Τελευταία νέα
Κ.Τσουκαλάς: Το ψέμα έχει γίνει δεύτερη φύση στους παροικούντες στο Μέγαρο Μαξίμου Αγριος καβγάς Μαρινάκη με Τσουκαλά ΚΚΕ: Καταγγελία για εκτόξευση τιμών και κερδών λόγω πολέμου – Όχι στην εμπλοκή και επιβάρυνση των λαών Τσουκαλάς για Μαρινάκη: Η συμμορία του Μαξίμου είναι πολλαπλώς εκτεθειμένη Ανοιχτή επιστολή Φωτόπουλου σε Ανδρουλάκη: Καταγγελίες για συνεργασία ΠΑΣΟΚ με τη ΔΑΚΕ στη ΓΣΕΕ «Δεν με αφορά η ενεργός πολιτική». Χ. Ράμμος: Διαψεύδει σενάρια εμπλοκής του στο νέο πολιτικό φορέα Τσίπρα Ολοκλήρωση της ηλεκτρικής διασύνδεσης για φθηνό ρεύμα ζήτησε από την Κομισιόν ο Γ. Αυτιάς Υποκλοπές: Σύσσωμη πίεση της αντιπολίτευσης για Εξεταστική – Σε ασφυξία το Μαξίμου ΠΑΣΟΚ: «Ο λαός θα επιλέξει τον αντίπαλο της ΝΔ» Ηράκλειο: Από το βιβλίο στην πολιτική σκηνή: Ο Τσίπρας ξαναχτίζει τον χώρο της Κεντροαριστεράς «Μανιφέστο Τσίπρα»: Πλημμύρα αντιδράσεων στο διαδίκτυο και πολιτικός αναβρασμός Κόντρα ΝΔ – ΠΑΣΟΚ: «Πείτε μας αν μιλούσε ο Ανδρουλάκης με τον Χατζηδάκη» – «Πολιτική αλητεία, ανακαλέστε τα ψεύδη»
Athens.indymedia.org

[Βιβλιοθήκη] Από τα Quaderni Rossi στο κίνημα του ’77

01/05/2026 5:01 μμ.

Το παρόν κείμενο αποτελεί την εισήγηση του εγχειρήματος Τετράδια Εδάφους και συμπεριλαμβάνεται στην μπροσούρα, Ο Νέγκρι πέρα απο τον Νέγκρι, που θα κυκλοφορήσει εν όψει της εκδήλωσης, που θα πραγματοποιηθεί στην κατάληψη Φάμπρικα Υφανέτ στις 8 Μαίου, με την συμμετοχή του Sandro Mezzadra και του Παναγιώτη Καλαμαρά και θα έχει ως αντικείμενο την κληρονομιά του Νέγκρι και της ιταλικής Αυτονομίας.

Από τα Quaderni Rossi στο κίνημα του ‘77   
Ταξική σύνθεση, συνέρευνα, άρνηση της εργασίας, κοινωνικό εργοστάσιο και προλεταριακή αυτοαξιοποίηση στη σκέψη του Αντόνιο Νέγκρι
Η θεωρητική και πολιτική διαδρομή που οδηγεί στον Αντόνιο Νέγκρι συγκροτείται μέσα στο ιταλικό «εργαστήρι» των δεκαετιών του 1960 και του 1970. Ένα πεδίο στο οποίο η θεωρία δεν είναι εξωτερική αντανάκλαση, αλλά εσωτερική λειτουργία της ταξικής σύγκρουσης. Από τα Quaderni Rossi (Κόκκινα Τετράδια) έως την Autonomia Operaia (Εργατική Αυτονομία), αυτό που παράγεται δεν είναι απλώς μια ακόμη σχολή μαρξιστικής σκέψης αλλά μια μέθοδος: να διαβάζουμε την ανάπτυξη του κεφαλαίου από τη σκοπιά της ζωντανής εργασίας, μια μετατόπιση της ίδιας της σχέσης ανάμεσα σε γνώση και πολιτική όπου η θεωρία παύει να είναι ερμηνεία και γίνεται στιγμή της ταξικής σύνθεσης.                                       
Η συγκρότηση αυτής της παράδοσης, που ονομάστηκε εργατισμός, περνά μέσα από τρεις κομβικές φιγούρες: τους Ρανιέρο Παντσιέρι, Μάριο Τρόντι και Ρομάνο Αλκουάτι. Η αποφασιστική τομή του εργατισμού εγκαινιάζεται από τον Παντσιέρι, μέσα από την εμπειρία των Κόκκινων Τετραδίων, ως ρήξη με κάθε εξελικτική ανάγνωση του μαρξισμού. Η τεχνολογία παύει να εμφανίζεται ως ουδέτερη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και αναγνωρίζεται ως ήδη ενσωματωμένη μορφή κεφαλαίου. Η μηχανή, η οργάνωση της παραγωγής, ο τεχνικός καταμερισμός δεν είναι απλώς εργαλεία, αλλά υλικές διατάξεις διοίκησης και ελέγχου της ζωντανής εργασίας. Η καπιταλιστική «ανάπτυξη» δεν είναι απλώς πρόοδος, αλλά συνεχής αναδιάρθρωση της εκμετάλλευσης, ανασύνθεση της ταξικής σχέσης σε βάρος της εργασίας.  
Με αυτόν τον τρόπο, η καπιταλιστική ανάπτυξη παύει να νοείται ως γραμμική διαδικασία προόδου και προσεγγίζεται ως πολιτική οργάνωση της εκμετάλλευσης. Η τεχνολογία δεν είναι εξωτερική προς την ταξική σχέση, αλλά ένα από τα βασικά της πεδία, καθώς μορφοποιεί τη συνεργασία, διαρθρώνει τον καταμερισμό της εργασίας, εγκαθιδρύει συγκεκριμένους μηχανισμούς κυριαρχίας μέσα στην παραγωγή, ενσωματώνει τη γνώση και πειθαρχεί τα σώματα. Ακριβώς γι’ αυτό, η τεχνολογία της δεν αποτελεί ουδέτερο υπόβαθρο, αλλά πεδίο σύγκρουσης και παρέμβασης. Σε αυτή τη βάση, η εργατική έρευνα (inchiesta) αποκτά στρατηγικό χαρακτήρα, ως εργαλείο που αποσκοπεί στην αποκάλυψη των πραγματικών μορφών οργάνωσης της εργασίας και στη δυνατότητα ανατροπής τους από τα ίδια τα υποκείμενα της εκμετάλλευσης.
