Τελευταία νέα
Πυροβολισμοί στα Πατήσια: «Προσπάθησε να μου κλέψει τη μηχανή», κατέθεσε ο 55χρονος Ο βασιλιάς Κάρολος ξεκαθαρίζει ποιος θα είναι ο ρόλος του Χάρι και της Μέγκαν Πεδίον δόξης λαμπρόν για τους εργολάβους η ΑΙ Σταματήστε την κοροϊδία σε βάρος των συνταξιούχων Το ποσοστό Σαμαρά θα κρίνει τις… δεύτερες εκλογές Στην Αθήνα ο νέος πρέσβης της Γαλλίας Νικόλας Κασσιανίδης: «Μοναδική η εταιρική μας σχέση» Κυβέρνηση vs ΕΛΑΣ: Οι 10 διαφορές ανάμεσα στα δύο προγράμματα, μετά τις ανακοινώσεις Μητσοτάκη – Τσίπρα από τη Θεσσαλονίκη ΚΚΕ για AfD: Η ακροδεξιά είναι χρήσιμη σε συνθήκες πολεμικής προετοιμασίας «Χτύπημα» Σαλμά σε Μητσοτάκη: «Το πότε τελειώνει η καριέρα του καθενός δεν το καθορίζει ο κ. Μητσοτάκης» Οικονομική ενίσχυση 1.000 ευρώ για κάθε νέο παιδί σε οικογένειες από τον Δήμο Καλλιθέας – Ποια είναι τα κριτήρια Συνάντηση Γεραπετρίτη με Μαροκινό ομόλογο: «Το μεταναστευτικό είναι κοινή ευρωπαϊκή πρόκληση» – Το μήνυμα για τη Θέουτα Πυρά Νυφούδη σε Μητσοτάκη: Δεν άγγιξε καθόλου τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα
Efsyn.gr

New York Times: Σκάνδαλο δισεκατομμυρίων στην κυβέρνηση Ζελένσκι – Ελαττωματικά βλήματα και υπερκοστολογήσεις

Όταν Ρώσοι στρατιώτες επιτέθηκαν στις γραμμές των χαρακωμάτων στην ανατολική Ουκρανία το 2024, τα ουκρανικά πληρώματα πυροβολικού άνοιξαν πυρ. Όμως οι οβίδες, αντί να εκρήγνυνται κοντά στα προελαύνοντα στρατεύματα, είτε έβγαιναν ατελέσφορα από τους σωλήνες εκτόξευσης, είτε έπεφταν στο έδαφος με έναν υπόκωφο γδούπο, σηκώνοντας μικρά σύννεφα σκόνης.
Όπως αποδείχθηκε, ένα ουκρανικό εργοστάσιο οπλικών συστημάτων είχε προμηθεύσει τον στρατό με χιλιάδες ελαττωματικές οβίδες όλμων. Ένας μεγαλόσωμος διευθυντής εργοστασίου όπλων, ο Leonid Shyman, θα συλλαμβανόταν τελικ,ά και θα κατηγορείτο ποινικά, σε μία από τις πιο προβεβλημένες υποθέσεις απάτης στη βιομηχανία άμυνας, κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Ωστόσο, ακόμη και όταν οι αρμόδιοι της κυβέρνησης Ζελένσκι διαπίστωσαν ότι τα όπλα έφταναν ελαττωματικά, η Υπηρεσία Αμυντικών Προμηθειών της Ουκρανίας συνέχισε να αναθέτει στο εργοστάσιο του κ. Shyman νέες συμβάσεις, όπως προκύπτει από κυβερνητικούς ελέγχους το περιεχόμενο των οποίων δημοσίευσαν σε άρθρο τους οι New York Times.
Η υπόθεση αντανακλά ένα επίμονο φαινόμενο του πολέμου στην Ουκρανία: 7 από τους 10 μεγαλύτερους στρατιωτικούς αναδόχους της χώρας εξασφάλισαν νέες συμβάσεις, παρά το γεγονός ότι βρίσκονταν αντιμέτωποι με ανοιχτές ποινικές ανακρίσεις για απάτη, είχαν αποτύχει να εκπληρώσουν προηγούμενες συμφωνίες ή είχαν δει τους διευθύνοντες συμβούλους τους να συλλαμβάνονται για διαφθορά, σύμφωνα με κυβερνητικούς ελέγχους που εξασφάλισαν οι NYT, με δικαστικά αρχεία και με δημοσιεύματα ουκρανικών μέσων ενημέρωσης.
