Τελευταία νέα
Κ.Τσουκαλάς: Το ψέμα έχει γίνει δεύτερη φύση στους παροικούντες στο Μέγαρο Μαξίμου Αγριος καβγάς Μαρινάκη με Τσουκαλά ΚΚΕ: Καταγγελία για εκτόξευση τιμών και κερδών λόγω πολέμου – Όχι στην εμπλοκή και επιβάρυνση των λαών Τσουκαλάς για Μαρινάκη: Η συμμορία του Μαξίμου είναι πολλαπλώς εκτεθειμένη Ανοιχτή επιστολή Φωτόπουλου σε Ανδρουλάκη: Καταγγελίες για συνεργασία ΠΑΣΟΚ με τη ΔΑΚΕ στη ΓΣΕΕ «Δεν με αφορά η ενεργός πολιτική». Χ. Ράμμος: Διαψεύδει σενάρια εμπλοκής του στο νέο πολιτικό φορέα Τσίπρα Ολοκλήρωση της ηλεκτρικής διασύνδεσης για φθηνό ρεύμα ζήτησε από την Κομισιόν ο Γ. Αυτιάς Υποκλοπές: Σύσσωμη πίεση της αντιπολίτευσης για Εξεταστική – Σε ασφυξία το Μαξίμου ΠΑΣΟΚ: «Ο λαός θα επιλέξει τον αντίπαλο της ΝΔ» Ηράκλειο: Από το βιβλίο στην πολιτική σκηνή: Ο Τσίπρας ξαναχτίζει τον χώρο της Κεντροαριστεράς «Μανιφέστο Τσίπρα»: Πλημμύρα αντιδράσεων στο διαδίκτυο και πολιτικός αναβρασμός Κόντρα ΝΔ – ΠΑΣΟΚ: «Πείτε μας αν μιλούσε ο Ανδρουλάκης με τον Χατζηδάκη» – «Πολιτική αλητεία, ανακαλέστε τα ψεύδη»
Athens.indymedia.org

[Βιβλιοθήκη] Η εισβολή των υποκειμενικοτήτων που δεν ακούγονται

02/05/2026 1:08 μμ.

09 Aπριλίου 2026 Τους τελευταίους μήνες, ένα απροσδόκητο τμήμα της κοινωνίας αναδύεται κάτω από τα ερείπια αυτής της εποχής. Μια ποικιλόμορφη πολιτική δύναμη που προτιμά να επικεντρώνεται στις καθημερινές πρακτικές, επάνω στις σχέσεις, στις επιθυμίες. Και σκέφτεται την πολιτική όχι τόσο ως διαχείριση του υπάρχοντος, αλλά ως επινόηση του δυνατού. Η συζήτηση Κοινωνία σε κίνηση Società in movimento εμπλουτίζεται από αυτή την ισχυρή παρέμβαση της Tiziana Villani

Ρώμη, 22 νοεμβρίου 2025: Σε χιλιάδες συγκεντρώνονται για την εθνική διαδήλωση ενάντια στην ανδρική βία κατά των γυναικών. Foto από Non Una di Meno
Η εμφάνιση μιας τόσο ευρείας ισχυρής πολιτικής δημόσιας στάσης/δήλωσης, κατά τη διάρκεια του δημοψηφίσματος για τη Δικαιοσύνη που χαρακτηρίστηκε από ένα «όχι», δεν μπορεί να αναχθεί/να μειωθεί σε μια απλή αριθμητική έκφραση ή ένα τυχαίο, συγκυριακό αποτέλεσμα. Αντίθετα, σηματοδοτεί ένα κατώφλι που έχει ξεπεραστεί, μια φωνή που υπερβαίνει τους συνήθεις κώδικες εκπροσώπησης και αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης δυναμικής, μη αναγώγιμης στις κατηγορίες της διακυβέρνησης ή της συναίνεσης.
Δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ασαφή, πειθαρχήσιμη και εναλλάξιμη μάζα, αλλά μάλλον με έναν αστερισμό μοναδικοτήτων που έχουν αναγνωρίσει τον εαυτό τους – προσωρινά και σε συνθήκη – ως λαό. Έναν λαό που δεν συμπίπτει με την αφαίρεση του τρέχοντος πολιτικού λόγου, αλλά παρουσιάζεται ως μια διαδικασία, ως πρακτική συλλογικής υποκειμενοποίησης, ως μια ζωντανή άρθρωση των διαφορών. Είναι σε αυτή την υπέρβαση που ανοίγεται ένας απροσδόκητος πολιτικός χώρος.