Ο Μάριο Τρόντι, προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, διατυπώνει στο έργο του Operai e capitale (Εργάτες και Κεφάλαιο) τη ρήξη με την παραδοσιακή μαρξιστική οπτική που θα καθορίσει ολόκληρη την εργατίστικη προβληματική, εισάγοντας την περίφημη αντιστροφή: «πρώτα η εργατική τάξη και μετά το κεφάλαιο». Η εργατική τάξη προηγείται του κεφαλαίου, η πάλη προηγείται της ανάπτυξης, η πολιτική δύναμη της τάξης εξαναγκάζει το κεφάλαιο να αναδιαρθρώνεται. Το κεφάλαιο δεν αποτελεί την κινητήρια δύναμη της ιστορίας, αλλά απάντηση στη δύναμη της εργατικής τάξης. «Η εργασία είναι η μονάδα μέτρησης της αξίας επειδή η εργατική τάξη είναι προϋπόθεση του κεφαλαίου…οι οικονομικοί νόμοι θα έπρεπε να επανερμηνευθούν ως πολιτικές δυνάμεις, πίσω από τις οποίες βρισκόταν η κινητήρια δύναμη της ταξικής πάλης». Έτσι, η εργασία εμφανίζεται ως ανεξάρτητη μεταβλητή και οι οικονομικοί νόμοι αποκαλύπτονται ως μορφές πολιτικής κυριαρχίας. Με άλλα λόγια, «ο νόμος της αξίας» είναι ήδη σχέση δύναμης που αποτυπώνει τον συσχετισμό μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Η παραπάνω υπόθεση θα επιβεβαιωθεί ξανά και ξανά στα πολλαπλά πεδία της ταξικής σύγκρουσης που εγκαινίασε ο εργάτης-μάζα, μια συγκεντρωμένη, ανταγωνιστική δύναμη που μέσα από τους αγώνες της δεκαετίας του ‘60 και ‘70 επιβάλλει στο κεφάλαιο ρήξεις, κρίσεις και αναδιαρθρώσεις. Σε αυτό το επίπεδο, η ιστορία του κεφαλαίου διαβάζεται ως αλληλουχία απαντήσεων στην εργατική πρωτοβουλία.
Η συμβολή του Ρομάνο Αλκουάτι είναι ότι καταφέρνει να μεταφέρει αυτή τη θεωρητική τομή στο επίπεδο της μεθόδου. Μέσα από τις έρευνες στη FIAT και στην Olivetti, αναπτύσσει την συνέρευνα (conricerca) ως κατεξοχήν πολιτική πρακτική που ενώνει γνώση και οργάνωση και εγγράφεται μέσα στην ίδια την υλικότητα της παραγωγικής διαδικασίας. Η συνέρευνα δεν είναι απλώς μια τεχνική εργατικής έρευνας, αλλά μια μορφή συλλογικής παραγωγής γνώσης. Δεν «μελετά» την εργατική τάξη, αλλά συμμετέχει στη διαδικασία μέσα από την οποία η τάξη αναγνωρίζει τον εαυτό της ως δύναμη. Εδώ η θεωρία παύει να είναι εξωτερική και γίνεται εσωτερική λειτουργία της πολιτικής σύνθεσης, σπάζοντας τον διαχωρισμό μεταξύ ερευνητή και υποκειμένου. Μια διαδικασία που εκκινεί από τη ζωντανή εργασία και επιστρέφει σε αυτήν, παράγοντας μια γνώση μέσα στην ταξική σχέση, ενάντια στη γνώση του κεφαλαίου. Το μότο είναι: «Μαζί μελετάμε μια δομή, μαζί κάνουμε ιστορία». Που σημαίνει την απόκτηση μιας γνώσης και την οικοδόμηση ενός οργανισμού που στη διαδικασία της έρευνας, μετατρέπεται σε έρευνα/δράση και ταυτόχρονα μιας γνώσης που στο βάθος αυτής της διαδρομής αντανακλάται σε νέες μορφές οργάνωσης. Η συνέρευνα στοχεύει στην αποσύνδεση της συνεργασίας από τη διοίκηση, στην ανάδειξη των πραγματικών μορφών δύναμης που ενυπάρχουν στην παραγωγή, και τελικά στη δυνατότητα αντιστροφής της σχέσης.
Εδώ, ήδη διαγράφεται η μεθοδολογική γραμμή που θα χαρακτηρίσει τον Νέγκρι. Ο Νέγκρι εισέρχεται σε αυτό το πεδίο επιχειρώντας να συστηματοποιήσει, να γενικεύσει και εν τέλει να συνθέσει αυτά τα στοιχεία σε μια συνολική θεωρία της ταξικής δύναμης. Μιας θεωρίας που δεν προηγείται των αγώνων, αλλά περισσότερο ως μια διαδικασία που συγκροτείται μέσα στις υλικές μεταμορφώσεις της ταξικής σύνθεσης (μια έννοια που θα αναλυθεί παρακάτω), συμπυκνώνοντας τις συμπεριφορές που αναδύονται μέσα της. Ένα εργαλείο που συγκροτείται μέσα στις συγκρούσεις και επιστρέφει σε αυτές. Δεν υπάρχει έννοια στον Νέγκρι που να μην έχει παραχθεί ως απάντηση σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή ταξικής πάλης. Υπό αυτή την έννοια, το έργο του δεν είναι τίποτε άλλο από μια διαρκής προσπάθεια να συλληφθεί η κίνηση της ζωντανής εργασίας, η οποία, μέσα από τους μετασχηματισμούς της, παράγει όχι μόνο αξία αλλά και δυνατότητες άρνησης, όχι μόνο υποταγή αλλά και δύναμη. Από αυτή την άποψη, η διαδρομή από τα Κόκκινα Τετράδια μέχρι το κίνημα του ‘77 και τη μετέπειτα σκέψη του κατά τη μεταφορντιστική φάση συσσώρευσης, δεν είναι μια διαδοχή θεωρητικών σχημάτων, αλλά η ίδια η κίνηση της ταξικής σύνθεσης.                                           
Τεχνική και πολιτική σύνθεση: η ασύμμετρη διαλεκτική
Σε αυτό το θεωρητικό και πολιτικό πεδίο, ο Ρομάνο Αλκουάτι εισάγει την έννοια της ταξικής σύνθεσης, η οποία θα αποτελέσει το κεντρικό εργαλείο της εργατίστικης και μετα-εργατίστικης σκέψης. Μια έννοια στην οποία συναντώνται οι τρεις γραμμές που διατυπώθηκαν προηγουμένως και η οποία πρέπει να κατανοηθεί σε όλη της την ένταση καθώς είναι το σημείο όπου η πειθαρχία του εργοστασίου παράγει αντεστραμμένα δυνατότητες σύγκρουσης. Η μελέτη των περίπλοκων δεσμών μεταξύ της τάξης και των φαινομενικών εκπροσώπων της και η χαρτογράφηση των μορφών «αόρατης» οργάνωσης αποτυπώνουν τον κοινωνικό ιστό της ταξικής σύνθεσης.                               