Ο κ. Shyman, για παράδειγμα, βρισκόταν στο επίκεντρο πολλαπλών ερευνών από υπηρεσίες καταπολέμησης της διαφθοράς, μεταξύ άλλων για υπεξαίρεση και απάτη, όταν κέρδισε εκείνη την πρώτη σύμβαση για όλμους. Η κυβέρνηση, του ανέθεσε τη συμφωνία ύψους 280 εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ ο ίδιος βρισκόταν ελεύθερος με εγγύηση αντιμετωπίζοντας κατηγορίες για διαφθορά.
Εμπιστευτικές αξιολογήσεις της Κρατικής Υπηρεσίας Ελέγχου και μιας εσωτερικής υπηρεσίας ελέγχου του υπουργείου Άμυνας, αποκαλύπτουν ένα σύστημα στρατιωτικών προμηθειών γεμάτο κακοδιαχείριση. Τα προειδοποιητικά σημάδια αγνοούνται, σύμφωνα με τα αρχεία, ενώ σπανίως υπάρχουν επιπτώσεις για υπερτιμολογήσεις ή για αποτυχία παράδοσης των συμφωνηθέντων.
Εταιρίες κέρδιζαν συμβάσεις χωρίς να έχουν αποδείξει ότι ήταν σε θέση να παράσχουν τα όπλα ή ακόμη και χωρίς να διαθέτουν τις απαιτούμενες άδειες για να τα παραδώσουν. Οι ελεγκτές εντόπισαν 18 εταιρίες που υπέγραψαν συμφωνίες παρότι είχαν αθετήσει προηγούμενες συμβάσεις. 6 από αυτές τις εταιρίες δεν ολοκλήρωσαν ούτε μία σύμβαση.
Στρατιωτικοί ανάδοχοι από όλο τον κόσμο —μεταξύ αυτών ο πλουσιότερος έμπορος όπλων στον κόσμο, καθώς και ουκρανικές και αμερικανικές εταιρίες— έχουν αποκομίσει τεράστια κέρδη μέσα από αυτό το σύστημα.
Οι εσωτερικοί κυβερνητικοί έλεγχοι έδειξαν ότι μόνο το 2024 η Ουκρανία έχασε περίπου 1,2 δισεκατομμύρια δολάρια από απάτη, σπατάλη και κακοδιαχείριση.
Οι απώλειες αυτές, οι οποίες δεν είχαν δημοσιοποιηθεί, συσσωρεύονταν την ώρα που ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι απηύθυνε έκκληση στους συμμάχους για περισσότερα όπλα και οικονομική βοήθεια.
«Ο στρατός δεν παίρνει αυτά που χρειάζεται και ο προϋπολογισμός συρρικνώνεται εξαιτίας των μη παραδόσεων και των υπερπληρωμών», δήλωσε σε συνέντευξή του ο Tamerlan Vahabov, πρώην σύμβουλος της Υπηρεσίας Αμυντικών Προμηθειών της Ουκρανίας. «Ως αποτέλεσμα, δεν έχουμε χρήματα για να παραγγείλουμε περισσότερα όπλα. Και δεν έχουμε την ποσότητα πυρομαχικών που χρειαζόμαστε. Και αυτό είναι ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο».
Περίπου 126 εκατομμύρια δολάρια χάθηκαν εξαιτίας της παράκαμψης χαμηλότερων προσφορών και της υπερπληρωμής για όπλα. Οι συμβάσεις ανατέθηκαν χωρίς νομική αιτιολόγηση, ανέφεραν οι ελεγκτές. Σε μία περίπτωση, εταιρίες εξακολουθούν να βρίσκονται σε δικαστική διαμάχη για την τύχη προκαταβολών ύψους τουλάχιστον 100 εκατομμυρίων δολαρίων για μια συμφωνία που τελικά κατέρρευσε.
Οι έλεγχοι που εξασφάλισαν οι Times καλύπτουν τα έτη 2024 και 2025. Δεν είναι σαφές, το τι έκανε, αν μη τι άλλο, η Υπηρεσία Αμυντικών Προμηθειών, ως απάντηση στους ελέγχους. Επειδή είναι διαβαθμισμένοι, δεν έχουν αποτελέσει ποτέ, αντικείμενο δημόσιου ελέγχου.
