30/04/2026 4:18 μμ.
Κανένας και καμία στα Οινόφυτα, και σε κανένα στρατόπεδο προσφύγων, δεν πρέπει να μένειμόνος και μόνη. Η συλλογική δράση σε όλα τα επίπεδα (κινητοποίηση μέσα και έξω από το στρατόπεδο,δημοσιοποίηση της κατάστασης, εξωτερική υποστήριξη από αλληλέγγυους ανθρώπους, καταγγελία τωνσυνθηκών στο στρατόπεδο, σχεδιασμός οργάνωσης κινητοποιήσεων στην Αθήνα) έδειξε πως μέσα από τηνοργάνωση και την αλληλεγγύη μπορούμε να έχουμε απτά αποτελέσματα και νίκες – αφού, όπωςαναφέραμε στην αρχή του κειμένου, περίπου 40 άτομα κέρδισαν με αυτό το τρόπο άσυλο. Σε αυτό τοδρόμο, στηρίζουμε ολόπλευρα τον συνεχιζόμενο αγώνα όσων προσφύγων ακόμα αγωνίζονται στα Οινόφυτα και αλλού για το άσυλο, την ελευθερία κίνησής τους και την ζωή τους, ως την τελική δικαίωσή τους.
Όχι στη στοχοποίηση των προσφύγων στο στρατόπεδο Οινοφύτων
Αλληλεγγύη στον αγώνα που συνεχίζεται ως τη δικαίωση όλων των προσφύγων
Μετά τον πολύμορφο αγώνα τους (15–18 Φλεβάρη 2026), πολλοί Κούρδοι-ισσες πρόσφυγες-ισσες που ζούν στο στρατόπεδο των Οινοφύτων οδήγησαν τη διοικήτρια του στρατοπέδου Νίκη Μπαλαμώτη και τοΥπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου να προχωρήσουν τις αιτήσεις ασύλου τους, γεγονός που οδήγησε στη συντριπτική πλειοψηφία όσων κινητοποιήθηκαν (περίπου 40 άτομα) να λάβουν άσυλο.
Έκτοτε, η Νίκη Μπαλαμώτη, όπως καταγγέλεται από πρόσφυγες/ισσες, ασκώντας την δομικά αυθαίρετη εξουσία της ως διοικήτρια ενός στρατοπέδου προσφύγων, εκφοβίζει και στοχοποιεί πρόσφυγες/ισσες ώστε να σταματήσουν να διαμαρτύρονται. Η στάση αυτή δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό, αλλά έχει διάρκεια στο χρόνο -όχι μόνο για την ίδια, αλλά και για κάθε διοικητή στρατοπέδου και κέντρου κράτησης προσφύγων.Ο αγώνας συνεχίζεται για τα άτομα το Κουρδιστάν που εξακολουθούν να περιμένουν απόφαση, καθώς και για μερικούς άλλους, για τους οποίους γίνονται κινήσεις για την κατάθεση προσφυγών-ισσών ενάντια στιςαρνητικές αποφάσεις.
Ταυτόχρονα, η καθημερινότητα στα Οινόφυτα είναι πολύ δύσκολη για πολλούς πρόσφυγες όχι μόνο από Κουρδιστάν αλλά και από το Αφγανιστάν και το Σουδάν, οι οποίοι αντιμετωπίζουν αντίστοιχες δυσκολίες και πιέσεις. Μετά τις κινητοποιήσεις υπήρξε στοχοποίηση ορισμένων από εκείνους που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή του αγώνα. Ενδεικτική είναι η περίπτωση οικογένειας Κούρδων προσφύγων, οι οποίοι ξεκίνησαν την κινητοποίηση, η οποία έλαβε τελικά αρνητικήαπόφαση στο αίτημα ασύλου της. Παράλληλα, καταγγέλλεται πως η διοίκηση του στρατοπέδου έχειεπιχειρήσει να ασκήσει πιέσεις μέσω της στέρησης κάλυψης βασικών αναγκών. Συγκεκριμένα, υπάρχουν αναφορές ότι σε ανθρώπους που έχουν λάβει αρνητικές αποφάσεις έχει διακοπεί η πρόσβαση στη διανομή φαγητού για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κοινωνικοί λειτουργοί πουπροσπάθησαν να καλύψουν αυτές τις ανάγκες με δικά τους μέσα καταγγέλεται από πρόσφυγες πως εμποδίστηκαν από τη διοίκηση.