Η ταξική σύνθεση δεν είναι μια στατική περιγραφή, αλλά η αναλυτική κατηγορία που προκύπτει από τη δυναμική σχέση μεταξύ δύο βασικών επιπέδων: της τεχνικής και της πολιτικής σύνθεσης και αποτυπώνει τους διάφορους τρόπους συμπεριφοράς που εμφανίζονται όταν ιδιαίτερες μορφές εργατικής δύναμης εισέρχονται σε συγκεκριμένες παραγωγικές διαδικασίες. Η τεχνική σύνθεση αποτελεί την «υλική» βάση και αφορά τον τρόπο με τον οποίο το κεφάλαιο οργανώνει την εργασία –τη χρήση της τεχνολογίας, τον καταμερισμό της εργασίας, τη διάρθρωση της εργασιακής δύναμης– ενώ η πολιτική σύνθεση συνιστά τη «υποκειμενική» της διάσταση, την διαδικασία που εξετάζει πώς η αυτή η υλική πραγματικότητα της εργασίας μετατρέπεται σε κοινή συνείδηση, σε πολιτική δράση και παραπέρα τους τρόπους με τους οποίους η εργατική δύναμη μετασχηματίζει αυτή την οργάνωση σε πεδίο σύγκρουσης, μορφές άρνησης, συλλογικής συμπεριφοράς, αυτοοργάνωσης. Η πολιτική σύνθεση ως «υποκειμενική» ανταπόκριση αναδιατάσσει ταυτόχρονα το πεδίο στο οποίο η τάξη γίνεται από «τάξη καθαυτή» σε «τάξη δι’ εαυτήν». Η έννοια της ταξικής σύνθεσης προκύπτει ακριβώς από αυτή τη μετατόπιση. Ωστόσο, η σχέση που παράγεται δεν είναι μηχανική, δεν πρόκειται για αντανάκλαση, αλλά για άλμα, για ρήξη που προκύπτει μέσα από την ταξική πάλη.                                         
Στην σκέψη του Νέγκρι αυτή η μετατόπιση αποκτά μια σαφώς δυναμική διάσταση, δεν προσεγγίζεται τόσο ως εργαλείο ανάλυσης, όσο ως εργαλείο στρατηγικής. Πρόκειται, κυρίως, για τη δυνατότητα να εντοπιστεί το περιβάλλον πού συγκροτείται η ζωντανή εργασία ως δύναμη και πώς αυτή μπορεί να αναπτυχθεί πολιτικά. Στην προσέγγιση του η τεχνική σύνθεση δεν είναι ποτέ σταθερή, αλλά μεταβάλλεται ως απάντηση στην πολιτική σύνθεση της εργατικής τάξης. Αντίστροφα, η πολιτική σύνθεση δεν είναι δεδομένη, αλλά συγκροτείται μέσα από τις δυνατότητες που ανοίγει και τα όρια που θέτει η τεχνική σύνθεση. Αυτό που τον ενδιαφέρει δεν είναι η ισορροπία, αλλά η ρήξη που παράγεται σε κάθε σημείο ασυμμετρίας. Η ταξική σύνθεση είναι λοιπόν διαλεκτική χωρίς ισορροπία: κάθε πολιτική συμπεριφορά της τάξης αναγκάζει το κεφάλαιο να αναδιαρθρώσει την τεχνική σύνθεση, και κάθε τεχνική αναδιάρθρωση παράγει νέες δυνατότητες πολιτικής σύνθεσης.
Η απαρχή
Η απαρχή αυτής της προβληματικής βρίσκεται στο ρεύμα του εργατισμού των αρχών της δεκαετίας του 1960, και συγκεκριμένα στην εμπειρία των Κόκκινων Τετραδίων. Η πρώτη ιστορική μορφή αυτής της σχέσης θα αποτυπωθεί στη φιγούρα του εργάτη-μάζα, σε ένα περιβάλλον όπου οι εργατικοί αγώνες στην Ιταλία αποκτούν πρωτοφανή ένταση και έκταση. Από τις ταραχές στην Piazza Statuto στο Τορίνο τον Ιούλιο του 1962, έως τον κύκλο των μεγάλων εργοστασιακών αγώνων στη FIAT Mirafiori και στο πετροχημικό εργοστάσιο της Montedison στο Πόρτο Μαγκέρα, θα καταστεί ορατή μια νέα μορφή εργατικής συμπεριφοράς, που δεν μπορούσε πλέον να αναχθεί στα παραδοσιακά σχήματα εκπροσώπησης, και ταυτόχρονα προεικονίζει τις νέες μορφές αγώνα. Η ανάδυση αυτής της νέας επιθετικής, μη διαμεσολαβημένης, εχθρικής απέναντι στα συνδικάτα μορφή συλλογικής συμπεριφοράς διαπερνά τον χώρο της παραγωγής.     Στην κρίσιμη μάζα, στην ανατρεπτική πυκνότητα των χιλιάδων εργατών, του «αόρατου κόμματος[1]» της FIAT Mirafiori, ήταν το σημείο που μπόρεσε το επαναστατικό κίνημα της εποχής να διακρίνει, εκείνες τις ανατρεπτικές συμπεριφορές που το αμέσως επόμενο διάστημα θα γενικεύονταν και θα επιχειρούσαν την προλεταριακή έφοδο στον ουρανό. Είναι εδώ που η θεωρητική καινοτομία του εργατισμού θα συμπυκνωθεί στην περίφημη φράση του Μάριο Τρόντι ότι «Ο κρίκος της καπιταλιστικής αλυσίδας δεν θα σπάσει εκεί που το κεφάλαιο είναι πιο αδύναμο, αλλά εκεί που η εργατική τάξη είναι πιο ισχυρή».   
Η εμφάνιση επιτροπών βάσης και μορφών αυτόνομης οργάνωσης σε συνδυασμό με τις ομοιογενείς ανατρεπτικές χειρονομίες που θα ξεδιπλωθούν κατά τη διάρκεια των εργατικών αγώνων στο βιομηχανικό βορρά, θα καταστήσουν το εργοστάσιο ως το προνομιακό πεδίο τόσο της άρνησης της εργασίας, όσο και της επίθεσης ενάντια στο ποσοστό κέρδους. Ένα πολιτικό πεδίο στο οποίο θα αναδειχθεί ο συσχετισμός δύναμης μεταξύ της νέας εργατικής υποκειμενικότητας και της πειθαρχίας του φορντισμού, και παραπέρα θα οριστεί το ζήτημα του μισθού κεντρικό στον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η πολιτική σύνθεση της εργατικής τάξης. Οι αγώνες των εργοστασιακών εργατών για τον διαχωρισμό του μισθού από την παραγωγικότητα θα εγκαινιάσουν ένα νέο πεδίο προλεταριακής μαχητικότητας και αλληλεγγύης, όπου ο μισθός μετατρέπεται σε πολιτική κατηγορία.
Στο πλαίσιο αυτό, η συγκέντρωση της ζωντανής εργασίας, η επαναληπτικότητα, η αποειδίκευση, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια νέα συλλογική συμπεριφορά και παράγουν ένα νέο υποκείμενο που αρνείται όχι απλώς τις συνθήκες εργασίας, αλλά την ίδια την καπιταλιστική μορφή της εργασίας ως σχέση υποταγής. Σε αυτή τη χρονική συγκυρία η άρνηση της εργασίας γίνεται κεντρικό πολιτικό σύνθημα, που ισοδυναμεί με την άρνηση της πειθαρχίας του εργοστασίου και την ταύτιση της ζωής με τον χρόνο της παραγωγής.
