τις περισσότερες ώρες της ημέρας βρισκόταν στις εργασίες κατασκευής του σκάφους το οποίο απέπλευσε μέσα στον Μάιο.
«Δεν έχουμε καμία εμπιστοσύνη στις Αρχές. Πρόκειται για άλλη μία κατασκευασμένη υπόθεση, για τον ορισμό της σκευωρίας, όμως δεν μπορούμε να είμαστε αμυντικοί και παθητικοί απέναντι σε αυτό το δυστοπικό πράγμα που προσπαθούν να φτιάξουν»
«Δεν έχουμε καμία εμπιστοσύνη στις Αρχές. Πρόκειται για άλλη μία κατασκευασμένη υπόθεση, για τον ορισμό της σκευωρίας, όμως δεν μπορούμε να είμαστε αμυντικοί και παθητικοί απέναντι σε αυτό το δυστοπικό πράγμα που προσπαθούν να φτιάξουν» λέει ο ίδιος ο Μ. (σ.σ. τα στοιχεία του βρίσκονται στη διάθεση της εφημερίδας) μιλώντας στην «Εφ.Συν.» και προσθέτει πως «το θέμα πρέπει να ανοίξει και κοινωνικά, δεν αφορά μόνο τον αναρχικό χώρο, αφορά τους πάντες. Πια μπορούν για όποιον θέλουν 100 χρόνια μετά να κατασκευάσουν μια ιστορία φανερά κακοφτιαγμένη, προσπαθώντας να περάσουν το αφήγημά τους. Το θετικό είναι ότι ο κόσμος δεν τους πιστεύει».
«Πήγαμε και δηλώσαμε διαθέσιμοι στην ανακρίτρια γιατί δεν χρειάζεται να κάνουν πάλι σόου σε βάρος μας. Δεν υπάρχει κανένα νέο στοιχείο. Αναμοχλεύουν και μαγειρεύουν όσα είχαν τόσα χρόνια επειδή είναι προεκλογική περίοδος. Είναι αδίστακτοι», μας λέει ο Μ. και συμπληρώνει:
«Για όλους αυτούς είμαστε αναλώσιμοι, δεν τους νοιάζει που προφυλακίστηκαν δύο άνθρωποι και κατηγορείται ακόμα μία και καταστρέφεται η προσωπική τους ζωή. Ταΐζουν τα ΜΜΕ με διαρροές που δεν στέκουν για να ενισχύσουν το αφήγημά τους. Προκειμένου να μείνουν στην εξουσία πατάνε επί πτωμάτων, πλέον και κυριολεκτικά. Και οι συγγενείς των θυμάτων είναι αναλώσιμοι γι’ αυτούς».
Η ίδια η έκθεση της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, που αποκάλυψε μέσα στην εβδομάδα η «Καθημερινή», αναδεικνύει τη σαθρότητα της υπόθεσης και την ανεπάρκεια του αποδεικτικού υλικού πάνω στο οποίο στηρίχθηκαν οι διώξεις, καθώς η βιομετρική ανάλυση δεν καταλήγει σε ταυτοποίηση κανενός από τους τρεις κατηγορούμενους.
Στην κλίμακα αξιολόγησης από το -3 έως το +3, όπου το +3 αντιστοιχεί σε πλήρη ταυτοποίηση, τα αποτελέσματα κυμαίνονται από το 0 έως το +2, δηλαδή από αδυναμία εξαγωγής συμπεράσματος έως απλή ομοιότητα. Για κανέναν δεν προκύπτει πλήρης ταυτοποίηση, πράγμα που οι Αρχές απέκρυψαν κατά τις διαρροές τους στα ΜΜΕ μέσω του διαβιβαστικού της ΕΛ.ΑΣ. Το βασικό συμπέρασμα της ΔΕΕ αναφέρεται κυρίως σε επίκτητα χαρακτηριστικά δύο κινητών αντικειμένων και συγκεκριμένα δύο σακιδίων πλάτης, πράγμα που από μόνο του νομικά δεν μπορεί να θεμελιώσει κατηγορία, πόσο μάλλον προφυλάκιση.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ενός εκ των δύο προφυλακισμένων, για τον οποίο η ίδια η έκθεση παραδέχεται ότι ήταν αδύνατη οποιαδήποτε μορφολογική εξέταση του προσώπου «λόγω της εκτεταμένης χρήσης μέσων απόκρυψης». Αντίστοιχα ανύπαρκτα είναι και τα ευρήματα για τη 46χρονη, η οποία έχει καταγραφεί στη διαδήλωση, όχι όμως στον χώρο και τον χρόνο του εμπρησμού.
