Υπάρχουν στιγμές που μια απάντηση λέει περισσότερα από μια ολόκληρη απολογία. Στην περίπτωση του Άδωνι Γεωργιάδη, η παραδοχή ότι δόθηκαν 2.000 ευρώ σε συγκεκριμένο μέσο επειδή –όπως είπε– οι άνθρωποι εκεί ήταν φίλοι του, δημιούργησε εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος.
Δεν χρειάστηκε περίπλοκη επιχειρηματολογία, ούτε κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια να παρουσιαστεί η απόφαση ως αποτέλεσμα αντικειμενικών κριτηρίων. Η εξήγηση ήταν απλή: φίλοι. Μια λέξη που μπορεί να ακούγεται αθώα στην καθημερινότητα, αλλά αποκτά διαφορετικό βάρος όταν αφορά χρήματα που προέρχονται από το κράτος και άρα από τους πολίτες.
Όταν τέθηκε το ερώτημα αν αυτή η πρακτική θεωρείται φυσιολογική, η απάντηση δεν κινήθηκε στη σφαίρα της διαφάνειας και των κανόνων. Αντί για σαφείς εξηγήσεις, ακολούθησε η γνωστή τακτική της επίθεσης και της ειρωνείας: όταν η εξουσία καλείται να δώσει απαντήσεις, συχνά προτιμά να αλλάζει το θέμα και να επιτίθεται σε αυτόν που ρωτά.
Η συζήτηση πήρε ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν μεταφέρθηκε από τα μεγάλα σχέδια και τα εξοπλιστικά προγράμματα στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν καθημερινά οι πολίτες.
Οι τιμές στο σούπερ μάρκετ, η βενζίνη, οι λογαριασμοί και τα έξοδα μιας οικογένειας δεν είναι θεωρία. Είναι η πραγματικότητα εκατομμυρίων ανθρώπων. Κι όμως, η αναφορά σε αυτά τα ζητήματα χαρακτηρίστηκε λαϊκισμός.
Φαίνεται πως για ένα κομμάτι της εξουσίας η πραγματικότητα της κοινωνίας είναι «λαϊκισμός», ενώ οι δυσκολίες των πολιτών είναι απλώς ένας αριθμός σε κάποια έκθεση. Το χάσμα ανάμεσα στο κυβερνητικό αφήγημα και στην καθημερινή ζωή μεγαλώνει, την ώρα που οι πολίτες καλούνται να κάνουν οικονομία ακόμη και στα βασικά.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο τα 2.000 ευρώ. Το ζήτημα είναι η λογική πίσω από αυτά. Αν η προσωπική σχέση μπορεί να αποτελεί κριτήριο για κρατική χρηματοδότηση, τότε δημιουργείται ένα μεγαλύτερο πολιτικό ερώτημα: πόσες ακόμη τέτοιες περιπτώσεις υπάρχουν;
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι ένα ποσό που μπορεί να παρουσιαστεί ως μικρό. Το πρόβλημα είναι η αντίληψη ότι ο δημόσιος κορβανάς μπορεί να λειτουργεί σαν ένα ταμείο όπου χωρούν «γνωστοί», «φίλοι» και ευνοημένοι.
Την ίδια στιγμή που τα νοικοκυριά παλεύουν με την ακρίβεια και μετράνε κάθε ευρώ, η εικόνα που μένει είναι αυτή μιας εξουσίας που φαίνεται να έχει διαφορετικά μέτρα και σταθμά. Για τους πολίτες υπάρχει η πίεση της καθημερινότητας. Για τους «ημέτερους» υπάρχει πάντα ένας τρόπος να βρεθεί χώρος.
Και κάπου εδώ επιστρέφει το βασικό ερώτημα: τελικά η κρατική χρηματοδότηση δίνεται με κανόνες ή με γνωριμίες; Γιατί όταν η απάντηση που ακούγεται είναι «ήταν φίλοι μου», η συζήτηση μόλις έχει ξεκινήσει.
Διαβάστε περισσότερα