Με τα λόγια του Lucio Castellano: «…άρνηση της εργασίας σημαίνει ότι στο εσωτερικό της δομής και της ιεραρχίας των κοινωνικών σχέσεων που κυριαρχούνται από τη μισθωτή εργασία, ζει ένας επικοινωνιακός και οργανωτικός ιστός, ο οποίος διαθέτοντας πληροφορίες, συνείδηση, “γνώσεις”, τις αμφισβητεί συνεχώς, αποτελώντας μια εναλλακτική πρόταση. Είναι μια κοινωνική δομή που γεννιέται στον αγώνα, ή για τον αγώνα -για περισσότερα χρήματα, λιγότερη δουλειά, για μια εργασία λιγότερο επιβλαβή ή κουραστική, για να περνάμε “καλυτέρα”, ή, τουλάχιστον να μην πεθαίνουμε στα εργοστάσια- αλλά πρόκειται ήδη για μια εξουσία “επί” της παραγωγής και “πέρα” από την παραγωγή, εφόσον αποτελείται ακριβώς από τα ίδια στοιχεία που συνιστούν τη μισθωτή σχέση, μόνο που αυτό συμβαίνει κατ’ αντίστροφο τρόπο, αυτόν της συνεργασίας, της αποφυγής του μόχθου και της μη διαθεσιμότητας[2]».
Σε αυτό το έδαφος είναι που οι πρακτικές σαμποτάζ θα αρχίσουν να πυκνώνουν. Για τον Νέγκρι, στο λεξιλόγιο του εργατισμού, το σαμποτάζ δεν είναι ατομική παρέκκλιση αλλά συλλογική πρακτική που παρεμβαίνει στη σχέση μεταξύ σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου, αποσταθεροποιώντας τη διαδικασία αξιοποίησης. Αποτελεί τη στιγμή που εργατική δύναμη επιτίθεται στον χρόνο, στην πειθαρχία, στην παραγωγικότητα, δηλαδή στη μορφή μέσω της οποίας η εργασία μετατρέπεται σε αξία. «Το σαμποτάζ ως συνέχεια της απεργίας με άλλα μέσα, μέσα στο ίδιο το εργοστάσιο», θα γινόταν αντικείμενο διεξοδικής διερεύνησης από τον Romolo Gobbi στο Gatto Selvaggio (Αγριόγατα), ένα έντυπο ευρείας απήχησης στους εργάτες της FIAT τον Ιούλιο του 1963.
Ο χρόνος που αποσπάστηκε από την παραγωγή μέσω του σαμποτάζ και των στάσεων εργασίας επενδύθηκε από τη διαδικασία που συμπυκνώθηκε στην έννοια της προλεταριακής αυτοαξιοποίησης, ή αλλιώς της θετικής όψης της άρνησης της εργασίας. Σηματοδότησε τη ριζική ρήξη με την παράδοση της «εργασίας ως θυσίας» και συνιστά την πολιτική καρδιά της σκέψης του Νέγκρι.
Η άρνηση της εργασίας και η αυτοαξιοποίηση αποτελούν τις δύο όψεις της ίδιας διαδικασίας. Εκεί όπου η άρνηση της εργασίας διακόπτει, η αυτοαξιοποίηση συγκροτεί. Στο πλαίσιο της πραγματικής υπαγωγής της κοινωνίας στο κεφάλαιο, η αυτοαξιοποίηση εκδηλώνεται ως η ικανότητα του κοινωνικού εργάτη (και μετέπειτα του Πλήθους) να παράγει αξίες χρήσης, κοινωνικές σχέσεις και μορφές ζωής που υπακούουν αποκλειστικά στις δικές του ανάγκες και επιθυμίες και δεν υπάγονται στη λογική της αξίας. Είναι η στιγμή που η ζωντανή εργασία παύει να λειτουργεί ως μεταβλητό κεφάλαιο και αυτονομείται, μετασχηματιζόμενη σε μια συντακτική δύναμη, ως ένα εργαλείο για τη σύνθεση των πολλαπλοτήτων των κοινωνικών συμπεριφορών.
Σε εκείνη την ιστορική συγκυρία, η αυτοαξιοποίηση αποτυπώθηκε ως μια βίαιη αποσύνδεση της ζωντανής εργασίας από την πειθαρχία του εργοστασίου και του κράτους-σχεδίου. Εκδηλώθηκε υλικά μέσα από την πρακτική της αυτομείωσης, όπου ολόκληρες γειτονιές επανοικειοποιούνταν τον κοινωνικό πλούτο αρνούμενες να καταβάλουν το πλήρες κόστος των υπηρεσιών (ρεύμα, ενοίκια, εισιτήρια), και τις άμεσες απαλλοτριώσεις αγαθών που αμφισβητούν τη μορφή-χρήμα, μετατρέποντας την πόλη σε ένα πεδίο κοινωνικής αυτοαξιοποίησης.
Αναδιάρθρωση και κρίση των οργανώσεων
Ωστόσο, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, η ίδια η δύναμη αυτών των αγώνων θα ενεργοποιήσει μια βαθιά καπιταλιστική αναδιάρθρωση. Η απάντηση του κεφαλαίου θα είναι η αποκέντρωση της παραγωγής, η αυτοματοποίηση, η διάχυση της εργασίας έξω από το εργοστάσιο. Η εκμετάλλευση διαπερνά πλέον τον χρόνο ζωής, τη γλώσσα, την επικοινωνία.
Για πάνω από τριάντα χρόνια η μυθική εργατική τάξη, αποτέλεσε σημείο αναφοράς και προωθητική δύναμη οποιασδήποτε επαναστατικής πρωτοβουλίας. Η εμφάνιση όμως αυτών των διαδικασιών αναδιάρθρωσης της παραγωγής που επικεντρώνονταν στην προσωρινοποίηση των εργασιακών σχέσεων θα οδηγήσει αρχικά στη διάχυτη προλεταροιοποίηση ευρέων στρωμάτων της κοινωνίας, που θα χτυπήσει πρωτίστως τη νεολαία και θα έχει ως απόρροια η εργατική τάξη να χάσει μέρος της υλικής κεντρικότητας της στο εσωτερικό των διαδικασιών αγώνα. Η κρίση του μεγάλου εργοστασίου ως θεμελίου της πολιτικής της εργατικής τάξης έθετε υπό αμφισβήτηση την εγκυρότητα της σύνδεσης ανάμεσα στην τεχνική και την πολιτική σύνθεση, και ως απόρροια, των οργανώσεων που είχαν συγκροτηθεί γύρω από αυτήν την συλλογιστική. Έτσι οργανώσεις που πρωταγωνίστησαν την προηγούμενη περίοδο, όπως η Potere Operaio και η Lotta Continua, αδυνατούν να συλλάβουν τη νέα σύνθεση που αναδύεται.   