Ο διευθυντής της υπηρεσίας προμηθειών, Arsen Zhumadilov, αρνήθηκε να σχολιάσει. Ο κ. Zhumadilov παραιτήθηκε, και αποχώρησε από τη θέση του.
Η ίδια διαδικασία προμηθειών που κράτησε την Ουκρανία στον πόλεμο και κατέστησε δυνατή την επανάσταση των drones έχει μετατραπεί η ίδια σε ευπάθεια — μια ευπάθεια που έχει κλονίσει την εσωτερική πολιτική σκηνή. Ένας πρώην υπουργός Άμυνας, ο Mykhailo Fedorov, προσπάθησε να αναμορφώσει το σύστημα, και δήλωσε ότι οι αμυντικοί ανάδοχοι τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει το αξίωμά του επειδή επιχείρησε να το κάνει.
«Υπάρχει πολλή διαφθορά», δήλωσε ο κ. Fedorov μετά την αποπομπή του. Η απομάκρυνσή του, πυροδότησε τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις στους δρόμους, από την έναρξη του πολέμου. Ο κ. Zelensky έχει δηλώσει ότι απέλυσε τον κ. Fedorov εξαιτίας των συγκρούσεών του με στρατιωτικούς ηγέτες.
Ο κ. Zelensky δεν έχει καταφέρει να εξυγιάνει το σύστημα προμηθειών, ενώ τα προβλήματα έχουν φτάσει μέχρι τον στενό του κύκλο. Πέρυσι, ερευνητές κατά της διαφθοράς κατέγραψαν κρυφά τον πρώην επιχειρηματικό συνεργάτη του να παροτρύνει αξιωματούχους να αγοράσουν θωράκια, που είχαν αποτύχει σε δοκιμές ασφαλείας. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο άνδρας διέφυγε από την Ουκρανία εν μέσω της έρευνας. Ο κ. Zelensky δεν έχει εμπλακεί στην υπόθεση και έχει δηλώσει ότι στηρίζει την έρευνα.
Οι κυβερνητικοί έλεγχοι προσφέρουν λεπτομερή εικόνα για τους παράγοντες, στην Ουκρανία και στο εξωτερικό, που έχουν αποκομίσει κέρδη από τον πόλεμο.
«Ο,τιδήποτε δεν είναι καρφωμένο στη θέση του στην Ουκρανία, θα κλαπεί», δήλωσε ο James Wasserstrom, Αμερικανός ειδικός σε θέματα καταπολέμησης της διαφθοράς, ο οποίος σε όλη τη διάρκεια του πολέμου έχει προσπαθήσει να επιστήσει την προσοχή, στην απάτη στη βιομηχανία άμυνας. «Αυτή είναι μια παράδοση που κρατάει εδώ και πολύ καιρό».
Αποτυχία, συμβάσεις εκατομμυρίων και νέα αποτυχία
Οι αστοχίες των όλμων αποτέλεσαν ηχηρό πλήγμα στο πεδίο της μάχης και σημαντικό πλήγμα για την εικόνα της Ουκρανίας.
Το ουκρανικό ειδησεογραφικό μέσο censor.net αποκάλυψε την υπόθεση. Το Κοινοβούλιο διεξήγαγε έρευνα και, τον Απρίλιο του 2025, η αστυνομία συνέλαβε τον κ. Shyman, διευθυντή του εργοστασίου. Του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για απάτη ύψους περίπου 68 εκατομμυρίων δολαρίων — ποσό που αντιστοιχούσε στο κόστος ελέγχου και αντικατάστασης, δεκάδων χιλιάδων ελαττωματικών όλμων.
Αργότερα, δικαστήριο έκρινε ότι η εταιρία του κ. Shyman, η Pavlohrad Chemical Plant, είχε πουλήσει στον στρατό 233.000 άχρηστες οβίδες όλμων, πολλές από τις οποίες είχαν ελαττωματικούς πυροκροτητές ή προβληματικό προωθητικό πυρίτιδας, σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα που παρείχε η ουκρανική εταιρία δεδομένων YouControl.
Η Pavlohrad είναι κρατική εταιρία, ο κ. Shyman όμως -χημικός μηχανικός στο επάγγελμα-, είναι διευθυντής του εργοστασίου από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Αναγνωριζόταν ευρέως ως «ο βασιλιάς των εκρηκτικών» της Ουκρανίας. Το Κοινοβούλιο είχε μάλιστα συμπεριλάβει το όνομά του, σε έναν νόμο για τον συγκεκριμένο κλάδο, επικαλούμενο τον ίδιο ως αυθεντία.
