Τελευταία νέα
Γυναικοκτονία στη Ροδόπη: Ο 53χρονος είχε συλληφθεί πριν 4 χρόνια για ενδοοικογενειακή απειλή Πυρκαγιά στο Νεοχώρι Πρέβεζας: Ήχησε το 112, σηκώθηκαν εναέρια μέσα Οι τράπεζες μετέτρεψαν κάθε κίνηση σε χαράτσι με τη συνενοχή του Μαξίμου Την αλήθεια ρε… ΑΕΚ: Οπαδοί της Λέφσκι έρχονταν με… μαχαίρια και σουγιάδες για να δουν τον αγώνα στη Νέα Φιλαδέλφεια [εικόνες] Η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα θρηνεί για τη Ντόλι Πάρτον – «Έφυγε» ένα ίνδαλμά της Εύβοια: Πλωτά φράγματα για μέδουσες και τσούχτρες – Ανήσυχοι οι επαγγελματίες της περιοχής [βίντεο] Το Ιράν δήλωσε ότι ήρθε σε συμφωνία με το Ομάν για τα Στενά του Ορμούζ Παγκόσμια ημέρα σκύλου: Τι κάνουμε σε περίπτωση κινδύνου – Μαθήματα πρώτων βοηθειών στο Σύνταγμα [βίντεο] Συμβιβασμός Meta με 29 πολιτείες των ΗΠΑ για την ασφάλεια των παιδιών στα social: Θα πληρώσει 17 δισ. δολάρια Νετανιάχου για το Ιράν: Δε μπορούμε να συμφωνήσουμε «με αυτή τη συμμορία, αυτούς τους άγριους» Η Νέα Δημοκρατία δεν θα ψηφίσει την Έλενα Ακρίτα για αντιπρόεδρο της Βουλής
Athens.indymedia.org

[Αναλύσεις] Τα Προσφυγικά, το κράτος, η πολιτική του ειδικού πολέμου και το σύνδρομο του βραστού βατράχου

22/05/2026 6:41 μμ.

Τα Προσφυγικά, το κράτος, η πολιτική του ειδικού πολέμου και το σύνδρομο του βραστού βατράχου
Εισαγωγή
Το κείμενο αυτό είναι ένα κείμενο γενικών αναφορών με τους ανάλογους κινδύνους γενικεύσεων. Σίγουρα δεν αναφέρεται σε τόσες και τόσους από το κίνημά μας που στάθηκαν και στέκονται αντάξια στον αγώνα αυτό. Είναι όμως ταυτόχρονα ένα μαχαίρι στην πληγή για περισυλλογή του καθενός και της καθεμιάς από εμάς για τη θέση που βρίσκει στον εαυτό του. Γιατί όπως λένε οι Ζαπατίστας: Κάνε όσα λες και λέγε όσα κάνεις…
Είναι επίσης, ένα κείμενο σκληρό και καυστικό. Αναφέρεται, όμως, σε μια ήδη σκληρή πραγματικότητα. Και σε μια ακόμη πιο σκληρή που επελαύνει. Σε αρκετά σημεία του μπορεί να θίξει, να ενοχλήσει, να δημιουργήσει αμφιβολίες σε ποιον ή σε ποιους αναφέρεται. Μάλλον σε όλους και σε κανέναν, γιατί η ευθύνη μας σαν χώρος και σαν κίνημα είναι συλλογική, όπως συλλογικές είναι οι νίκες και οι ήττες μας, οι καταρρεύσεις και τα ξανασηκώματά μας. Υπό αυτή την έννοια, είναι ανοιχτό σε κρίσεις και επικρίσεις, γιατί αν υπάρχει κάτι πιο σημαντικό από όλα είναι η συνέχιση του αγώνα και της συλλογικής εμπειρίας και γνώσης. Το μόνο που ζητείται από το μέσο δημοσίευσης είναι τα πλαίσια ασφαλείας, ώστε να μην γίνει έδαφος κρατικής ασφαλιτολογίας.
Τέλος, αποφασίστηκε να δημοσιευτεί μετά την ημέρα αλληλεγγύης στην Αθήνα, πανελλαδικά και διεθνώς στις 16 Μάη και την δυσανάλογη μαζικότητά της, η οποία απέδειξε για ακόμη μια φορά ότι ως κίνημα και χώρος θα συνεχίσουμε να διανύουμε μια περίοδο οργανωτικής κατάρρευσης και συνειδησιακής αφασίας, ασχέτως των επίδικων και διακυβευμάτων. Αν όμως ως χώρος και κίνημα δεν μπορούμε να κινητοποιηθούμε πριν να γίνουμε μάρτυρες του αίματος ή του θανάτου, τότε έχει φτάσει μάλλον η στιγμή που κάποιες αλήθειες οφείλουν να ειπωθούν με το όνομά τους.
Τα Προσφυγικά
Κάθε κρίση αποτελεί αποκάλυψη, αλλά κι εκδήλωση των αντιφάσεων του ίδιου του υποκειμένου σε κρίση. Η παγκόσμια οικονομική κρίση των αντιφάσεων του καπιταλιστικού συστήματος, ο παγκόσμιος πόλεμος των αντιφάσεων των αρχουσών ελίτ του, οι κρίσεις στη ζωή του κάθε ανθρώπου των ίδιων των δικών του αντιφάσεων και ούτω καθεξής.
Όσο μεγαλύτερη είναι η κρίση, τόσο μεγαλύτερη και η αποκάλυψη και εκδήλωση των αντιφάσεων του υποκειμένου σε κρίση. Έτσι κι αλλιώς, το καθετί αποτελεί ένα σύνολο και μια ενότητα των αντιφάσεών του.
Στη δική μας περίπτωση, αυτό που βιώνεται τραγικά πέρα από τις κρίσεις όλων των άλλων, του καπιταλισμού, των κρατών, του πλανήτη του ίδιου, είναι η κρίση της ίδιας της ελλαδικής κοινωνίας, άρα και των κινημάτων της και πολύ περισσότερο των ανθρώπων τους και καθενός/μιάς ξεχωριστά, αν και με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικό μέγεθος. Δεν νομίζω ότι μέχρι στιγμής έχω ανακαλύψει κάποια νέα Αμερική.