Είναι εδώ που η διατύπωση του Τρόντι για το «κοινωνικό εργοστάσιο» αποτελεί το σημείο εκκίνησης για να κατανοήσουμε τη μετάβαση από τον εργάτη μάζα στις νέες μορφές ταξικής σύνθεσης. Όταν ο Τρόντι υποστηρίζει ότι το κεφάλαιο ακολουθεί την εργατική τάξη και επεκτείνει την κυριαρχία του πέρα από τα όρια του εργοστασίου, δεν περιγράφει μια απλή διεύρυνση της παραγωγής, αλλά μια ποιοτική μεταβολή της ίδιας της καπιταλιστικής σχέσης: το εργοστάσιο παύει να είναι ένας διακριτός χώρος και μετατρέπεται σε αρχή οργάνωσης ολόκληρης της κοινωνίας. Η εργασία, η αναπαραγωγή, η κυκλοφορία και η ίδια η υποκειμενικότητα υπάγονται στη λογική της αξιοποίησης. Το κεφάλαιο γίνεται κοινωνική σχέση που διαπερνά το σύνολο του κοινωνικού σώματος. Το κοινωνικό, πλέον, εργοστάσιο, συνεχώς υπαινισσόταν μια ουσιαστική επανεξέταση της διαδικασίας της ταξικής σύνθεσης. Μια νέα, ευρύτερη και πιο πολλά υποσχόμενη, διαδικασία ανασύνθεσης της τάξης συντελούνταν και εκτεινόταν πολύ πέρα από τη μειοψηφία των παραγωγικών εργατών.
Σε αντίθεση με τις αναγνώσεις που έβλεπαν στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση μια απλή αποσύνθεση της εργατικής τάξης, ο Σέρτζιο Μπολόνια, ιδιαίτερα μέσα από το περιοδικό Primo Maggio, επιμένει ότι πρόκειται για διαδικασία ανασύνθεσης της ταξικής δύναμης σε νέα κοινωνικά εδάφη. Στο κείμενό του «Η φυλή των τυφλοπόντικων», αναδεικνύει μορφές εργασίας και αγώνα που κινούνται υπόγεια, ασυνεχώς και μη γραμμικά, έξω από τη συγκέντρωση και την ορατότητα του εργοστασίου: μια «φυλή» που δεν οργανώνεται ως ενιαίο σώμα, αλλά δρα διάχυτα, μέσα στις ρωγμές της καπιταλιστικής οργάνωσης. Μέσα από την ανάλυση των επισφαλών μορφών εργασίας, της κινητικότητας μεταξύ εργασίας και ανεργίας και της διάχυσης της παραγωγής, δείχνει ότι η παραγωγική διαδικασία έχει ήδη υπερβεί το εργοστάσιο και συγκροτείται ως κοινωνικό εργοστάσιο. Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική σύνθεση δεν μπορεί πλέον να αναζητηθεί στην ομοιογένεια του εργάτη μάζα, αλλά σε μια πολλαπλότητα κινητών και ασύμμετρων υποκειμένων, των οποίων η δύναμη έγκειται ακριβώς στη διάχυση, στην ασυνέχεια και στην ικανότητα να αποφεύγουν τη σύλληψη από τους μηχανισμούς διοίκησης. Η συμβολή του Μπολόνια έγκειται έτσι στο ότι καθιστά ορατό το σημείο όπου η κρίση του φορντισμού μετατρέπεται σε δυνατότητα: την οποία ο Νέγκρι θα συλλάβει θεωρητικά ως μετάβαση προς τον κοινωνικό εργάτη.
Στη διεύρυνση της ταξικής σύνθεσης βασίστηκε η υπόθεση της ύπαρξης ενός νέου προλεταριάτου διάχυτου σε ολόκληρη την κοινωνία, που συναντάται τόσο στη σφαίρα της παραγωγής, όσο και σ’ εκείνη της αναπαραγωγής, ενός κοινωνικού εργάτη. Η «ανακάλυψη» αυτής της φιγούρας επιχειρεί να συλλάβει θεωρητικά αυτή τη μετάβαση, όχι ως περιγραφή, αλλά ως μία νέα ποιότητα. Εδώ η ζωντανή εργασία εμφανίζεται ως κοινωνική συνεργασία, η οποία έχει καταστεί άμεσα παραγωγική, και διαχέεται στο μητρόπολιτικό εργοστάσιο.
Ο Νέγκρι θεωρούσε ότι η διαίρεση της εργάσιμης μέρας σε υπερεργασία και κοινωνικά αναγκαία εργασία είχε πλέον μετατραπεί σε έναν αγώνα μεταξύ δύο ανεξάρτητων μεταβλητών. Ο παραδοσιακός μηχανισμός πειθάρχησης, δηλαδή ο βιομηχανικός εφεδρικός στρατός, όχι μόνο δεν λειτουργούσε πλέον, αφού ένας αυξανόμενος αριθμός νέων αρνιόταν τη δουλειά στο εργοστάσιο, αλλά και ο μισθός αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη ακαμψία, σε αντιστοιχία με τις ανάγκες της συσσώρευσης.                           Ο Νέγκρι αντιλαμβάνεται ότι οι διαιρέσεις που ο παραδοσιακός εργατισμός διέκρινε στη βάση της τεχνικής σύνθεσης της εργασιακής δύναμης «εμφανίζονται ως δευτερεύουσες» σε ένα εργοστάσιο «διαιρεμένο σε μία πολλαπλότητα υποκειμένων, οι ταυτότητες των οποίων δεν ορίζονται στο πεδίο της παραδοσιακής παραγωγής». Ο κοινωνικός εργάτης προτείνεται σαν ένα συλλογικο υποκείμενο νοούμενο ως αφηρημένη εργασία, το οποίο συγκροτείται σε όλο τον κύκλο της διαδικασίας αξιοποίησης, ικανό να καταστεί κοινωνικά και πολιτικά «ηγεμονικό». Αυτό το πέρασμα εξηγεί και την κρίση των παραδοσιακών μορφών οργάνωσης. Οι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς αδυνατούν να συλλάβουν τη νέα σύνθεση, γιατί παραμένουν δέσμιες στην πρωτοκαθεδρία του βιομηχανικού εργάτη.
Οι νέες προλεταριακές αρνήσεις έστρεψαν την προσοχή «από την κεντρικότητα της εργατικής ταυτότητας στην αποκέντρωση της διαδικασίας της υποκειμενοποίησης[3]». Μια πολλαπλότητα που μετατόπιζε τον άξονα της σύγκρουσης από το εργοστάσιο στο έδαφος, από την πρωτοπορία του εργοστασίου στο συμπαγές συμπάν των αυτονομιών, στη διαδικασία του γίγνεσθαι, στη μεγάλη ορχήστρα των υποκειμενικοτήτων. Στους αγώνες του νεανικού προλεταριάτου, των φεμινιστικών κινημάτων, των ομοφυλοφίλων, σε μία «διαδικασία ανασύνθεσης ενός συστήματος επιθυμητικών ενοτήτων, των μικρών ομάδων σε πολλαπλασιασμό, των κινημάτων απελευθέρωσης». Στη γονιμοποίηση των γραμμών διαφυγής από τον κανόνα της συγκεντρωτικής οργάνωσης και της μη ένταξης όλων αυτών των μοναδικοτήτων σε ένα συμπαγές πολιτικό υποκείμενο.
