Οι οικονομικές συνέπειες του γεωπολιτικού σοκ βαθαίνουν καθώς οι τιμές των ενεργειακών αγαθών ανεβαίνουν, παρασύροντας προς τα πάνω συνολικά τις τιμές των προϊόντων και το κόστος ζωής. Τα νοικοκυριά στην Ελλάδα και σε όλη την Ευρώπη βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να υποχωρεί και αυτή είναι μια από τις βασικές αιτίες της κοινωνικής και πολιτικής δυσαρέσκειας η οποία διοχετεύεται στην Ακροδεξιά.
Η «απάντηση» που δίνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στο πρόβλημα του πληθωρισμού είναι η αύξηση των επιτοκίων. Η λογική είναι γνωστή: τα υψηλότερα επιτόκια κάνουν ακριβότερη την πίστωση, περιορίζουν την κατανάλωση και τις επενδύσεις και, μέσω της χαμηλότερης ζήτησης, ασκούν πίεση στις τιμές. Με απλά λόγια, η νομισματική πολιτική καταπολεμά τον πληθωρισμό, μειώνοντας την οικονομική δυνατότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων να δαπανούν. Οι νομισματικές αρχές επιχειρούν να σταματήσουν την άνοδο των τιμών διά της… φτωχοποίησης της ζήτησης. Εάν μάλιστα τα πράγματα φτάσουν στα άκρα, η μείωση της ζήτησης μπορεί να οδηγήσει την οικονομία σε ύφεση, να αυξηθεί η ανεργία και οι τιμές να υποχωρούν («αποπληθωρισμός»).
Το πρόβλημα, όμως, σήμερα είναι ότι οι τιμές δεν ανεβαίνουν εξαιτίας της αυξημένης ζήτησης, αλλά επειδή κλείνει η στρόφιγγα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Επομένως, είναι αμφίβολο ότι οι αυξήσεις επιτοκίων και η «σύσφιγξη» της νομισματικής κυκλοφορίας θα έχει αποτέλεσμα. Τα μέτρα θα αφαιρέσουν πραγματικό εισόδημα από τους πολίτες της ευρωζώνης, αλλά πιθανότατα δεν θα ανακόψουν την άνοδο των τιμών.
Γι’ αυτό άλλωστε αρκετοί αξιωματούχοι και οικονομολόγοι εκφράζουν επιφυλάξεις. Επικράτησε, όμως, η άποψη των «γερακιών» της νομισματικής πολιτικής, κυρίως των εκπροσώπων των χωρών του σκληρού πυρήνα της ευρωζώνης, που διαχρονικά υποστηρίζουν τη «σφιχτή» πολιτική στον νομισματικό τομέα, όπως άλλωστε και στα δημοσιονομικά στηρίζουν τις πολιτικές «λιτότητας». Το επιχείρημά τους είναι ότι η ακρίβεια μπορεί να περάσει σταδιακά στους μισθούς, στις υπηρεσίες και στις προσδοκίες των πολιτών και των επιχειρήσεων. Επιδιώκουν, επομένως, να αποτρέψουν αυτές τις λεγόμενες «δευτερογενείς επιδράσεις» προτού ο πληθωρισμός διαχυθεί στο σύνολο της οικονομίας.
Οι «κακές γλώσσες», πάντως, λένε ότι η ΕΚΤ έσπευσε να ανεβάσει τα επιτόκια, για να δείξει ότι «κάνει κάτι» και να μην κατηγορηθεί ξανά ότι καθυστέρησε να παρέμβει όπως έγινε με το πρώτο ενεργειακό σοκ του 2022.
Το πολιτικό ζήτημα είναι ότι όλη αυτή η συζήτηση είναι άκρως τεχνική και διεξάγεται με ελλιπή δημοκρατικό έλεγχο. Η ΕΚΤ είναι μεν η δημόσια νομισματική αρχή της ευρωζώνης, αρμόδια για τη διασφάλιση της νομισματικής σταθερότητας, αλλά είναι ανεξάρτητη από την πολιτική εξουσία (τις κυβερνήσεις) και λογοδοτεί ελλιπώς, με ακροάσεις ενημερωτικού χαρακτήρα και εκθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο ωστόσο δεν διαθέτει μηχανισμούς δεσμευτικής παρέμβασης.
Ομως τα επιτόκια είναι άκρως πολιτικό ζήτημα: η αύξησή τους σημαίνει ότι κάποιοι θα καταναλώσουν λιγότερο, κάποιοι θα χάσουν τις επενδύσεις τους ή την εργασία τους, αλλά κάποιοι άλλοι θα εισπράξουν υψηλότερες αποδόσεις – ανάμεσά τους και οι τράπεζες που πραγματοποίησαν ρεκόρ κερδοφορίας στον προηγούμενο κύκλο αύξησης των επιτοκίων, σε όλη την ευρωζώνη.
Ο πληθωρισμός διαβρώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην εθνική πολιτική, στους θεσμούς και στο πολιτικό σύστημα, όπως δείχνουν έρευνες σε όλο τον κόσμο, ενώ η αύξηση του κόστους χρήματος επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Το βαθύτερο τραύμα δεν είναι μόνο η απώλεια εισοδήματος. Είναι η εντύπωση που διαμορφώνεται στους πολίτες ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί διαθέτουν αποτελεσματικά εργαλεία για να επιβάλουν θυσίες, όχι όμως για να τους εξασφαλίσουν προστασία. Ο πολίτης βλέπει το βιοτικό του επίπεδο να υποχωρεί και ακούει ότι η υποχώρηση αυτή αποτελεί αναγκαίο τίμημα για τη νομισματική, δημοσιονομική ή γεωπολιτική ασφάλεια.
Εκεί «κεντάει» η Ακροδεξιά. Δεν χρειάζεται να διαθέτει λύση για την ενέργεια ή τα επιτόκια. Αρκεί να πείσει ότι η δημοκρατία δεν διαθέτει λύση και να υποσχεθεί ότι ένας ισχυρός ηγέτης, απαλλαγμένος από θεσμικά εμπόδια, θα αποκαταστήσει τον χαμένο έλεγχο. Ή, ακόμα, να εφεύρει έναν εξωτερικό ή εσωτερικό εχθρό, για να διοχετευτεί εκεί ο θυμός των πολιτών.
Η απάντηση, επομένως, δεν είναι μόνο μια διαφορετική νομισματική πολιτική ή κάποια επιδόματα, αλλά μια ευρύτερη αντίληψη της έννοιας της ασφάλειας: ενεργειακή, κοινωνική και δημοκρατική. Εάν η δημοκρατία μπορεί να επιβάλει θυσίες χωρίς να εγγυηθεί κοινωνική προστασία, παραδίδει στην Ακροδεξιά το μονοπώλιο της ασφάλειας.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