Ειδικότερα, στην περίπτωση των Προσφυγικών της Λ. Αλεξάνδρας και του μεγάλου αγώνα που πραγματοποιείται εδώ και τρεις και πλέον μήνες, για την υπεράσπιση του μεγαλύτερου αυτή τη στιγμή αυτοοργανωμένου εγχειρήματος στον ελλαδικό χώρο και ίσως πανευρωπαϊκά, η κρίση αυτή επιστρέφει σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό σε εμάς τους ίδιους και τις ίδιες και αποτελεί την αποκάλυψη και εκδήλωση των δικών μας εγγενών αντιφάσεων ως κοινωνίες, ως κινήματα, ως αναρχικός χώρος και πάλι ιδίως ως άνθρωποι. Αυτά τα δύο τελευταία είναι που θα μας απασχολήσουν περισσότερο σε αυτό το κείμενο. Έτσι κι αλλιώς, πρόκειται για τη μεγαλύτερη χρονικά, αν δεν κάνω λάθος, απεργία πείνας μέχρι στιγμής που έχει υπάρξει στον ελλαδικό χώρο και για τη μεγαλύτερη, σε έκταση, αριθμούς και διακύβευμα, επίθεση ενάντια σε κινηματικό απελευθερωμένο έδαφος και κοινότητα, σίγουρα εδώ και κάποιες δεκαετίες.
Εδώ και 107 μέρες, λοιπόν, από την 5η Φεβρουαρίου συγκεκριμένα, ο Αριστοτέλης Χαντζής βρίσκεται σε απεργία πείνας μέχρι θανάτου για την υπεράσπιση της ζωής και της αξιοπρέπειας. Δηλαδή την υπεράσπιση 400 και πλέον ανθρώπων της Κοινότητας των Προσφυγικών και της ίδιας της αυτοοργανωμένης Κοινότητας από την καταστολή και τον εκτοπισμό. Από την 1η Μάη και η συντρόφισσα Suzon Doppagne μπήκε στον κύκλο της απεργίας πείνας. Είναι ένας αγώνας μέχρι θανάτου για την υπεράσπιση συλλογικών αιτημάτων, δηλαδή αιτημάτων για όλους και όλες μας, σε μια εποχή εξατομίκευσης και του “σώζων εαυτόν σωθήτω”. Είναι ένας αγώνας ταυτόχρονα που η έκβασή του θα επηρεάσει καθολικά την πορεία του ίδιου του ελλαδικού κινήματος. Η συνολική ήττα του αγώνα αυτού θα οδηγήσει σε ντόμινο δομικών και πυρηνικών επιπτώσεων.
Όλο αυτό το διάστημα εξελίσσεται ένας γιγαντιαίος αγώνας, με αντίπαλο όλο το σύστημα διακυβέρνησης και ολιγαρχίας, από τη μια για τον ξεριζωμό της αυτοοργανωμένης Κοινότητας των Προσφυγικών και από την άλλη για τη λεηλασία του μεγαλύτερου φιλέτου αυτή τη στιγμή στο κέντρο της Αθήνας στον βωμό του εξευγενισμού. Δεν είναι ένας αγώνας που αφορά και αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στην Κοινότητα, αλλά σε όλους και όλες μας. Είναι ένας αγώνας μέχρι θανάτου για τη στέγη, την αυτοοργάνωση, την υγεία, την παιδεία, ενάντια στη θανατοπολιτική κράτους και κεφαλαίου, για την υπεράσπιση των μεταναστών/τριών και των προσφύγων, των καταλήψεων, της γυναικείας αυτοοργάνωσης και ίσως πολλά ακόμα. Συμπυκνώνει, δηλαδή, όλους τους επιμέρους αγώνες που δίνονται σήμερα και αφορούν τη σύγχρονη δυστοπία που επελαύνει. Είναι ένας αγώνας που ο καθένας και η καθεμιά υπάρχει με ένα δικό του κομμάτι εντός του. Ένα κομμάτι και του δικού του αγώνα και της δικής του καταπίεσης.
Δυστυχώς, μέχρι σήμερα, αν και μεγάλο μέρος αυτού που ονομάζουμε ευρύτερο ριζοσπαστικό κίνημα έχει κινηθεί αλληλέγγυα και έχει ενεργοποιηθεί στον αγώνα αυτόν, υπάρχει ένας μεγάλος απών. Είναι ο ελλαδικός αναρχικός χώρος, ως ενεργό συλλογικό υποκείμενο με όρους συγκρότησης μαζικού και δραστικού κινήματος, από τη δική του πλευρά, σε αυτόν τον αγώνα. Και αυτό, παρόλο που τα Προσφυγικά αποτελούν κομμάτι του και παρόλο που αυτά τα 16 χρόνια ύπαρξής τους έχουν σταθεί δεσμευτικά και με κόστος σε σχεδόν όλους τους αγώνες που έχει δώσει ο χώρος αυτός. Και παρόλο που ο αγώνας αυτός έχει απλωθεί παγκόσμια, από τις μητροπόλεις της Ευρώπης, ως την Τουρκία και το Κουρδιστάν, τις ζούγκλες του Μεξικού και τις Φιλιππίνες, με δράσεις, παρεμβάσεις, διακηρύξεις, επιθέσεις σε ελληνικές πρεσβείες κ.α., ο ελλαδικός αναρχικός χώρος συνεχίζει να παραμένει σε γενικό βαθμό αδρανής και παγωμένος.
Ίσως γενικεύω λίγο στα παραπάνω, περισσότερο για να καταδείξω τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις, την ίδια στιγμή που από πολλές πλευρές έχει υπάρξει κινητοποίηση και αλληλεγγύη. Αν μπορούμε να είμαστε ευχαριστημένοι με ό,τι έχει ήδη γίνει μάλλον δεν έχει νόημα η συνέχεια. Αν όμως έχουμε τη συνείδηση ως άτομα και ως χώρος ότι έχουμε σταθεί λίγοι και λίγες σε αυτό, όσες δικαιολογίες κι αν πραγματικά έχουμε, τότε τα ερωτήματα αυτά και οι διαπιστώσεις είναι καίριες και προωθητικές.