Ο Φεμινισμός και η ρήξη στο εσωτερικό της ταξικής σύνθεσης
Σε αυτό το σημείο, η παρέμβαση του φεμινισμού, με αιχμή τόσο τον εργατίστικο του πυρήνα (Μαριαρόζα Ντάλα Κόστα, Λεοπολντίνα Φορτουνάτι) όσο και τις αυτόνομες, επιθυμητικές και εξεγερσιακές του μορφές, συνιστά μια βαθιά τομή στη θεωρία και την πρακτική του κινήματος. Από τη μία πλευρά, η ανάλυση της αναπαραγωγικής εργασίας αποκαλύπτει ότι η οικιακή εργασία, η φροντίδα και η συναισθηματική αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης δεν βρίσκονται εκτός αλλά στον πυρήνα της παραγωγής αξίας. Η εκμετάλλευση δεν περιορίζεται πλέον στο εργοστάσιο, αλλά διαχέεται στο σύνολο της ζωής, καθιστώντας την καπιταλιστική σχέση άμεσα κοινωνική και βιοπολιτική. Από την άλλη, το φεμινιστικό κίνημα των ‘70s –που κορυφώνεται το 1976, τη χρονιά των «μαγισσών», με τους «κυκλικούς χορούς των δαιμονισμένων» στο Μιλάνο, τη «σάμπα» στην Πάντοβα και το «να ξαναπάρουμε τη νύχτα» στη Ρώμη– δεν περιορίζεται σε μια οικονομίστικη κριτική, αλλά αγκαλιάζει όλες τις όψεις της ζωής. Ο φεμινισμός, μέσα από τις ρήξεις που εισάγει μεταξύ σώματος και οικονομίας, χαριστικότητας και μισθού, αυτοσυνείδησης και αποξενωμένης πολιτικής, παιχνιδιού και φαλλοκρατισμού, αποτελεί το πιο αληθινό στοιχείο της αυτονομίας ως μορφής ζωής.
Η φεμινιστική πρακτική λειτούργησε ταυτόχρονα ως πυροκροτητής μιας γενικευμένης κρίσης των «ομάδων», καθώς στράφηκε ενάντια στις ιεραρχίες, στους ηγέτες, στους «ειδικούς» της πολιτικής, αλλά και στον ίδιο τον εργάτη ως προνομιακό υποκείμενο, ενάντια σε ό,τι εξέπεμπε η «σοσιαλιστική αντρίλα» των οργανώσεων. Σε ολόκληρη τη χώρα γεννήθηκαν φεμινιστικές συλλογικότητες που δεν διεκδικούσαν απλώς δικαιώματα, αλλά αναδιοργάνωναν την ίδια την κοινωνική ζωή. Διάσπαρτοι αγώνες άρχισαν να ξεπροβάλουν ενάντια στην οικιακή εργασία, υπέρ της ελεύθερης άμβλωσης, για την κοινή ανατροφή των παιδιών, για τις νέες μορφές κοινωνικής συνεργασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, επινοούνται και νέες μορφές σύγκρουσης, όπως η «ανθρώπινη απεργία», μια απεργία που δεν αφορά μόνο την παραγωγή, αλλά τις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις, τα συναισθήματα, τους ρόλους, την καθημερινή αναπαραγωγή της ζωής.                         
Με αυτόν τον τρόπο, το αίτημα για μισθό για την οικιακή εργασία λειτουργεί ως στρατηγική ρήξη, αλλά ταυτόχρονα εντάσσεται σε μια ευρύτερη πρακτική άρνησης της καπιταλιστικής οργάνωσης της ζωής. Ο φεμινισμός δεν προστίθεται στον εργατισμό, αλλά τον ανασυγκροτεί εκ των έσω, μετατοπίζοντας την ταξική σύνθεση στο επίπεδο της κοινωνικής συνεργασίας και της παραγωγής υποκειμενικότητας. Πλέον το σώμα, η σεξουαλικότητα, η φροντίδα, η καθημερινότητα καθίστανται άμεσα πεδία εκμετάλλευσης και σύγκρουσης.
Αυτή η μετατόπιση οδηγεί σε βαθιά κρίση τις οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, οι οποίες παραμένουν προσκολλημένες στο εργοστάσιο και στη μισθωτή εργασία ως προνομιακά πεδία πολιτικής. Ο φεμινισμός αρνείται να ενσωματωθεί σε αυτές τις μορφές, θέτοντας την αυτονομία ως υλική πρακτική, αυτονομία των σωμάτων, των αναγκών και των χρόνων ζωής. Η κρίση που ανοίγεται δεν είναι μόνο οργανωτική αλλά θεωρητική και στρατηγική, καθώς τίθεται υπό αμφισβήτηση το ίδιο το προνομιακό πεδίο της ταξικής σύγκρουσης.
Το 1977: νεανικό προλεταριάτο, επιθυμία και μητρόπολη
Μέσα σε αυτόν το ορυμαγδό διεργασιών συγκροτείται ο χώρος της Εργατικής Αυτονομίας, όχι ως ενιαία οργάνωση αλλά ως πολλαπλότητα πρακτικών και συλλογικοτήτων, ιδεολογικά και οργανωτικά ρευστή, γεωγραφικά διάσπαρτη, που προσομοιάζει περισσότερο μ’ ένα αρχιπέλαγος. Ως μία μορφή που αντιστοιχεί στο νέο προσωρινό, ευέλικτο, κινητικό προλεταριάτο που θα αποτυπωθεί στην φιγούρα του κοινωνικού εργάτη.                                                                                                           
Σε πρώτο χρόνο, αυτό το πληθυντικό υποκείμενο θα κάνει την εμφάνιση του στις αρχές του 1976, κυρίως στο Μιλάνο και την ενδοχώρα του, με την απόπειρα εισβολής στην Σκάλα του Μιλάνου, το Δεκέμβριο του 1976. Μια διαδικασία που θα κορυφωθεί στο κίνημα του 1977 και στο φεστιβάλ της διάχυτης αυτονομίας στο πάρκο Λάμπρο του Μιλάνου, όπου εμφανίζεται μια νέα μορφή ταξικής σύνθεσης. Οι κύκλοι του νεανικού προλεταριάτου, οι ποικίλες πρακτικές οικειοποίησης, οι αυτομειώσεις, η μη καταβολή ενοικίων, οι καταλήψεις στέγης, τα προλεταριακά ψώνια (απαλλοτριώσεις), δηλαδή οι νέες μορφές συλλογικής ζωής οι οποίες δεν αποτελούν περιθωριακές μορφές, αλλά κεντρικές πολιτικές πρακτικές. Την ίδια στιγμή οι λεγόμενοι «Ινδιάνοι των μητροπόλεων» εκφράζουν αυτή τη ρήξη μέσα από πρακτικές ειρωνείας, άρνησης της πειθαρχίας και διάλυσης της παραδοσιακής πολιτικής σοβαρότητας. Η πολιτική παύει να οργανώνεται αποκλειστικά γύρω από την παραγωγή και επεκτείνεται στο σύνολο της κοινωνικής εμπειρίας. Βρισκόμαστε πλέον στο σημείο όπου η τάξη δεν διαπραγματεύεται, αλλά επιβάλλει άμεσα έναν νέο συσχετισμό δύναμης.
