Στο έλεος της ζέστης για άλλο ένα καλοκαίρι βρίσκονται οι εργαζόμενοι, επειδή η κυβέρνηση αρνείται να υιοθετήσει ένα νομοθετικό πλαίσιο για τη θωράκισή τους απέναντι στη θερμική καταπόνηση. Εργάτες, οδηγοί, σερβιτόροι, μάγειρες «ψήθηκαν» ξανά, ενώ ο καύσωνας κορυφωνόταν μέχρι χθες σε μεγάλο μέρος της χώρας.
Από την περασμένη Δευτέρα εργασίες σε κατασκευαστικά και οδικά έργα, πλοία και άλλους εξωτερικούς χώρους σταμάτησαν ύστερα από παρεμβάσεις συνδικαλιστικών φορέων, όπως το Συνδικάτο Οικοδόμων Αθήνας, για την εφαρμογή εγκύκλιου του 2024 (υπ’ αριθμ. 34666) με την οποία το υπουργείο Εργασίας ενεργοποίησε την υποχρεωτική παύση εργασιών από τη 1 μ.μ. μέχρι τις 5 μ.μ. σε συγκεκριμένες περιοχές.
Οι κυβερνητικές ανακοινώσεις εκδόθηκαν και φέτος καθυστερημένα, επίσης έπειτα από διαμαρτυρίες πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων σωματείων και της ΓΣΕΕ, που όμως ζητούν τη δέσμευση των συναρμόδιων αρχών με ένα σαφές πλαίσιο νομοθετικών κανόνων και εφαρμοστικών υπουργικών αποφάσεων.
Ελλιπής εγκύκλιος
Με την παραπάνω εγκύκλιο ορίζεται πρόστιμο 2.000 ευρώ ανά εργαζόμενο σε περίπτωση μη τήρησης και επισημαίνεται πως ο έλεγχος των μέτρων για τη θερμική καταπόνηση πραγματοποιείται από τους αρμόδιους επιθεωρητές Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία της Επιθεώρησης Εργασίας. Ωστόσο, χωρίς ενίσχυση της υποστελεχωμένης Επιθεώρησης Εργασίας, παραμένει ανθρωπίνως αδύνατον το υφιστάμενο προσωπικό να προχωρήσει στους αναγκαίους ελέγχους.
Παράλληλα, η λήψη τεχνικών και οργανωτικών μέτρων προστασίας επαφίεται στην καλή πίστη του εργοδότη στη βάση ενός ενδεικτικού και όχι περιοριστικού καταλόγου, ενώ μένουν ακάλυπτα επαγγέλματα σε εσωτερικούς θερμούς χώρους χωρίς πρωτόκολλα για τις συνθήκες εξαερισμού. Επίσης, ανακύπτει συχνά ζήτημα καταβολής δεδουλευμένων σε επόμενο χρόνο, όταν εργοδότες περικόπτουν από τις αμοιβές το αντίτιμο για τις ώρες της παύσης εργασιών.
Με ανακοίνωσή της η ΓΣΕΕ επανέλαβε, μεταξύ άλλων, την έκκληση για τη θέσπιση ρητών δεσμευτικών διατάξεων από το υπουργείο Εργασίας, ώστε να αξιοποιήσει το πλαίσιο συμφωνίας εργαζομένων και εργοδοτών και τα πορίσματα της ειδικής ομάδας εργασίας (2018) για τη διαμόρφωση των απαραίτητων μέτρων πρόληψης.
Αλλωστε, η ενεργοποίηση μέτρων μόνο κατά τη διάρκεια του καύσωνα αντιμετωπίζει μόλις το 10% της συνολικής έκθεσης των εργαζομένων στη θερμότητα και μόνο το 20% των θερμικά σχετιζόμενων επαγγελματικών ατυχημάτων και ασθενειών (Διεθνής Οργάνωση Εργασίας, 2024).
Η πρόληψη των συνθηκών έκθεσης σε εργοτάξια, αποθήκες, χωράφια και δρόμους απαιτεί κλιμακωτά μέτρα ανάλογα με τις θερμοκρασίες, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η εργασία σε ακραία ζέστη δεν θα θεωρείται πλέον «κανονικότητα».
Μείωση της παραγωγικότητας
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει σημειώσει ότι περισσότερο από το ένα τρίτο των ανθρώπων που εργάζονται συστηματικά σε θερμές συνθήκες εμφανίζουν θερμική καταπόνηση, ενώ το 35% εμφανίζει θερμοσχετιζόμενες παθήσεις, όπως θερμική εξάντληση και θερμοπληξία.
Η αυξημένη έκθεση των εργαζομένων σε τέτοιες επικίνδυνες συνθήκες πλήττει και τις επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, η παραγωγικότητα των εργαζομένων μειώνεται κατά 2-3% για κάθε βαθμό αύξησης πάνω από τους 20°C στον Θερμοκρασιακό Δείκτη Υγρού και Μαύρου Βολβού (ΘΥΜΒΑΣ) που συνεκτιμά τη θερμοκρασία, την υγρασία, την ηλιακή ακτινοβολία και τον αέρα.
Η εγκύκλιος που επιστρατεύει κατά το δοκούν το υπουργείο Εργασίας λαμβάνει υπόψη τον παραπάνω δείκτη αλλά σε ορισμένες γεωγραφικές ενότητες.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