Τι συμβαίνει τελικά; Όπως αναφέρθηκε στην αρχή, κάθε στιγμή κρίσης είναι και μια στιγμή αποκάλυψης και ανάδειξης αντιφάσεων. Των δικών μας αντιφάσεων. Έτσι και ο αγώνας αυτός, που έχει άμεσες αναφορές στον αναρχικό χώρο, αποτελεί την αποκάλυψη των ίδιων του των αντιφάσεων, με πρώτο και κύριο τη δική του κατάρρευση σε επίπεδο οργανωτικό, προταγματικό, δυναμικό, συλλογικό, προοπτικό, αλλά μάλλον το κυριότερο από όλα, ηθικό. Δεν ξέρω με ποια άλλη λέξη θα μπορούσα να εκφράσω την έννοια της κοινής ευθύνης προς όσους αγωνίζονται μέχρι τον θάνατο για να υπερασπιστούν τα αυτονόητα. Ούτε ακόμη περισσότερο την έννοια της κοινής ευθύνης σε έναν αγώνα που αφορά εμάς τους ίδιους και τις ίδιες, γιατί ακόμη και αν δεν αποτελούμε στενά κομμάτι του θα μας επηρεάσει συλλογικά. Απέναντι, λοιπόν, σε μια Κοινότητα που αγωνίζεται μέχρι θανάτου, ο αναρχικός χώρος φωνάζει με την έμπρακτη και δυσανάλογη των περιστάσεων απουσία του. Θα πει, βέβαια, κανείς ότι τόσες συλλογικότητες έχουν βγάλει ανακοινώσεις, πανό, εκδηλώσεις κτλ.., με πρώτους και πρώτες τους ίδιους και τις ίδιες που έχουν πάρει έμπρακτα θέση στον αγώνα αυτό. Όσοι και όσες ρωτάνε και ενδιαφέρονται. Πώς πάει ο απεργός; Πώς την παλεύει η Κοινότητα…
Είναι αλήθεια το παραπάνω, αλλά εκεί ακριβώς βρίσκεται η ρίζα του προβλήματος. Ήδη έκανα αναφορά στον ελλαδικό αναρχικό χώρο, ως ενεργό συλλογικό υποκείμενο, το οποίο απαρτίζεται από χιλιάδες ανθρώπους. Μπορεί να μην τους βλέπουμε στον οργανωμένο αγώνα και στους δρόμους, αλλά είναι διάχυτοι στα φιλικά μαγαζιά και καφέ τα βράδια και ακόμη παραπάνω στα σόσιαλ. Και υπό αυτή την έννοια το ζήτημα που θέτω είναι πρόβλημα ουσίας. Ένας αγώνας δίνεται μεν, αλλά δεν κερδίζεται δε, με ανακοινώσεις από εμάς για εμάς και πανό, ούτε με σκέψεις και ευχολόγια, ούτε απλά με εκδηλώσεις και like στο fb. Όλα αυτά έχουν το ιδιαίτερο νόημά τους στην πρώτη φάση ενός αγώνα. Κυρίως όμως οι αγώνες δεν κερδίζονται χωρίς επιμονή, υπομονή, πείσμα, οργάνωση, κόστος. Και τα παραπάνω, ως αδυναμίες, δεν περιορίζονται στην περίπτωση των Προσφυγικών, αλλά όπως λένε “κρατάει χρόνια αυτή η κολόνια”. Ακριβώς γι’ αυτό, σε όλο το κείμενο με αφορμή τον αγώνα των Προσφυγικών και το κίνημα αλληλεγγύης, επιχειρώ να ανοίξω και να αναδείξω πολύ πιο γενικά και μεγάλα ζητήματα των κινημάτων μας, του χώρου μας και συνολικά των καιρών μας.
Δεν κερδίζονται, ούτε καν δίνονται έτσι, λοιπόν, οι αγώνες, τουλάχιστον όχι από τη “δεύτερη μέρα” και έπειτα. Όχι όταν ένας απεργός πείνας έχει φτάσει στις 106 μέρες και η ζωή του κρέμεται από μια κλωστή. Όχι όταν μια ακόμη συντρόφισσα πέρασε και αυτή τις 20 μέρες. Πολλές είναι οι δικαιολογίες που θα μπορούσαν να τεθούν στο τραπέζι. Πολλές οι προφάσεις για ένα κείμενο ή ακόμη και για έναν αγώνα συναισθηματικού εκβιασμού, για μια απεργία που ομοιάζοντας περισσότερο με αυτές της Τουρκίας ξενίζει το εγχώριο κίνημα, για το ίδιο το μέσο της απεργίας πείνας καθεαυτό, για τις ευρύτερες διαστάσεις που πήρε ο αγώνας εμπλέκοντας ανθρώπους έξω από τα στενά πολιτικά-αναρχικά μας πλαίσια, με κάποιους ή κάποιες από αυτούς και αυτές να ανήκουν ακόμη και στο συστημικό κομμάτι και πολλά ακόμη. Αλλά ακριβώς στα παραπάνω τίθενται κρίσιμα ερωτήματα: Δεν είναι κομμάτι επιτυχίας και δυναμώματος ενός αγώνα, όταν χτίζει πάνω στην εν-συναίσθηση, όταν διευρύνει τα μέσα και την αντίληψη πάνω στους ανοιχτούς και πλατιούς κοινωνικούς αγώνες, όταν κομμάτια της αριστεράς ή ακόμη και αυτού που θα ονομάζαμε “κοινωνία των πολιτών” ή ακόμη ακόμη και του συστημικού ή αστικού τόξου, αντιλαμβάνονται τη σημασία και το διακύβευμα ενός αγώνα που έχει οργανικές αναφορές στον αναρχικό χώρο και αναγκάζονται έστω να προστρέξουν υπέρ του; Κάποιες από αυτές τις σκέψεις και τις αμφιβολίες είναι δικαιολογημένες και κάποιες άλλες σεβαστές. Παρόλα αυτά – και αυτό είναι μια τραγική αλήθεια – η απουσία του αναρχικού χώρου ήρθε πολύ νωρίτερα από τις εξελίξεις αυτές. Τόσο στην Αθήνα όσο και στην επαρχία.
Ποια είναι όμως η απάντηση στα ερωτήματα αυτά; Ένας αγώνας που αφορά αποκλειστικά εμάς και τα στενά μας πολιτικά πλαίσια και ομαδοποιήσεις; Μα ακόμη κι εκεί ο ένας δεν μιλάει με τον άλλο… και οι αγώνες δίνονται από ισχνές μειοψηφίες ομάδων και ατόμων, είτε πρόκειται για αγώνες τοπικούς, δικαιωματικούς, αντικατασταλτικούς, πολιτικούς κ.α.. Όπως είπα και πιο πριν οι εγγενείς παθογένειες που εμφανίζει ο αναρχικός χώρος στην υπόθεση αλληλεγγύης και υπεράσπισης των Προσφυγικών αποτελούν τη μεγάλη εικόνα της συνολικής παθογένειας που βρίσκεται ο ελλαδικός αναρχικός χώρος και όχι μια ειδική περίπτωση.