Με τα λόγια του Lucio Castellano: «Η πρακτική της οικειοποίησης γίνεται ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο της ταυτότητας του υπό συγκρότηση πολιτικού χώρου. Οικειοποίηση των αγαθών, δηλαδή απαλλοτρίωση, μαζική παρανομία, ‘διάχυτη βία’ αλλά και αυτομείωση των τιμολογίων των δημόσιων υπηρεσιών, δηλαδή διεύρυνση της νομιμότητας βάσει μιας συμφωνίας, και απαλλοτρίωση στο εργοστάσιο σε σχέση με τη μείωση του ωραρίου εργασίας, μονομερής μείωση, όχι βάση σύμβασης, αλλά μέσω της λειτουργικής ενεργοποίησης μιας μονομερούς απόφασης, βάσει ‘διατάγματος’. Εν κατακλείδι, η οικειοποίηση ως ξεπέρασμα της διαπραγμάτευσης… η αναγωγή του προβλήματος της γενικής αποτίμησης των συσχετισμών δύναμης στην τοπική άσκηση της αντιεξουσίας[4]».     
Για το περιοδικό Rosso, έναν από τους τόπους θεωρητικής επεξεργασίας αυτής της μετάβασης, από τη σύνδεση των μικροσυμπεριφορών, της ξενικότητας, της αποσκίρτησης, των συμπτώματων αυτής της λανθάνουσας υποικειμενικότητας, θα γεννηθεί το νέο πολιτικό πρόγραμμα που θα συμπυκνωθεί στο σύνθημα «Να πάρουμε την πόλη!». Μέσα σε αυτές τις διεργασίες θα γεννηθεί η καμπάνια για έναν εγγυημένο ή πολιτικό μισθό για όλους, που επιχείρησε να γεφυρώσει τη σχέση της νέας ταξικής σύνθεσης και του πολιτικού σχεδίου και να προωθήσει τη μορφή της νέας πολιτικής οργάνωσης. Ενώ οι εργοστασιακοί εργάτες της δεκαετίας του ‘60 είχαν παλέψει για να διαχωρίσουν τους μισθούς από την παραγωγικότητα, τώρα το αίτημα για έναν εγγυημένο μισθό συνόψιζε μια στρατηγική που στόχευε στο διαχωρισμό του μισθού από την εργασία, επιβάλλοντας την ικανοποίηση των προλεταριακών αναγκών στις απαιτήσεις του κεφαλαίου.                                                                                   
Σ’ αυτή τη συγκυρία, στην Μπολόνια, το περιβάλλον γύρω από το Radio Alice (Ράδιο Αλίκη), το περιοδικό A/traverso με πρωταγωνιστή τον Φράνκο Μπεράρντι (Bifo), εισάγουν μια πολιτική της επιθυμίας, επηρεασμένη από τους Ντελέζ και Γκουαταρί, από το μεγάλο «ρίζωμα» του Αντί-Οιδίποδα. Εδώ η παραγωγή νοείται ως ροή επιθυμίας και η υποκειμενικότητα ως πολλαπλότητα. Οι «ελάσσονες γλώσσες», το επικοινωνιακό αντάρτικο και η ροή της πληροφορίας ενσαρκώνουν την επιθυμία ως συντακτική δύναμη, εδώ σφυρηλατείται η εξέγερση των συμπεριφορών, η αρχή του «θεσμού του γίγνεσθαι». Αυτή η «αφηρημένη μηχανή» μετασχηματίζεται σε μια αληθινή διαδικασία οντολογικής σύστασης, μια μοριακή επανάσταση που δημιουργεί αστερισμούς σημείων, επίπεδα διατρεξιμότητας, μία ριζωματική γονιμοποίηση των γραμμών διαφυγής.             
Για τον Φράνκο Πιπέρνο: «αυτοί οι νέοι αγώνες αναδείκνυαν «την υπεροχή του κοινωνικού πεδίου ως χώρου ατομικής διαχείρισης του επανοικειοποιημένου χρόνου ζωής ως αξία χρήσης. Ένα κίνημα της αξίας χρήσης που αμφισβητούσε την κοινωνική νομιμότητα της μορφής-χρήμα».                                                                             
Έξοδος
Η μετάβαση στη μεταφορντιστική φάση συσσώρευσης-ρύθμισης, με την άνοδο της άυλης εργασίας[5], την κεντρικότητα της πληροφορικής και της επικοινωνίας, καθιστά ακόμη πιο εμφανή αυτή τη δυναμική. Η έννοια της General Intellect (γενική διάνοια[6]), όπως την περιγράφει ο Μαρξ στα Grundrisse και η επικαιροποίηση της από τον Νέγκρι στο έργο του Marx beyond Marx (Ο Μαρξ πέρα από τον Μαρξ), εμφανίζεται πλέον ως συλλογική, κοινωνική ευφυΐα ενώ η νέα ταξική σύνθεση αποκτά μια πιο μητροπολιτική διάσταση. Η παραγωγή γίνεται άμεσα κοινωνική, βασισμένη στην γλωσσική δημιουργικότητα και την παραγωγική κινητοποίηση των γνωστικών ικανοτήτων, ενώ η εκμετάλλευση προσλαμβάνει βιοπολιτικό χαρακτήρα. Ωστόσο, η βασική μεθοδολογική γραμμή παραμένει σταθερή, η ζωντανή εργασία είναι ταυτόχρονα η πηγή της αξίας και η δυνατότητα άρνησής της.                                                           
Πάνω απ’ όλα, «Εργαστήρι Ιταλία» σημαίνει εργαστήρι θεωρητικής επεξεργασίας μέσα στους αγώνες, δηλαδή μέσα στις ανατρεπτικές συμπεριφορές. Η κατανόηση αυτών των αγώνων, όταν είναι οξεία, περιγράφει και την κίνηση του κεφαλαίου. Η δύναμη των αγώνων είναι πάντα ένα πλεόνασμα κριτικής ευφυΐας. Μια ικανότητα πρόβλεψης της καπιταλιστικής εξέλιξης που είχε συσσωρευτεί στην ανταγωνιστική γνώση. Στο εργαστήρι Ιταλία τελειοποιήθηκαν γνώσεις σχετικά με τη μεταφορντιστική μετάβαση της βιομηχανίας στην κοινωνία των υπηρεσιών και στην παραγωγική αποκέντρωση, ενώ αναλύθηκαν οι νέες κοινωνικές συμπεριφορές των παραγωγικών δυνάμεων που όρισαν τον «κοινωνικό εργάτη» και τη «μαζική διανοητικότητα[7]». Για τον Νέγκρι: «Η νέα υποκειμενική πραγματικότητα του κοινωνικού εργάτη, του άυλου, μαζικού διανοούμενου, πρόβαλε από την ανάλυση ως το νέο σημείο αναφοράς της υλιστικής ανάλυσης, του ανταγωνιστικού σχεδίου[8]».