Με το εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο ακινήτων του, ζούσε με τρόπο ιδιαίτερα πολυτελή για τα αγροτικά ουκρανικά δεδομένα. Οι ερευνητές δήλωσαν ότι διαπίστωσαν ότι 9 εκατομμύρια δολάρια είχαν περάσει από τραπεζικό λογαριασμό στο Λιχτενστάιν, ο οποίος συνδεόταν με τη σύζυγο του κ. Shyman.
Διατηρούσε ένα κοπάδι από βουβάλια, καθώς και ελάφια και άλκες, στους χώρους του εργοστασίου. Ο ίδιος υποστήριζε ότι το έκανε για να αποδείξει πως το εργοστάσιό του δεν προκαλούσε ρύπανση. Ακτιβιστές κατά της διαφθοράς, όμως, υποστήριζαν ότι ο πραγματικός λόγος ήταν για να μπορούν τα στελέχη του να κυνηγούν τα ζώα.
Όταν οι ελεγκτές εξέτασαν τη σύμβαση της εταιρίας για τους όλμους, εντόπισαν κάτι παράξενο. Η Pavlohrad είχε αρχικά δηλώσει ότι δεν διέθετε την απαιτούμενη παραγωγική ικανότητα για να εκπληρώσει την παραγγελία. Στη συνέχεια, χωρίς καμία εξήγηση, επαναδιατύπωσε τις δυνατότητες παραγωγής της, και η κυβέρνηση της ανέθεσε τη σύμβαση.
Οι κυβερνητικοί ελεγκτές δεν βρήκαν κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι κάποιος είχε επιχειρήσει να επαληθεύσει, αν το εργοστάσιο μπορούσε πράγματι να εκτελέσει την παραγγελία.
Όταν άρχισαν να φτάνουν οι ελαττωματικοί όλμοι, οι ελεγκτές δήλωσαν ότι η υπηρεσία προμηθειών «δεν έβγαλε τα κατάλληλα συμπεράσματα». Αντίθετα, ανέθεσε στην Pavlohrad ακόμη περισσότερες δουλειές, μεταξύ άλλων και τη σύμβαση για την προμήθεια, σχεδόν του συνόλου των βλημάτων πυροβολικού των 122 χιλιοστών του στρατού, το 2025.
Οι έλεγχοι δεν αναφέρουν ποιος αποφάσισε να αναθέσει τις συμβάσεις στην Pavlohrad, ούτε γιατί. Η εταιρία αρνήθηκε να σχολιάσει. Ο διευθυντής της υπηρεσίας προμηθειών, Arsen Zhumadilov, παραιτήθηκε.
Ο κ. Shyman καταδικάστηκε τον περασμένο μήνα σε 5χρόνια φυλάκιση σε άλλη υπόθεση: για την οργάνωση ενός κυκλώματος διαφθοράς με αντικείμενο την πώληση εκρηκτικών σε διογκωμένες τιμές.
Ο κ. Shyman προτίθεται να ασκήσει έφεση κατά της καταδίκης και έχει δηλώσει ότι είναι αθώος στην υπόθεση των όλμων, σύμφωνα με τον δικηγόρο του, Oleksandr Protas.
Στον χώρο του εμπορίου όπλων, δήλωσε ο κ. Protas, «τίποτα δεν είναι άσπρο ή μαύρο και όλα βρίσκονται σε αποχρώσεις του γκρι».
Ο πλουσιότερος έμπορος όπλων στον κόσμο
Το 2024, η Υπηρεσία Αμυντικών Προμηθειών αναζήτησε προσφορές για την αγορά πυραυλικού πυροβολικού αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων.
Ανταποκρίθηκαν τρεις εταιρίες. Η μία δήλωσε ότι μπορούσε να προμηθεύσει τους πυραύλους έναντι περίπου 4.200 δολαρίων ο καθένας. Μια άλλη ζητούσε 4.600 δολάρια. Η τρίτη ανέφερε τιμή 5.100 δολαρίων.
Οι πύραυλοι ήταν όλοι ίδιοι — κατασκευάζονταν στο ίδιο εργοστάσιο, από την ίδια εταιρία στην Τουρκία. Η μόνη διαφορά ήταν η τιμή.