Αυτές οι πρακτικές, σύμφωνα με τους ίδιους τους πρόσφυγες, δημιουργούν ένα καθεστώς εκφοβισμού μέσα στο στρατόπεδο, όπου ακόμη και η πρόσβαση σε βασικά αγαθά μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο πίεσης. Τέτοια είναι η άρνηση πρόσβασης σε αναγκαία ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ακόμη και για πολύ σοβαρές ασθένειες όπως καταγγέλουν πρόσφυγες. Την ίδια στιγμή, οι καταγγελίες αφορούν ακόμη και περιστατικά άσκησης βίας μέσα στο στρατόπεδο από άτομα της διοίκησης απέναντι σε παιδιά. Επιπρόσθετα, καταγγέλεται πως για περιστατικά στα οποίατραυματίστηκαν σοβαρά πρόσφυγες η διοίκηση άσκησε πίεση ώστε να μην προχωρήσουν μηνύσεις κατάτων υπαίτων. Στο ίδιο κλίμα, από κάποιους πρόσφυγες καταγγέλεται πως η ψυχολόγος της δομής διαρρέειτα στοιχεία που μαθαίνει γι’αυτούς κατά τη διάρκεια των συνεδριών στη διοίκηση. Έτσι, εντείνεται ακόμη περαιτέρω το κλίμα απομόνωσης εντός του ίδιου του στρατοπέδου, ενώ η παροχή βασικών υπηρεσιώνμετατρέπεται σε εργαλείο επιτήρησης και τιμωρίας των προσφύγων. Αυτή τη στιγμή κατασκευάζεται ένας τσιμεντένιος τοίχος γύρω από το στρατόπεδο και τοποθετούνται περιστροφικές πύλες στις εισόδους και τις εξόδους. Αυτές οι νέες παρεμβάσεις μετατρέπουν το στρατόπεδο, το οποίο επίσημα είναι ανοιχτό, σε ένανχώρο που για πολλούς πρόσφυγες θυμίζει φυλακή. Η στοχοποίηση των προσφύγων που πρωτοστάτησαν στον αγώνα του Φλέβαρη από τη διοίκηση τουστρατοπέδου Οινοφύτων, υπό την ευθύνη και διεύθυνση της Νίκη Μπαλαμώτη, πρέπει να σταματήσειαμέσως. Κανένας και καμία στα Οινόφυτα, και σε κανένα στρατόπεδο προσφύγων, δεν πρέπει να μένει μόνος και μόνη.
Η συλλογική δράση σε όλα τα επίπεδα (κινητοποίηση μέσα και έξω από το στρατόπεδο,δημοσιοποίηση της κατάστασης, εξωτερική υποστήριξη από αλληλέγγυους ανθρώπους, καταγγελία των συνθηκών στο στρατόπεδο, σχεδιασμός οργάνωσης κινητοποιήσεων στην Αθήνα) έδειξε πως μέσα από την οργάνωση και την αλληλεγγύη μπορούμε να έχουμε απτά αποτελέσματα και νίκες – αφού, όπως αναφέραμε στην αρχή του κειμένου, περίπου 40 άτομα κέρδισαν με αυτό το τρόπο άσυλο. Σε αυτό το δρόμο, στηρίζουμε ολόπλευρα τον συνεχιζόμενο αγώνα όσων προσφύγων ακόμα αγωνίζονται στα Οινόφυτα και αλλού για το άσυλο, την ελευθερία κίνησής τους και την ζωή τους, ως την τελική δικαίωσή τους.
Solidarity with Migrants
Stop the targeting of refugees in the Oinofyta campSolidarity with the struggle that continues until justice for all refugeesAfter their multifaceted struggle (15–18 February 2026), many Kurdish refugees living in the Oinofyta camp compelled the camp commander, Niki Balamoti, and the Ministry of Migration and Asylum to move forward with their asylum applications. As a result, the overwhelming majority of those who mobilized(approximately 40 people) were granted asylum.
Since then, as refugees in Oinofyta camp report, Niki Balamoti, exercising the structurally arbitrary authority of a camp commander, has beenintimidating and targeting refugees in order to stop them from protesting. Her behavior is not an isolatedincident but has persisted over time—not only in her case, but as a broader pattern among camp and detention center administrators. The struggle continues for people from Kurdistan who are still awaiting a decision, as well as for others forwhom efforts are being made to file appeals against negative decisions.
At the same time, daily life in Oinofyta is extremely difficult for many refugees—not only from Kurdistan but also from Afghanistan andSudan—who face similar hardships and pressures. Following the mobilizations, some of those who were at the forefront of the struggle have been targeted. A characteristic example is that of a Kurdish refugeefamily who initiated the mobilization but ultimately received a negative decision on their asylum claim. Atthe same time, it is reported that the camp administration has attempted to exert pressure through thedeprivation of basic needs. Specifically, there are reports that people who have received negative decisions have had their access tofood distribution cut off for extended periods. Social workers who attempted to cover these needs withtheir own means were reportedly prevented from doing so by the administration. At the moment, a concrete wall is being built around the the camp and turnstiles are being installed at the entrance and exist points.These new modifications make the camp, which officially is an open camp, a place which resembles aprison for many refugees. According to the refugees themselves, these practices create a climate of intimidation within the camp,where even access to basic goods can be used as a means of pressure. This includes denial of access tonecessary medical care, even for very serious illnesses, as reported by refugees. At the same time,allegations include incidents of violence within the camp by members of the administration against children. Furthermore, it is reported that in cases where refugees were seriously injured, the administration exerted pressure to prevent them from filing complaints against those responsible.
In the same context,some refugees allege that the camp’s psychologist discloses the information obtained during sessions to theadministration. In this way, the climate of isolation within the camp is further intensified, while theprovision of basic services is transformed into a tool of surveillance and punishment.The targeting of refugees who led the February struggle by the Oinofyta camp administration, under the responsibility and direction of Niki Balamoti, must stop immediately.
No one in Oinofyta—and in no refugee camp—should be left alone. Collective action at all levels (mobilization inside and outside the camp, publicizing the situation, externalsupport from people in solidarity, reporting the conditions in the camp, organizing mobilizations in Athens) has shown that through organization and solidarity we can achieve tangible results and victories—as, asmentioned at the beginning of this text, approximately 40 people secured asylum in this way. Along thispath, we fully support the ongoing struggle of those refugees who are still fighting in Oinofyta and elsewhere for asylum, freedom of movement, and their lives, until their final vindication.
Solidarity with Migrants