Από την άλλη πάλι, τι θα έπρεπε, λοιπόν, να κάνει μια κοινότητα αγώνα που διακινδυνεύει τη ζωή των ανήλικων παιδιών της και δύο απεργών πείνας; Να μην ανοίξει όσο γίνεται κοινωνικά τον αγώνα της; Να μην εμπνευστεί από μέσα και μεθοδολογία που αποτελούν “εκ των ουκ άνευ” σταθερές στο παγκόσμιο επαναστατικό και αντικαπιταλιστικό κίνημα; Να μην καλέσει ανοιχτά όλους και όλες να στηρίξουν; Να πει σε όσους και όσες ήρθαν να τη στηρίξουν να φύγουν ή και να τους πάρει με τις κλωτσιές; Δεν υπάρχουν τέτοιοι αγώνες στην ιστορία των κινημάτων μας, διαχρονικά. Σε όσους αγώνες έδωσαν στον ελλαδικό χώρο οι αναρχικοί/ες και κατάφεραν να δημιουργήσουν ευκαιρίες νίκης, ήταν γιατί αυτοί οι αγώνες άνοιξαν κοινωνικά και συμπεριέλαβαν διευρυμένα τμήματα της κοινωνίας. Δεν κρίθηκαν και δεν κρίνονται από τη διεύρυνση του αγώνα αυτού, αλλά από τις εκπτώσεις και τις υποχωρήσεις που έκαναν τα υποκείμενα του αγώνα στα δικά τους αιτήματα και τις δικές τους κόκκινες γραμμές. Κρίνεται πρώτα από όλα από το αν διεκδικεί ή αν παρακαλά, από το αν αγωνίζεται ή αν ζητιανεύει…
Όπως ανέφερα, ένα βασικό ζήτημα που έθεσε ο αγώνας αυτός, ήταν να φέρει τον αναρχικό χώρο απέναντι στις ίδιες τις δικές του αντιφάσεις. Πρώτα και κύρια γιατί δεν ακολούθησε τις πεπατημένες, αυτά που έχουμε συνηθίσει, όσα ξέρουμε σαν θέσφατα – και ακριβώς επειδή είναι έτσι, οδηγούν το κράτος να επικρατεί σε κάθε μάχη που δίνουμε. Συνηθίσαμε από την μια ήττα στην επόμενη, λοιπόν, και στη μάχη για την τιμή των όπλων; Έχουμε μάθει κάτι από τα διεθνή επαναστατικά κινήματα, που αντιμέτωπα με κράτη ολόκληρα, καταφέρνουν και επιβιώνουν; Οι μεθοδολογίες των Ζαπατίστας, του κουρδικού κινήματος, των κινημάτων της Λ. Αμερικής, παρόλες τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις τους, τα λάθη και τα σωστά τους, δείχνουν τον δρόμο για τα κινήματα του 21ου αιώνα και για τον ελλαδικό αναρχικό χώρο;
Ο αγώνας των Προσφυγικών εφάρμοσε ένα πλήθος τακτικών και μεθοδολογίας και αναπτύχθηκε σε κάθε επίπεδο που μπορούσε να δράσει. Σε κινηματικό, νομικό, κοινωνικό και σε επίπεδο δρόμου. Σε επίπεδο αγώνα βάσης, μέχρι το επίπεδο θεσμών. Από εκδηλώσεις, κοινωνικό άνοιγμα, παρεμβάσεις, μιντιακή προπαγάνδα, μέχρι τις μαχητικές δράσεις και τις εισόδους στο Δημαρχείο και την Περιφέρεια. Κινητοποίησε τόσες διαφορετικές δυνάμεις μεταξύ τους σε έναν κοινό σκοπό, που κάτι παρόμοιο είχε πάρα πολύ καιρό να συμβεί και να καταφέρει να αναχαιτίσει το πρώτο τουλάχιστον κύμα επίθεσης του κράτους, αλλά και να διαρκέσει, με συνεχή κλιμάκωση, πάνω από τρεις μήνες. Κατάφερε να φέρει έναν αγώνα στο κεντρικό πολιτικό προσκήνιο, στην κεντρική πολιτική σκηνή, όχι ως αποτέλεσμα ήττας και εκ του αποτελέσματος καταστολής, αλλά ως έναν ζωντανό και σε κίνηση αγώνα που συνεχίζεται.
Τα παραπάνω, όμως, σε τίποτα δεν αλλάζουν την πραγματικότητα. Την αδιαφορία σε επίπεδο ουσιαστικής αντιπαράθεσης και ανοίγματος ενός πολιτικού χώρου για τον πιο κεντρικό κοινωνικό-πολιτικό αγώνα που δίνεται αυτή τη στιγμή στον ελλαδικό χώρο, έναν αγώνα που αν ηττηθεί θα συμπαρασύρει όλο το αυτοοργανωμένο κίνημα σε ένα ντόμινο περαιτέρω κατάρρευσης και καταστολής, έναν θάνατο που θα έχει σαν δεδικασμένο ότι θα πεθαίνουμε ένας προς ένας και μια προς μια και δε θα κουνιέται φύλλο. Ποιος και ποια πιστεύει ότι μετά από μια ολοκληρωτική ήττα των Προσφυγικών θα παραμείνουν ζωντανά τα ελάχιστα απελευθερωμένα εδάφη και καταλήψεις που έχουν απομείνει στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και πανελλαδικά; Ότι ο οποιοσδήποτε νέος αγώνας των κινημάτων ή του χώρου μας, θα διεξαχθεί με ευνοϊκότερους όρους από αυτόν;
Η αδιαφορία αυτή εκφράζει στο σύνολό της τη γενικότερη αδιαφορία ενός χώρου, αλλά πολύ περισσότερο μιας κοινωνίας, που αποτελεί κομμάτι της, που παραπαίει και καταρρέει στην αυτοαναφορικότητα, την εσωστρέφεια, τον κατακερματισμό, τον ιδεαλισμό και εν τέλει τον εναλλακτισμό. Η αναρχία και ο αγώνας ως μια ρουτίνα άνευ έμπνευσης και νοήματος που απλά συνεχίζει να συντηρεί μια κάποια ταυτότητα ύπαρξης σε έναν κόσμο γενικευμένης ανυπαρξίας; Ως ένα Lifestyle σε μια εποχή γενικής κατάρρευσης και γενικευμένου παθητικού μηδενισμού; Ένα διαρκές “μα τι άλλο να κάνω”, “δεν μπορώ”, “δεν είναι ώριμες οι συνθήκες”, “εγώ διαφωνώ”, “τόσο μπορεί ο κόσμος”… Αχ αυτός ο “κόσμος”… Ο αόρατος και αφαιρετικός, που τόσο του φορτώνουμε τις δικές μας ανεπάρκειες να κινητοποιηθούμε και να τον κινητοποιήσουμε. Λες και για όσους και όσες συνεχίζουν να βρίσκονται πάντα με κόστος, γιατί χωρίς κόστος δεν υπάρχει αγώνας παρά μόνο στη φαντασία μας και στις φανταχτερές σελίδες των διαδικτυακών μας Avatar, στις πρώτες γραμμές του αγώνα, όπως κάνουν σήμερα στα Προσφυγικά “έχουν κάτι άλλο να κάνουν”, “μπορούν”, “είναι ώριμες οι συνθήκες”, “συμφωνούν”, “δεν είναι κόσμος”…
Πολλά ίσως θα μπορούσε να ειπωθούν και να κριθούν για τα Προσφυγικά και τον αγώνα που διεξάγουν, αλλά σίγουρα όχι τα παραπάνω.