Ο Τούρκος κατασκευαστής, Arca Defense, υπέβαλε τη χαμηλότερη προσφορά, προτείνοντας μια απευθείας πώληση από το εργοστάσιο.
Οι ελεγκτές, όμως, διαπίστωσαν ότι η σύμβαση ανατέθηκε στον υψηλότερο πλειοδότη, μια θυγατρική του Czechoslovak Group, ενός μεγάλου τσεχικού ομίλου. Αντί να αγοράσει απευθείας, η κυβέρνηση αποφάσισε να πληρώσει την τσεχική εταιρία για να λειτουργήσει ως μεσάζων.
Οι ελεγκτές διαπίστωσαν ότι «δεν υπήρχε καμία δικαιολογία για την απόφαση». Προηγούμενοι έλεγχοι είχαν προειδοποιήσει να μην πραγματοποιούνται αγορές μέσω μεσαζόντων. Η κυβέρνηση δεν ακολούθησε τη σχετική σύσταση.
Η απόφαση αυτή προσέθεσε περίπου 130 εκατομμύρια δολάρια στον λογαριασμό που θα πλήρωνε η Ουκρανία για τους πυραύλους, σύμφωνα με ανάλυση των ανταγωνιστικών προσφορών που περιγράφονται στους ελέγχους, από τους Times.
Η σύμβαση για τους πυραύλους ήταν μία από τις πολλές ουκρανικές συμφωνίες που βοήθησαν να μετατραπεί η Czechoslovak Group σε παγκόσμιο κολοσσό της αμυντικής βιομηχανίας. Η εταιρία εισήχθη στο χρηματιστήριο φέτος, μετατρέποντας τον 33χρονο πλειοψηφικό μέτοχό της, Michal Strnad, στον πλουσιότερο κατασκευαστή όπλων, στη λίστα δισεκατομμυριούχων του Forbes.
Ήταν η μεγαλύτερη δημόσια εγγραφή στην ιστορία της αμυντικής βιομηχανίας. Η εταιρία δήλωσε στους επενδυτές ότι επωφελείται από έναν «υπερκύκλο» στρατιωτικών δαπανών λόγω των πολέμων στην Ευρώπη και αλλού. Το 2024, περισσότερο από 40% των εσόδων της προήλθε από πωλήσεις που σχετίζονταν με την Ουκρανία.
Η Czechoslovak Group, σύμφωνα με εκπρόσωπό της, Andrej Cirtek, θεωρεί ότι τα ερωτήματα σχετικά με τη διαδικασία υποβολής προσφορών πρέπει να απαντηθούν από την κυβέρνηση. Ο έλεγχος δεν περιλαμβάνει καμία κατηγορία ότι η εταιρία έκανε κάτι παράνομο. «Δεν είμαστε συμβαλλόμενο μέρος στις προτάσεις των άλλων υποψηφίων και δεν έχουμε πρόσβαση στους εμπορικούς τους όρους, στις συμβατικές προϋποθέσεις ή στην αξιολόγηση της αναθέτουσας αρχής», έγραψε σε ηλεκτρονικό μήνυμα.
Παρά τις ανησυχίες των ελεγκτών, η Ουκρανία εξέτασε το ενδεχόμενο να συνάψει εκ νέου σύμβαση με τη Czechoslovak Group, αυτή τη φορά για να αντικαταστήσει το οπλοστάσιο των τυφεκίων Kalashnikov με ένα τυφέκιο σχεδιασμένο στην Τσεχία, διαμετρήματος NATO. Καμία συμφωνία δεν έχει ανακοινωθεί.
Ο εκπρόσωπος της εταιρίας δήλωσε ότι ο όμιλος διαφοροποιεί τις πωλήσεις του προς ευρωπαϊκές χώρες και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και ότι η Ουκρανία παραμένει σημαντικός πελάτης.
Κάποια προειδοποιητικά σημάδια και ένας Αμερικανός ανάδοχος
Σε μια άλλη περίπτωση, τα αρχεία δείχνουν ότι η Ουκρανία προχώρησε σε μια περίπλοκη αγορά όπλων παρά τα προειδοποιητικά σημάδια — μόνο και μόνο για να δει τελικά τη συμφωνία να καταρρέει.