Από τα Κόκκινα Τετράδια έως το κίνημα του ‘77 και τις σύγχρονες μορφές κοινωνικής παραγωγής, η αυτονομία της ταξικής οπτικής γωνίας που αναπτύχθηκε από το «Εργαστήρι Ιταλία», μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε κάθε φάση του καπιταλιστικού κύκλου όχι ως γραμμική εξέλιξη, αλλά ως αποτέλεσμα της ταξικής πάλης, όπου κάθε μετασχηματισμός της καπιταλιστικής οργάνωσης συνοδεύεται από μια αντίστοιχη ανασύνθεση της εργατικής δύναμης. Από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη, από το εργοστάσιο στη μητρόπολη, από την παραγωγή στην αναπαραγωγή και παραπέρα στην βιοπολιτική παραγωγή, η ταξική σύνθεση μετασχηματίζεται, καταστρώνοντας κάθε φορά συντακτικά σχέδια εξόδου από την καπιταλιστική προσταγή. Και ίσως εδώ βρίσκεται η πολιτική επικαιρότητα της κληρονομιάς του Νέγκρι, ότι μας υποχρεώνει να σκεφτούμε το παρόν όχι ως αναπαραγωγή μορφών του παρελθόντος, αλλά στην ικανότητα να αναγνωρίσουμε τις νέες μορφές της ζωντανής εργασίας και τις δυνατότητες που αυτές εμπεριέχουν. Γιατί, τελικά, η μεταβαλλόμενη φύση της ταξικής πάλης δεν είναι τίποτε άλλο από την ανανέωση μέσα στην κρίση, τη συνέχεια μέσα στη ρήξη, τη διαρκή επιστροφή αυτής της δύναμης, κάθε φορά με τη συγκρότηση νέων οργανωτικών μορφών στο πιο υψηλό επίπεδο της καπιταλιστικής οργάνωσης. Παίρνοντας σαν μοντέλο όχι πια το εργοστάσιο, αλλά τη μετέπειτα δικτυακή επιχείρηση, την άυλη διανοητική εργασία με τις νέες μορφές συνεργασίας που αναδύθηκαν στο μεταφορντιστικό πέρασμα και ενσαρκώθηκαν στο πληβειακό σώμα του ανερχόμενου πλήθους, στον μετασχηματισμό της εργατικής δύναμης σε «μαζική διανοητικότητα». Άλλωστε ήδη από τη δεκαετία του ‘70 ο εργατισμός ήθελε να «φέρει τον Λένιν στην Αγγλία και τον Μάρξ στο Ντιτρόιτ».
[1] Το κόμμα εδώ νοούμενο ως την εγκάρσια οργάνωση των αυτονομιών.
[2] Lucio Castellano: Η αυτονομία, οι αυτονομίες… Η Χρυσή Ορδή, Σύντομη ιστορία της Ιταλικής Εργατικής Αυτονομίας, Nanni Balestrini-Primo Moroni εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, Χειμώνας 2004
[3]Franco Berardi “Bifo”, Τι σημαίνει Αυτονομία σήμερα; Συλλογικό, Επισφάλεια, Τα μάτια του πλήθους #4, BLACK OUT, Θεσσαλονίκη 2006
[4] Lucio Castellano: Η αυτονομία, οι αυτονομίες… Η Χρυσή Ορδή, Σύντομη ιστορία της Ιταλικής Εργατικής Αυτονομίας, Nanni Balestrini-Primo Moroni εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, Χειμώνας 2004
[5] Η άυλη εργασία εμφανίζεται με δύο κύριες μορφές. Η πρώτη μορφή αναφέρεται στην εργασία που είναι κατά κύριο λόγο διανοητική ή γλωσσική, αυτό το είδος εργασίας παράγει ιδέες, σύμβολα, κώδικες, κείμενα, γλωσσικές μορφές, εικόνες. Η άλλη κύρια μορφή είναι η εργασία συναισθηματικής επιρροής. Η εργασία συναισθηματικής επιρροής είναι εργασία ανθρώπινης επαφής και αλληλόδρασης, που παράγει συναισθηματικές επήρειες, όπως αισθήματα χαλάρωσης, ευεξίας, ικανοποίησης, συγκίνησης ή πάθους.
[6] Η γενική διάνοια είναι μια συλλογική, κοινωνική ευφυΐα δημιουργούμενη από συσσωρευμένες γνώσεις, τεχνικές και τεχνογνωσίες. Στο μεταφορντιστικό λεξικό όταν λέμε «γενική διάνοια», εννοούμε τις παραγωγικές συνθήκες της μετανεωτερικότητας, όπου οι διανοητικές και συναισθηματικές παραγωγικές δυνάμεις έχουν γίνει ηγεμονικές και πρωταρχική πηγή αξιοποίησης του κόσμου. Η γενική διάνοια είναι μια μηχανιστική παραγωγική δύναμη, η οποία συγκροτείται από το πλήθος των σωματικών ενικοτήτων που κάνουν τη γενική διάνοια τον τόπο του κοινού συμβάντος. Με την παραγωγή της γενικής διάνοιας, μπαίνουμε στην εποχή του ανθρώπου-μηχανής, σ’ εκείνο το γλωσσικό σώμα που έγινε βιοπολιτική μηχανή. Στην παράδοση του κριτικού μαρξισμού, General Intellect είναι ο ορισμός της μεταμόρφωσης του σταθερού κοινωνικού κεφαλαίου όταν, ως μάζα και ποιότητα, δεν χρειάζεται πια να ενεργοποιείται παρά μόνο από την άυλη, διανοητική εργασία, δηλαδή από τη δύναμη-εργασία-εφεύρεση. Το παράδοξο της General Intellect συνίσταται στο γεγονός ότι όταν το σταθερό κεφάλαιο κατέλαβε ολόκληρη την κοινωνία, τότε μοναδική παραγωγική δύναμη έγινε η διάνοια, άρα ο εγκέφαλος, άρα το ενικό σώμα. Αν η διάνοια εμφανίζεται σαν εγκέφαλος, δηλαδή σαν γλωσσικό σώμα, τότε η παραγωγή της γενικής διάνοιας είναι παραγωγή εγκεφάλων, δηλαδή γλωσσικών σωμάτων… στη μηχανή της γενικής διάνοιας εντοπίζονται η παραγωγή και η αναπαραγωγή του κόσμου της ζωής. Όπως ακριβώς το σώμα είναι δημιουργός της παραγωγής, έτσι είναι και το υποκείμενο της αναπαραγωγής.
[7] Μαζική διανοητικότητα είναι εκείνη η πλευρά της γενικής διάνοιας που εκδηλώνεται σήμερα ως γλώσσα αλληλεπίδρασης της ζωντανής εργασίας και δεν συμπίπτει με το σταθερό κεφάλαιο. Είναι η «σύνθετη εργασία», η συνεργατική ποιότητα που κινητοποιεί στην εκτέλεση των καθηκόντων της, γενικά ανθρώπινες γλωσσικές-γνωστικές δεξιότητες
[8] Antonio Negri, Καιρός για Επανάσταση, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, Φεβρουάριος 2018.

media:

resized-1353c4c416169cc0c736e0eec1b0e8ef.jpg

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...