Είναι πολλά πράγματι αυτά που σήμερα έχουν να χαθούν με τη συμμετοχή και τη δέσμευση στον αγώνα. Μια μπύρα το Σαββατόβραδο ή 5 καραφάκια τσίπουρο στο γνωστό τσιπουράδικο, ένα 2ήμερο κάθε μήνα που αναπαριστά ότι ζούμε ακόμη, το διπλομεροκάματο για ένα νοίκι, ένας καλοστριμμένος μπάφος, ένας βουλιαγμένος καναπές, η διατήρηση μιας σχέσης που θα τεθεί σε κρίση για το ποιος έχει φυλακίσει ποιον, μια αρμονική, έστω και φρικτή σχέση με την ελληνική αγία οικογένεια που μπορεί να ανεχτεί μεν την αμφισβήτηση, αλλά πάντα στα μέτρα της, μια ελευθερία σε ένα κελί μιας μεγάλης φυλακής, μια κατάθλιψη τελικά που έχουμε συνηθίσει να αγκαλιάζουμε σφιχτά σαν το πιο πολύτιμο απόκτημά μας. Και όντως, τι πιο πολύτιμο από τη δική μας, κατάδική μας κατάθλιψη και παραίτηση; Πώς να την αποχωριστείς πια όταν έχει γίνει δέρμα από το δέρμα σου; Όταν πια έχεις μάθει να ζεις μαζί της. Πώς να σηκώσεις τον διπλανό σου όταν τον ατενίζεις από ψηλά στη γαλήνη των εθνικών και άρα ταξικών προνομίων σου; Μα ένας ολόκληρος δυτικός κόσμος δεν είναι έτσι; Τι κι αν εμείς ως κομμάτι του αποτελούμε την “τελευταία τρύπα του ζουρνά”;
Και είναι πολλά, γιατί έχουμε και μας έχουνε συνηθίσει στα λίγα, στα πολύ λίγα. Και όλο συνηθίζουμε στα λιγότερα, όπως το σώμα του απεργού πείνας μαθαίνει να συνηθίζει και να προσαρμόζεται στην ασιτία για να επιβραδύνει τον επαπειλούμενο θάνατο.
Και είμαστε τόσο βαριοί και δυσκίνητοι, όπως ο βάτραχος στην κατσαρόλα που συνήθισε στο βραστό νερό και το έχει μπερδέψει με χαμάμ. Και πώς να βγεις από το χαμάμ…
Το μεγαλύτερο πρόβλημα και παθογένεια όμως από όλα είναι ότι έχουμε καταλήξει ένας πολιτικός χώρος παθητικών ατόμων, ατομικοτήτων, όπως συνηθίζεται να λέγεται. Δηλαδή ένας πολιτικός χώρος που ο καθένας και η καθεμιά δεν έχει ευθύνη για τίποτα, δεν αναφέρεται σε τίποτα, δεν δεσμεύεται σε τίποτα, δεν λογοδοτεί πουθενά, δεν νοιάζεται στην πραγματικότητα για κανέναν και για καμιά άλλη πέρα από την “ατομικότητά” του/της, πλασάροντας “αναρχικό” εναλλακτισμό. Μοιάζει κι εδώ, ξαναφέρνοντας στην κουβέντα μας τις παραβολές από τον φυσικό κόσμο, την ιστορία του Αισώπου με την αλεπού με την κομμένη ουρά. Όχι μόνο πρόβαλε την αδυναμία της για προτέρημα, αλλά καλούσε και όλες τις υπόλοιπες να ακολουθήσουν το παράδειγμά της.
Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο το πρόταγμα της Κοινότητας των Προσφυγικών και του αγώνα της, το “αν δεν πεθαίνουμε ο ένας για τον άλλο/η είμαστε ήδη νεκροί”, αποτελεί το πιο ριζοσπαστικό πρόταγμα όλης της τελευταίας μακράς περιόδου, τουλάχιστον μετά την ήττα της μνημονιακής περιόδου, σε μια κοινωνία και έναν πολιτικό χώρο που εδώ και καιρό κακοφορμίζει. Αποτελεί επίσης τη διέξοδο στο γενικευμένο κοινωνικό και πολιτικό αδιέξοδο των καιρών μας. Τόσο απλά.