Το 2024, η Υπηρεσία Αμυντικών Προμηθειών ήθελε να αγοράσει πυραύλους σοβιετικού τύπου από έναν Σέρβο κατασκευαστή. Επειδή η Σερβία ακολουθούσε πολιτική φιλική προς τη Ρωσία, η Ουκρανία βασίστηκε σε μια αλυσίδα μεσαζόντων για να εξασφαλίσει τους πυραύλους.
Η κυβέρνηση υπέγραψε σύμβαση με έναν ουκρανικό κρατικό μεσίτη όπλων, τη Spetstechnoexport (προφέρεται SPETS-tek-no-export). Η εταιρία είχε ιστορικό ανεκπλήρωτων συμβάσεων, σύμφωνα με τους ελεγκτές.
Οι αρχές κατά της διαφθοράς είχαν επίσης ανακοινώσει δημοσίως ότι ερευνούσαν πρώην στελέχη της εταιρίας για πιθανή υπεξαίρεση και ξέπλυμα χρήματος, σύμφωνα με την πλατφόρμα HACC Decided, που έχει αναπτύξει η Transparency International Ukraine και παρακολουθεί υποθέσεις διαφθοράς υψηλού προφίλ.
Η Spetstechnoexport δεν διέθετε επίσης σερβική άδεια εξαγωγής για τους πυραύλους, έγραψαν οι ελεγκτές. Αντί για άδεια, η εταιρία υπέβαλε μια «εγγυητική επιστολή» από την ουκρανική υπηρεσία στρατιωτικών πληροφοριών, διαπίστωσαν οι ελεγκτές.
Οι ελεγκτές δήλωσαν ότι αυτή η προνομιακή μεταχείριση δεν είχε νομική αιτιολόγηση και δόθηκε παρά το ιστορικό αθέτησης συμβάσεων της εταιείας.
Η εταιρία δεν απάντησε στα επανειλημμένα μηνύματα και τηλεφωνήματα.
Η Spetstechnoexport ανέθεσε υπεργολαβία σε μια αμερικανική εταιρία όπλων, τη Regulus Global. Η εταιρία, της οποίας ηγείται ο πρώην χρηματιστής της Merrill Lynch William Somerindyke Jr., είχε ιστορικό προμήθειας όπλων τόσο στον ουκρανικό στρατό όσο και σε αντάρτες στη Συρία που υποστηρίζονταν από τις ΗΠΑ. Όμως η συγκεκριμένη συμφωνία θα ήταν ιδιαίτερα περίπλοκη.
Η σύμβαση ήταν μία από αρκετές μεταξύ της Regulus και της Spetstechnoexport, συνολικής αξίας 1,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων, οι οποίες είχαν ως στόχο να διοχετεύσουν όπλα στη ζώνη του πολέμου.
Ο κ. Somerindyke, σε συνέντευξή του, δήλωσε ότι η συνεργασία είχε εξασφαλίσει κρίσιμης σημασίας οπλισμό που είχε συμβάλει στην άμυνα της Ουκρανίας και στην αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Η συμφωνία για τους πυραύλους, ωστόσο, άρχισε να καταρρέει.
Ο τότε υπουργός Άμυνας, Rustem Umerov, ήθελε να εξαλείψει τους μεσάζοντες από την πολεμική αγορά όπλων της Ουκρανίας. Ζήτησε από τη Regulus να συναλλάσσεται απευθείας με την κυβερνητική υπηρεσία προμηθειών, παρακάμπτοντας ουσιαστικά τη Spetstechnoexport, θυμάται ο κ. Somerindyke.
Η συμφωνία κατέρρευσε και, στις αρχές του 2025, η Spetstechnoexport είχε καταστεί ο μεγαλύτερος οφειλέτης της υπηρεσίας αγορών όπλων, με περισσότερες ανεκπλήρωτες συμβάσεις από οποιονδήποτε άλλο προμηθευτή, διαπίστωσαν οι ελεγκτές.
Μετά την κατάρρευση, η ουκρανική κυβέρνηση προσέφυγε δικαστικά εναντίον της Spetstechnoexport, ζητώντας ποινικές ρήτρες για καθυστερήσεις και τόκους. Η Spetstechnoexport, με τη σειρά της, απαίτησε χρήματα από τη Regulus.
Ο κ. Somerindyke δήλωσε ότι η εταιρία του δεν έκανε τίποτα παράνομο και ότι απλώς «βρέθηκε στη μέση» μιας αναδιάρθρωσης του συστήματος προμηθειών της Ουκρανίας.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...