Αυτό που προκύπτει, που αναδύεται επομένως, είναι ένα πεδίο δυνάμεων που δεν γεννιέται σήμερα, αλλά που διασχίζει μια μακρά χρονική περίοδο, αποτελούμενο από ιζηματογενέσεις, αγώνες, απομακρύνσεις. Αυτά είναι ζητήματα που επιστρέφουν, που επιμένουν, που δεν σταματούν ποτέ να επανεμφανίζονται παρά τις συστηματικές προσπάθειες διαγραφής, περιθωριοποίησης ή, στις πιο προφανείς περιπτώσεις, την καταστολή. Είναι μια μη ειρηνευμένη πολιτική μνήμη που επανεμφανίζεται, ανθίζει ξανά, απαιτώντας αναγνώριση όχι ως υπόλειμμα/κατάλοιπο/απόβλητο, αλλά ως δύναμη.
Σε αυτό τον ορίζοντα, το ζήτημα του πολέμου δεν είναι εξωτερικό ούτε συμπληρωματικό/δευτερεύον, αλλά βαθιά συνυφασμένο με αυτές τις δυναμικές. Οι σύγχρονοι πόλεμοι -ευρείς, ασύμμετροι, μόνιμοι- δεν τοποθετούνται απλώς αλλού: διασχίζουν εδάφη, επαναπροσδιορίζουν οικονομίες, αναδιοργανώνουν παγκόσμιες ιεραρχίες και διεισδύουν στην καθημερινή ζωή. Παράγουν επισφαλή κατάσταση, αναγκαστικούς εκτοπισμούς-μετακινήσεις, στρατιωτικοποίηση των συνόρων και των κοινωνικών σχέσεων, ενώ ταυτόχρονα επιβάλλουν μια αφήγηση που τείνει να τα ομαλοποιεί ως αναπόφευκτη κατάσταση πραγμάτων, ως ένα παρόν που δοκιμάζεται τόσο πολύ από την κρίση του που δεν μπορεί να βρει άλλες απαντήσεις.
Και ακριβώς εδώ είναι που πρέπει να επεκταθεί ο στοχασμός σε σχέση με ​​την πολιτική, τουλάχιστον σε σχέση με την παραδοσιακή της διαμόρφωση. Διότι αυτό που διακυβεύεται δεν είναι απλώς μια διαφορετική πολιτική επιλογή ή μια διαφορετική άρθρωση της θεσμικής εξουσίας, αλλά μια πιο ριζοσπαστική μεταμόρφωση στους τρόπους να αντιλαμβανόμαστε, να κατοικούμε και να σκεπτόμαστε τον κόσμο.
Η πολιτική, έτσι όπως την γνωρίσαμε, φαίνεται ολοένα και πιο ανίκανη να περικλείει και να ερμηνεύει αυτές τις επείγουσες καταστάσεις. Παραμένει αγκυροβολημένη σε αναπαραστατικά μέσα/μηχανισμούς, φθαρμένα λεξιλόγια, βραχυπρόθεσμες χρονικότητες, ενώ οι υποκειμενικότητες που εκφράστηκαν στο «όχι» φαίνεται να κινούνται σε ένα άλλο επίπεδο: αυτό των καθημερινών πρακτικών, σχέσεων, σωμάτων και επιθυμιών. Ένα επίπεδο στο οποίο η διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού αναδιαμορφώνεται, και στο οποίο τα ζητήματα της δικαιοσύνης, του πολέμου και της υλικής και συμβολικής ζωής είναι άρρηκτα συνδεδεμένα.
Υπό αυτή την έννοια, το «όχι» δεν είναι μόνο μια πολιτική χειρονομία, αλλά μια πράξη που εμπλέκει τo ηθικό, το δημιουργικό και το ευαίσθητο πεδίο. Πρόκειται για την επιβεβαίωση ότι δεν θέλουμε πλέον να κατοικούμε σε έναν κόσμο που διέπεται σύμφωνα με λογικές ανταγωνισμού, αποκλεισμού και δομικής βίας. Είναι μια αποστασιοποίηση που δεν περιορίζεται να αμφισβητεί και να διαμαρτύρεται, αλλά επιχειρεί -συχνά με εμβρυακό ακόμη τρόπο- να προαναγγείλει άλλους τρόπους ζωής, να ζούμε.