Άλλες φορές, πάλι, η αναβαθμισμένη βία αποτελεί μια όμορφη δικαιολογία για τη μη ανάληψη ευθύνης. Μπόμπες και σφαίρες ή τίποτα… Εξέγερση ή τίποτα… Και αφού το κράτος μάς έχει περιζώσει με νέους ποινικούς κώδικες, νέες φυλακές και δεκάδες δικαστήρια, τότε είμαστε απόλυτα δικαιολογημένοι για το τίποτα… Το φετίχ της βίας, αντί να μας κινητοποιήσει όπως τουλάχιστον έκανε κάποτε, έστω και κάποιες φορές διεστραμμένα, πλέον μας έχει καθηλώσει ανεστραμμένα. Εδώ όμως δεν τίθεται καν κάτι τέτοιο. Αντίθετα, τα ελάχιστα κομμάτια που έχουν παραμείνει να αγωνίζονται σε επίπεδα αναβαθμισμένης βίας έχουν ήδη τοποθετηθεί έμπρακτα και αλληλέγγυα με σεβασμό και κατανόηση στη στρατηγική αγώνα που έχει εκπονηθεί, ακόμη και αν σε λιγότερα ή περισσότερα διαφωνούν. Είναι μάλλον γιατί και τα ίδια αγωνίζονται. Ακριβώς γι’ αυτό, οι ιδεολογικές διαφωνίες και διαφοροποιήσεις έχουν μικρότερη σημασία από την ενότητα και την κοινότητα του αγώνα, που πάντα θα βρίσκει κοινό έδαφος αλληλεγγύης.
Από την άλλη – και εκεί θέλω να εστιάσω περισσότερο – ξεχάστηκε ακόμη και η πιο απλή προπαγάνδα των κειμένων σε πλατείες, οι μαζικές αφισοκολλήσεις, οι πιο απλές παρεμβάσεις σε μέσα ενημέρωσης, φορείς και θεσμούς, που οι περισσότερες από αυτές δε διακινδυνεύουν καν ποινικές κυρώσεις. Το ισχυρότερο όπλο που χρησιμοποίησε το κράτος εναντίον αυτού του αγώνα, που είναι το μποϊκοτάζ στην ενημέρωση, δε βρήκε απέναντί του παρά ελάχιστη πραγματική και μαζική αντίσταση με συλλογικούς όρους από τον αναρχικό χώρο. Αυτό το τελευταίο έρχεται να αποκαλύψει σε όλο του το μέγεθος ότι η ρηξιακή διαχωριστική γραμμή μέσα στον σύγχρονο ελλαδικό αναρχικό χώρο δεν είναι μεταξύ των υποτάσεών του, των ιδεολογικών διαφωνιών ή των διαφορετικών πολιτικών ατζεντών, αλλά στη βάση του ξεκάθαρου διπόλου: Αναρχισμός ή εναλλακτισμός, αγώνας ή lifestyle;
Ξεχάστηκε, έτσι, κυρίως ο καθημερινός, συνεχής και επίμονος αγώνας, όπως αυτός για παράδειγμα, στην απεργία πείνας του Δ.Κουφοντίνα, που σε περίοδο κόβιντ κατάφερε να σπάσει την απομόνωση και από τις μικρές ομάδες αλληλέγγυων να εξελιχθεί σε έναν όσο γινόταν μαζικό κίνημα. Από αυτό το κίνημα, με τις δικές του αντιφάσεις και αδυναμίες πάντα, μάς έμειναν μόνο τα πανό, όπως προφητικά διαισθανόταν ένας σύντροφος τότε.
Ας μου επιτραπεί να το θέσω ακόμη πιο ωμά. Έτσι κι αλλιώς ως πολιτικός χώρος αποτελούμε αντανάκλαση της κοινωνίας και του κόσμου μας. Είτε προς την κατεύθυνση της αφομοίωσης και αναπαραγωγής του, είτε προς την κατεύθυνση του ριζοσπαστισμού και της αλλαγής του. Υπό αυτήν την έννοια και πάλι δεν θα μπορούσαμε να ξεφύγουμε από την γενική τάση μετασχηματισμού των συλλογικών σχημάτων της εποχής μας από τα κόμματα του αστικού κόσμου, ως τις οργανώσεις της αριστεράς και της αναρχίας σε ένα νέο μοντέλο πολιτικής οργάνωσης, συσχέτισης και δεσμευτικότητας. Τη μετατροπή τους, δηλαδή, από οργανώσεις δεσμευμένων και οργανωμένων μελών, όχι στενά μιας οργάνωσης ή ομάδας, αλλά πρώτα και κύρια με όρους ατομικής συνείδησης, σε οργανώσεις μιας μεγάλης περιφέρειας-χυλό. Με τον ίδιο τρόπο δηλαδή που χτίζεται η πολιτική στον ίδιο τον αστικό κόσμο, ως κόμματα μελών του 2ευρου που καλούνται να ψηφίσουν για τον επόμενο πρόεδρο, για να ξαναγυρίζουν στην συνέχεια στο σπίτι τους συνεχίζοντας τη ζωή τους ως ιδιώτες. Είναι ανάγκη στη βάση αυτή να μας απασχολήσει πολύ σοβαρά η επίδραση στον πολιτικό μας χώρο της εποχής της μετα-δημοκρατίας, έτσι όπως αυτή επιβάλλεται από τα πολιτικά κέντρα της αστικής τάξης, ή για να το πω ακόμη πιο κυνικά, της ποπ δημοκρατίας ή στην περίπτωσή μας ενός ποπ κινήματος και κουλτούρας αγώνα. Και αυτή η ποπ κουλτούρα, για να το εξηγήσω καλύτερα, δεν έχει να κάνει σε τίποτα με τις διάφορες τάσεις εντός του πολιτικού μας χώρου, από τις πιο παραδοσιακές ως τις πιο σύγχρονες, αλλά μας αφορά όλες και όλους πρώτιστα ως αντίληψη και κουλτούρα κοινωνικότητας και ακόμη περισσότερο ως αντίληψη και κουλτούρα αγώνα.
Ο αγώνας των Προσφυγικών, για να επιστρέψουμε στο ζητούμενο της διάλυσης της διάχυτης ομίχλης, έδωσε χρόνο… Έδωσε χρόνο πρώτα και κύρια αντιλαμβανόμενος τα ίδια τα προβλήματα των κινημάτων και του χώρου μας. Έδωσε χρόνο ενημέρωσης, κατανόησης, κινητοποίησης, χτισίματος, μείωσης του ρίσκου, δυνατότητα πολύμορφης έκφρασης, με κατανόηση των αδυναμιών μας ως χώρος και κίνημα, χωρίς να τα βάλει σε χρονικούς εκβιασμούς και κλιμακώσεις που κανείς δυσκολεύεται να ακολουθήσει.