Το πρώτο φιάσκο με τα ανύπαρκτα στοιχεία
Η δίκη για τον εμπρησμό της Marfin και την επίθεση στο βιβλιοπωλείο «Ιανός», που πραγματοποιήθηκε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας το 2016, εξελίχθηκε σε μια πολύμηνη αποδεικτική διαδικασία, κατά την οποία το αρχικό κατηγορητήριο αποδομήθηκε στο σύνολό του. Στο εδώλιο κάθισαν ο Θ.Σ., κατηγορούμενος ως ένας από τους δράστες της φονικής επίθεσης στη Marfin, και ο Π.Α. για την επίθεση στον «Ιανό». Από την πρώτη κιόλας στιγμή είχε φανεί πως η δίωξη στηριζόταν σε ανύπαρκτα αποδεικτικά στοιχεία και ότι η αστυνομική έρευνα που είχε διενεργηθεί ήταν άκρως προβληματική.
«Ως άνθρωπος που αγωνίζεται για την αντιεξουσία και την ελευθερία, δεν θα μου επέτρεπα να κάνω αυτό για το οποίο κατηγορούμαι» είχε πει κατά την απολογία του ο Θ.Σ., ο οποίος λοιδορήθηκε επί πέντε ολόκληρα χρόνια. Αξίζει να σημειωθεί πως ήδη από την ανακριτική διαδικασία η αρμόδια υπηρεσία της Ασφάλειας, απαντώντας σε σχετικό αίτημα του ανακριτή, είχε ξεκαθαρίσει πως δεν υπάρχει δυνατότητα ταυτοποίησης της φωτογραφίας του Θ.Σ. από την κάμερα έξω από τη Marfin με φωτογραφία του από κάμερα τράπεζας στην Ομόνοια (σ.σ. δηλαδή πολύ μακριά από το σημείο του συμβάντος), στην οποία φαινόταν ο ίδιος να φοράει ξεκάθαρα διαφορετικά ρούχα από αυτά που φορούσαν οι δράστες.
Κατά την εξέταση των αυτοπτών μαρτύρων αναδείχθηκε το βασικό πρόβλημα της κατηγορίας, που δεν ήταν άλλο από το ότι κανένας τους δεν μπορούσε να αναγνωρίσει κανέναν από τους δύο.
Κατά την εξέταση των αστυνομικών που συμμετείχαν στην προανάκριση αναδείχθηκαν κενά στη μεθοδολογία της έρευνας και ζητήματα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο προέκυψε η υποτιθέμενη ταυτοποίηση του Θ.Σ. Σημειώνεται, δε, πως ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν βρισκόταν καν στο σημείο εκείνη την ημέρα, αλλά εργαζόταν στον Διόνυσο. Οπως φάνηκε, το κατηγορητήριο δεν στηριζόταν σε άμεσες αποδείξεις, αλλά σε συνδυασμό ενδείξεων που δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να θεμελιώσουν ποινική ευθύνη.
Το πρώτο φιάσκο της Marfin έληξε με το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο να κηρύσσει ομόφωνα αθώους και τους δύο κατηγορούμενους.
Οι αποκαλύψεις στη δίκη στελεχών το 2013
Τρία χρόνια πριν από το δικαστικό φιάσκο, το 2013, ένα άλλο δικαστήριο αποφάσισε την καταδίκη τριών εκ των τεσσάρων στελεχών της Marfin, του διευθύνοντος συμβούλου, Κωνσταντίνου Βασιλακόπουλου, του υπεύθυνου ασφαλείας του κτιρίου, Εμμανουήλ Βελονάκη, και της διευθύντριας του καταστήματος, Αννας Βακαλοπούλου, για τις ανθρωποκτονίες από αμέλεια των τριών υπαλλήλων και τις σωματικές βλάβες άλλων 21, καθώς δεν επέτρεψαν την ώρα των επεισοδίων στους εργαζόμενους να φύγουν από τον χώρο εργασίας, παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι το ζητούσαν, αλλά κυρίως για τις παραλείψεις που εκ των υστέρων εντοπίστηκαν στα θέματα ασφαλείας με αποτέλεσμα να χαθούν τρεις ζωές.
«O κ. Βγενόπουλος μας ρώτησε, σε συνάντηση που είχαμε μετά, γιατί δεν φύγαμε αφού φοβηθήκαμε. Προφανώς δεν είχε εργαστεί σε δική του εταιρεία» είχε καταθέσει τότε ενώπιον του δικαστηρίου εργαζόμενη του υποκαταστήματος, αποκαλύπτοντας το εργασιακό καθεστώς που οδήγησε στον φονικό εγκλωβισμό των εργαζομένων στο κτίριο.
