Tο «Ανοιχτό βιβλίο», από καταβολής του, φιλοξενεί στις σελίδες του πρωτότυπα διηγήματα. Και φέτος συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας, θεματικού άξονα και αφηγηματικής παλέτας έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες ειδικά για τους αναγνώστες μας (καθώς αυτές οι σελίδες προσφέρουν, εκτός από κριτική πυξίδα, και λογοτεχνική απόλαυση).
Μ’ άλλα λόγια, μυθιστοριογράφοι και διηγηματογράφοι έθεσαν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους κάποια θερινή εμπειρία τους και μας έστειλαν κείμενα νοσταλγικά, περιπλανητικά, υπερβατικά, παιγνιώδη, αλλά και δύσθυμα, ευθέως ή πλαγίως κοινωνικά, ενδοσκοπικά, ή ανατρεπτικά – διηγήματα που θα μας συντροφεύουν ώς το τέλος του θέρους.
Μετά τον Ηλία Παπαμόσχο, την Άννα Γρίβα, την Ισμήνη Καρυωτάκη, τον Άκη Παπαντώνη, τον Νίκο Αμανίτη και τη Σοφία Αυγερινού το καλοκαιρινό νήμα πιάνει η Παναγιώτα Δημοπούλου.
Παναγιώτα Δημοπούλου*
Ένας δεύτερος κόσμος
Υπάρχει ο κόσμος που ζούμε και ένας άλλος κόσμος παράλληλος, στον οποίο επίσης ζούμε, αυτό σκέφτεσαι όταν κυκλοφορείς σε αυτή την πόλη όπου τα πάντα γύρω σου καίγονται από τη ζέστη. Στον πρώτο κόσμο ζούμε κυρίως όπως θέλουν οι άλλοι, στον δεύτερο όπως ονειρευόμαστε ή όπως τύχει∙ ελεύθερα. Είναι φορές που αυτός ο δεύτερος κόσμος δεν απέχει γεωγραφικά πολύ από τον πρώτο, για παράδειγμα μπορεί να απέχει μόνο δέκα σκαλοπάτια από την επιφάνεια του εδάφους και να φτάνει μέχρι τον πάτο μιας πισίνας και αυτό να είναι όλο.
Η πισίνα είναι οριοθετημένη, ο κόσμος δηλαδή είναι οριοθετημένος, δεν είναι σαν τη θάλασσα που είναι αχανής και που εγκυμονεί κινδύνους, τελευταία δεν ξέρεις τι θα σε βρει εκεί, αν το νερό είναι καλό, αν αναδίδει μια περίεργη οσμή στην ατμόσφαιρα που κανείς δεν ξέρει από πού προέρχεται ή αν θα έρθει να σε δαγκώσει ένα ψάρι που μέχρι χθες δεν γνώριζες καν ότι υπάρχει. Αλλά ενώ έχει όρια, αυτός ο δεύτερος κόσμος δύναται να σε ταξιδέψει πέρα από αυτά. Το μόνο πράγμα που αρκεί να κάνεις είναι να αφεθείς κι όλα τα υπόλοιπα θα έρθουν μόνα τους. Σε αυτόν τον κόσμο, θα γλιστρήσεις, θα βυθιστείς, θα χορέψεις∙ ο χρόνος καταλύεται, το παρόν μπλέκεται με το παρελθόν γιατί εσύ όπως και το νερό φέρετε μαζί σας ένα παρελθόν, από κάπου έρχεστε και κάπου πάτε, εσύ κυλάς όπως το νερό κι αναπόφευκτα το παρελθόν κυλάει κι αυτό μαζί σου, μαζί σας.
Μην ξαφνιαστείς αν δεις κάποιον που αγάπησες να κολυμπάει δίπλα σου∙ είναι κάτι που μπορεί να συμβεί, ακόμα και τις στιγμές που θα έχεις τα μάτια σου ανοιχτά. Εκείνη τη στιγμή δεν θα σκεφτείς πώς βρέθηκε εκεί (σε αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχουν τόσες ερωτήσεις). Η παρουσία του και μόνο θα αρκεί για να κινηθεί το σώμα σου παράλληλα και να συμπορευθεί σε μια κοινή πορεία που δεν θα ξέρεις πόσο θα κρατήσει (αλλά τι σημασία θα έχει πια).
Σε αυτόν τον κόσμο ίσως εκτεθείς περισσότερο, σε πιάσουν τα γέλια ή τα κλάματα, αλλά μην ανησυχείς∙ το νερό αμέσως θα κυλήσει από πάνω σου και θα καθαρίσει το πρόσωπο (κανείς, ούτε καν εσύ δεν θα καταλάβεις το παραμικρό). Το φως, ο παφλασμός, τα σχοινιά, τα σώματα των άλλων θα ρίχνουν σκιές γύρω σου που δεν θα έχουν βάρος – αφέσου σε αυτές τις σκιές. Κάποιες φορές θα νιώσεις το χάδι της μητέρας σου ή την αγκαλιά του πατέρα σου, κάποιες άλλες φορές τα χέρια σου θα παραμείνουν ανοιχτά, μετέωρα, έτοιμα να ανταποδώσουν το ενδεχόμενο χάδι, την ενδεχόμενη αγκαλιά. Τα χέρια θα συνεχίσουν να χτυπιούνται μέσα στο νερό, τα πόδια θα κάνουν ψαλίδια, το κεφάλι θα βουτάει, θα βγαίνει στην επιφάνεια για να βυθιστεί ξανά, το σώμα θα συνεχίσει να γλιστράει, μια κινούμενη ευθεία γραμμή πάνω από τον ακίνητο πάτο της πισίνας∙ το θεμέλιο που κρατάει σταθερό τον δεύτερο κόσμο σου. Μπορείς να περπατήσεις πάνω του, να κάνεις τζόκινγκ, να το πιέσεις με τα πόδια σου, ακόμα και να το κλοτσήσεις∙ αυτό θα μένει πάντοτε από κάτω σου να σε στηρίζει. Μη διστάσεις ακόμα και να καθίσεις ή να ξαπλώσεις πάνω του∙ με αυτόν τον τρόπο, θα βρεις πιο εύκολα την ώθηση να ανέβεις προς τα πάνω, ξανά και ξανά, όσες φορές εσύ χρειαστείς.
Όταν βγεις από αυτόν τον κόσμο (γιατί θα πρέπει κάποια στιγμή να βγεις), μην κοιτάξεις πίσω σου, μπες στο μπάνιο, πλύσου, στέγνωσε καλά τα μαλλιά και το σώμα σου και βγες στον επάνω κόσμο σαν τίποτα να μην έχει συμβεί. Ο δεύτερος κόσμος σου θα συνεχίσει να υπάρχει και να σε περιμένει ανά πάσα ώρα και στιγμή, υπομονετικά, σαν να σε περιμένει από πάντα.
*Πρόσφατα κυκλοφόρησε η νουβέλα της Π. Δημοπούλου «Είναι όμορφα εδώ» (Εντευκτήριο, 2026).
Διαβάστε περισσότερα