Έδωσε χρόνο και χώρο, γιατί τα προβλήματα και οι αδυναμίες που ήταν ανάγκη να υπερκαλυφτούν είναι εγγενή και συνολικά. Δυστυχώς – και πάλι παίρνοντας το ρίσκο της γενίκευσης, που ίσως να ξανααδικήσει κάποιους και κάποιες άθελά μου – η ανάληψη ευθύνης σε όλες αυτές τις 105 ημέρες αναδεικνύουν τη θέση και τον ρόλο του καθενός και της καθεμιάς στον αγώνα και στο κίνημα όχι μόνο σήμερα, αλλά σε όλη την επόμενη μεγάλη περίοδο της κρίσης. Δεν είναι κριτική αυτό, μιας και ο καθένας και η καθεμιά κάνει τελικά ό,τι μπορεί. Είναι όμως μια διαπίστωση για το τι έχει επιλέξει να μπορεί ο καθένας και η καθεμιά και για το τι είναι ανάγκη να ξεπεραστεί και ποιες υπερβάσεις είναι να γίνουν.
Το κράτος και η πολιτική του ειδικού πολέμου
Το ελληνικό κράτος γνωρίζει ότι φέρει την απόλυτη ευθύνη για τον θάνατο ενός απεργού πείνας. Την ίδια όμως ευθύνη φέρει και το κίνημα το ίδιο. Στο τέλος, η ζυγαριά της ευθύνης θα γείρει στο ποιος έκανε τα περισσότερα και ποιος τα λιγότερα. Το κράτος αναγνωρίζοντας τις αντιφάσεις των κινημάτων και του χώρου μας, πετάει το μπαλάκι στην άλλη πλευρά, γιατί γνωρίζει ότι σε περίπτωση θανάτου απεργού, ένα κίνημα που δεν έκανε τα ελάχιστα – γιατί σε μια απεργία πείνας που φτάνει τις 105 μέρες και σ’ έναν αγώνα που έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις, δεν έχουν γίνει ούτε τα ελάχιστα – θα εσωτερικεύσει την τραγωδία, οδηγώντας το σε ακόμη μεγαλύτερη κατάρρευση και κατακερματισμό.
Ποιοι φταίνε λιγότερο και ποιοι περισσότερο, ποιοι έπραξαν και ποιοι δεν ήθελαν να μπορέσουν, ποιοι συνέχισαν μια ρουτίνα ζωής σε ένα κόσμο που τραντάζεται μέσα στην κρίση; Αυτή είναι η παγίδα που έχει θέσει το κράτος στους αναρχικούς και τις αναρχικές και από ό,τι φαίνεται ήδη πέφτουν μέσα της. Όχι γιατί δεν είχαν χώρο μέσα στον αγώνα αυτόν, αλλά ακριβώς γιατί δεν πήραν τον ορθάνοιχτο χώρο που τους δόθηκε. Τίθεται πραγματικά το ερώτημα όμως κι εδώ, σε ποιον πραγματικά αγώνα βρήκε τον εαυτό του ο αναρχικός χώρος την τελευταία δεκαετία πέρα από τους στενά δικούς του, ολόδικούς του αγώνες; Ακόμη και εκεί, ούτε πάλι τον βρήκε συλλογικά και μαζικά.
Το κράτος χρησιμοποιεί τον θάνατο του Αριστοτέλη Χαντζή για να δυναμιτίσει ακόμη περισσότερο τις αντιφάσεις του αναρχικού χώρου, αναγνωρίζοντάς τες και παίζοντας μαζί τους. Το κράτος τελικά ελπίζει ότι στο νεκρό σώμα του απεργού πείνας θα χρησιμοποιήσει μια ακόμη ευκαιρία για να αποδείξει πόσο πανίσχυρο είναι το ίδιο και πόσο αδύναμοι και ανεπαρκείς είμαστε εμείς. Το κράτος τελικά θα επιδιώξει να αποδείξει ότι τα Προσφυγικά το καλύτερο που είχαν να κάνουν θα ήταν να συμβιβαστούν με την προδιαγεγραμμένη μοίρα τους, όπως πραγματικά κάνει τα τελευταία 15 χρόνια η μεγάλη μάζα της ελλαδικής κοινωνίας, του κινήματός της και του αναρχικού της χώρου. Και ίσως και εμείς με τη σειρά μας το επιβεβαιώσουμε ασυζητητί, ότι οι αγώνες μας είναι χαμένοι από χέρι. Μια ευθύνη λιγότερη που λέμε…
…και το σύνδρομο του βραστού βατράχου
Τα Προσφυγικά βέβαια από την πλευρά τους δε θα ηττηθούν. Το σύνθημα “ή θα νικήσουμε ή θα νικήσουμε” εκφράζει ακριβώς αυτή τη νομοτέλεια. Όπως δεν έχασε η κομμούνα του Παρισιού, το Πολυτεχνείο του ’73 και τόσα άλλα. Θα αποδείξουν μάλιστα ότι ο μόνος χαμένος αγώνας είναι εκείνος που δε δόθηκε. Γιατί με την αυτοθυσία τους θα αλλάξουν τον ρου της σύγχρονης ιστορίας του ελλαδικού κινήματος και του αναρχικού του χώρου, γιατί κανείς πλέον δε θα μπορεί να πει ότι δεν ήξερε. Ούτε το κράτος, ούτε η κοινωνία, ούτε το κίνημα, ούτε ο αναρχικός χώρος. Γιατί θα αποτελέσουν τον καταλύτη για το πέρασμα στην νέα εποχή που είναι ήδη εδώ και αρνούμαστε να το αποδεχτούμε. Και αν κάτι είναι που φοβίζει το κράτος, είναι ακριβώς αυτό. Αποτελεί ερώτημα το αν το ίδιο ακριβώς φοβίζει και μεγάλα κομμάτια του αναρχικού χώρου. Και δεν αναφέρομαι βέβαια σε μια κακή εξέλιξη του απεργού, αλλά στο τέλος των ψευδαισθήσεων και της εποχής των ανέξοδων αγώνων.