«Πιστεύαμε ότι θα φύγουμε νωρίτερα λόγω της πορείας (σ.σ. έγινε τότε σε άλλες τράπεζες), αλλά δεν γινόταν χωρίς εντολή. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε του κεφαλιού μας» είπε άλλη εργαζόμενη, ενώ, απαντώντας σε ερώτηση της προέδρου «γιατί δεν απήργησαν εκείνη την ημέρα», η μάρτυρας είπε ότι «στον ιδιωτικό τομέα είναι άγραφος νόμος ότι όποιος απεργεί δεν προάγεται, ούτε λαμβάνει αύξηση μισθού».
Στην πρότασή της η εισαγγελέας είχε ζητήσει την ενοχή και των τεσσάρων στελεχών της τράπεζας τόσο για τον θάνατο των τριών όσο και για τη σωρεία των σωματικών βλαβών σε βάρος άλλων εργαζομένων. Οπως είχε αναφέρει στην πρότασή της, οι κατηγορούμενοι «μπορούσαν να προβλέψουν και να αποτρέψουν το αποτέλεσμα, αλλά εκείνοι δεν έλαβαν κανένα μέτρο πυροπροστασίας ή εκκένωσης του κτιρίου».
Επιστολή, τηλεφώνημα, email… ανώνυμα
Η πρώτη προσπάθεια κατασκευής ενόχων για την υπόθεση το 2011 βασίστηκε σε ένα ανώνυμο σημείωμα που υποδείκνυε τρεις αναρχικούς από τα Εξάρχεια ως «μπροστάρηδες στο κάψιμο της Marfin», οι οποίοι μάλιστα πετούν και μολότοφ στην Κερατέα στις διαμαρτυρίες της εποχής για τον ΧΥΤΑ. Στο σημείωμα αυτό ο συντάκτης του δεν είχε αρκεστεί μόνο στα ονόματα, αλλά είχε δώσει διευθύνσεις και τηλεφωνικούς αριθμούς.
Λόγω αυτού του ανεκδιήγητου σημειώματος τρεις άνθρωποι στιγματίστηκαν και ταλαιπωρήθηκαν επί πέντε ολόκληρα χρόνια, οι δύο εξ αυτών απαλλάχθηκαν από το δικαστικό συμβούλιο και δεν παραπέμφθηκαν καν σε δίκη, ενώ ο τρίτος αθωώθηκε πανηγυρικά στο δικαστήριο.
Ακολούθησε το 2021 ένα ανώνυμο τηλεφώνημα στην ΕΛ.ΑΣ., που υπέδειξε στους αστυνομικούς ένα στικάκι, το οποίο είχε αφεθεί σε ένα παγκάκι και σχετιζόταν με την τραγωδία του 2010. Μέσα στο στικάκι υπήρχε μια λίστα με περίπου 20 ονόματα (σ.σ. ανάμεσά τους και αυτό του Μ.) τα οποία στοχοποιούνταν ευθέως ως δράστες του εμπρησμού του υποκαταστήματος της Marfin, αλλά μετά από έλεγχο των εργαστηρίων της ΕΛ.ΑΣ. αποκλείστηκαν όλοι και η υπόθεση μπήκε στο αρχείο. Το τρίπτυχο του φιάσκου συμπληρώνεται σήμερα, 16 χρόνια μετά, καθώς η υπόθεση άνοιξε εκ νέου βασιζόμενη σε ένα ανώνυμο email το οποίο δεν εισφέρει τίποτα το ουσιώδες στην υπόθεση και στοχοποιεί οκτώ άτομα του αντιεξουσιαστικού χώρου (σ.σ. ανάμεσά τους και τον Μ.).
Παρότι το βασικό «στοιχείο» που ανακίνησε και ανέσυρε τη δικογραφία είναι «τρύπιο», σε μια καφκική εκδοχή εξέλιξης των πραγμάτων, δεν στάθηκε αρκετό προκειμένου οι δύο κατηγορούμενοι να μην προφυλακιστούν. Τι κι αν ο Μιχ. Χρυσοχοΐδης, αντιλαμβανόμενος ότι πρόκειται να εκτεθεί μέσω αυτού, προσπάθησε να το υποβαθμίσει, κάνοντας λόγο ακόμα και για «μυθεύματα», τα δεδομένα δεν είναι άλλα από το ντροπιαστικό γεγονός ότι η ΕΛ.ΑΣ. στηρίχθηκε σε ένα ανύπαρκτο στοιχείο προκειμένου να ανοίξει εκ νέου την υπόθεση προεκλογικά.
Διαβάστε περισσότερα