Οι δικαιολογίες περί των αντιθέτων μπορεί να είναι πολλές, το ίδιο και οι προφάσεις. Δεν έχει γίνει βέβαια κάτι διαφορετικό όλη την τελευταία δεκαετία στους αγώνες ζωής και θανάτου, ξεκινώντας από τον Ν. Ρωμανό, τους πολιτικούς κρατούμενους στην πρώτη ΣΥΡΙΖΑ εποχή, τον Δ. Κουφοντίνα, τον Γ. Μιχαηλίδη, τον Θ. Χατζηαγγέλου και άλλους ακόμη. Δεν είναι τυχαίο που τα Προσφυγικά στάθηκαν στην πρώτη γραμμή, μαζί με άλλους και άλλες, σε αυτούς τους αγώνες. Δεν υπήρξε, όμως την ίδια στιγμή, ούτε ένας αγώνας από αυτούς, αλλά και τόσους άλλους, όπου η διαλυτική κριτική και εκ του ασφαλούς αποστασιοποίηση να μην έγινε με τους πιο εχθρικούς τρόπους στο μέσο της πορείας του αγώνα ή ακόμη χειρότερα στις πιο κρίσιμές του στιγμές. Ελάχιστες από αυτές κατατέθηκαν μετά το τέλος τους, έχοντας να προσφέρουν πραγματικά στην αγωνιστική εμπειρία και στο κίνημα. Και χειρότερα από όλα… Όσοι και όσες επέλεξαν την ένοχη σιωπή. Συνηθέστερα, ήταν μέχρι πρότινος οι πιο ομιλητικοί από όλους τους άλλους.
Άλλοι επέλεξαν να κρυφτούν πίσω από προφάσεις “καθαρότητας”, αν και ο όρος αυτός δεν μπορεί πλέον να περιγράψει την πραγματικότητα των κινημάτων μας. Μακάρι να επρόκειτο για τέτοια, ως ένα βαθμό. Θα ήταν πραγματικά προωθητική…
Ο αγώνας όμως που δίνει η Κοινότητα των Προσφυγικών δεν είναι ένας στενά αναρχικός αγώνας, γιατί και η Κοινότητα η ίδια δεν είναι μια στενά αναρχική Κοινότητα. Είναι ένας βαθιά κοινωνικός αγώνας, όπου ο αναρχικός χώρος έχει ή θα είχε την ευκαιρία να βάλει πολύ πέρα από τα στενά του όρια τα προτάγματα, τα παραδείγματα και την προοπτική του. Να ξαναθυμίσει σε μια κοινωνία που τον έχει ξεχάσει ότι είναι εδώ και μπορεί. Ότι όσα ισχυρίζεται δεν είναι ουτοπία, αλλά μια απτή πραγματικότητα. Είναι ένας αγώνας που θέτει σε κρίση αν πραγματικά όσα λέμε τα εννοούμε. Είναι ένας αγώνας, τέλος, που έχει να του δώσει μια βαθιά ανάσα εξωστρέφειας, συλλογικής συνοργάνωσης, εξόδου από το τέλμα της αγωνιστικής απραξίας.
Είναι ένας αγώνας τελικά που μπορεί ή θα μπορούσε να δώσει τη δυνατότητα σε έναν χώρο που παραπαίει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας να κινητοποιηθεί και να κινητοποιήσει, ανοίγοντας δρόμους αγώνα και προοπτικής σε μια εποχή αγωνιστικής ξηρασίας. Αν πραγματικά βέβαια θέλει κάτι τέτοιο.
Το παρόν κείμενο δεν είναι ένα κείμενο κριτικής. Ίσως να μοιάζει ως τέτοιο, αλλά πώς θα μπορούσε ν’ ασκήσει κανείς κριτική σ’ έναν υπερήλικά που δεν τρέχει ή σε ένα θηλαστικό που δεν πετάει; Τι συμβαίνει, όμως, όταν στην περίπτωσή μας αυτός που κρίνεται η ευθύνη του διεκδικεί να είναι και δρομέας και αετός μαζί; Και ιδιαίτερα όταν καλεί μια ολόκληρη κοινωνία να τρέξει και να πετάξει μαζί του;
Είναι όμως σίγουρα ένα κείμενο αφύπνισης για όσους και όσες βλέπουν στον αγώνα της Κοινότητας των Προσφυγικών και στην αυτοθυσία του Αριστοτέλη Χαντζή, της Suzon Doppagne και των υπολοίπων που θα ακολουθήσουν, ένα δικό τους κομμάτι αγώνα, ένα παράδειγμα ότι μπορούμε αλλιώς, ότι δε θα ζήσουμε σαν δούλοι, ότι δεν έχουμε συνηθίσει στον θάνατο.
Παρόλα αυτά, ο καθένας και η καθεμιά οφείλουν να αναλάβουν έκαστος και έκαστη την ευθύνη του/της. Πριν να είναι αργά… Και αυτό δεν αποτελεί εκβιασμό. Ο αγώνας για ζωή και αξιοπρέπεια μέχρι τέλους δεν είναι εκβιασμός. Είναι ο ελάχιστος όρος της επιβίωσής μας ως άνθρωποι και όχι ως σκλάβοι. Όχι μόνο για την ζωή του Αριστοτέλη Χαντζή και της Suzon Doppagne, αλλά και για την ίδια την ύπαρξη ενός πολιτικού χώρου και ενός ολόκληρου κινήματος. Αν δεν το μπορούμε ούτε αυτό, το καλύτερο θα ήταν να γυρίσουμε σπίτια μας, αν δεν είμαστε ήδη εκεί. Τουλάχιστον όμως να σταματήσουμε να καπηλευόμαστε οράματα και ίσως την ελπίδα και την ευθύνη αναλάβουν οι επόμενες γενιές. Ευτυχώς πάντα θα υπάρχουν τέτοιες… Που παράδειγμα θα έχουν αγωνιστές και επαναστάτριες σαν τον Αριστοτέλη Χαντζή, τη Suzon Dopaggne και τόσους και τόσες άλλες πριν από αυτούς.
Ως τότε, ας αναλάβουμε πραγματικά την ευθύνη να βγούμε στους δρόμους, να ξυπνήσουμε από τον λήθαργο που μας έχει τιθασεύσει. Να δώσουμε τη νίκη αυτή στον αγώνα μας, που τόσο όλοι και όλες έχουμε ζωτικά ανάγκη, μέχρι να νικήσει η ζωή και η αξιοπρέπεια!
Για όλους και όλες μας και τον καθένα και την καθεμιά ξεχωριστά!
Δ. Κ.

media:

ΔK_Τα_Προσφυγικά_το_κράτος_η_πολιτική_του_ειδικού_πολέμου_και_το_σύνδρομο_του_βραστού_βατράχου_22-5-26.pdf

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...