Οι πόλεμοι, λοιπόν, δεν είναι απλώς γεωπολιτικά γεγονότα, αλλά μηχανισμοί που διαμορφώνουν το φαντασιακό, οι οποίοι διεισδύουν στα λεξιλόγια, που κατασκευάζουν μια κοινή λογική η οποία βασίζεται στον φόβο, την ασφάλεια και την ετερότητα ως απειλή. Η διαφυγή από αυτή την κυρίαρχη γραμματική δεν είναι ένα καθήκον που μπορεί να ανατεθεί στην θεσμική πολιτική: απαιτεί μια εκτεταμένη, μοριακή εργασία, που διασχίζει τα σώματα και τις σχέσεις, που εγκαθίσταται/αποθηκεύεται στις καθημερινές χειρονομίες, στις πρακτικές φροντίδας, στις μορφές συνεργασίας.
Ο τεράστιος κοινωνικός ιστός που ξεδιπλώθηκε/εκδηλώθηκε με το δημοψήφισμα φαίνεται να δείχνει ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση: έναν εκτεταμένο/διάχυτο πολιτικό χαρακτήρα που υπερβαίνει τα συμβατικά όρια/τους συμμορφούμενους χώρους, διαμορφώνεται σε κινήματα, εδάφη, άτυπα δίκτυα και απροσδόκητες συμμαχίες. Μια πολιτικότητα που δεν επιδιώκει απαραίτητα την κατάληψη της εξουσίας, αλλά τον μετασχηματισμό των ίδιων των συνθηκών, των περιστάσεων στις οποίες ασκείται η εξουσία.
Είναι εδώ που ανοίγεται μια δυνατότητα —εύθραυστη αλλά πραγματική— να σκεπτόμαστε, να οραματιζόμαστε μια άλλη ιδέα κοινότητας, από κοινού. Όχι πλέον βασισμένης στην κυριαρχία και την ταυτότητα, αλλά στις σχέσεις, στη διαφορά, στην ικανότητα να είμαστε μαζί χωρίς να περιοριζόμαστε, δίχως να μειωνόμαστε σε ένα, στον εαυτό μας. Σε αυτόν τον χώρο, το «όχι» παύει να είναι μόνο αντίθεση και καθίσταται μια πύλη: ένα κατώφλι μέσα από το οποίο μπορούμε να δούμε, να βλέπουμε και, ίσως, να βιώσουμε/βιώνουμε άλλους κόσμους.
Ήταν επίσης ένα «όχι» στις κυβερνητικές πολιτικές, ένα αδιαμφισβήτητο σημάδι ασυνέχειας με μια κατεύθυνση που θεωρείται/γίνεται αντιληπτή μακρινή, αν όχι ανοιχτά εχθρική, σε σχέση με τις υλικές και συμβολικές ανάγκες ευρέων τμημάτων της κοινωνίας. Κι όμως, αυτή η δήλωση, αυτή η δημόσια και ισχυρή στάση δεν διαχέεται άμεσα —ούτε με γραμμικό τρόπο— στις δυνάμεις της αντιπολίτευσης, οι οποίες φαίνεται να εξακολουθούν να δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τη σημασία της και, πάνω απ’ όλα, να αποδεχτούν πλήρως, να αγκαλιάσουν σε βάθος τα περιεχόμενα της.
Εδώ εμφανίζεται ένα σημαντικό κενό, μια διαφορά σημαντική, που δεν μπορεί να ερμηνευτεί απλώς ως δυσαρέσκεια ή εκλογική αστάθεια. Περισσότερο, πρόκειται για ένα βαθύτερο χάσμα/μια βαθύτερη απόσταση μεταξύ των μορφών πολιτικής εκπροσώπησης και των τρόπων με τους οποίους παράγονται σήμερα υποκειμενικότητα, σύγκρουση διαμάχη και επιθυμία για μετασχηματισμό, μεταμόρφωση. Οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης συχνά συνεχίζουν να κινούνται εντός προκαθορισμένων γραμματικών, ενώ αυτό που προέκυψε με το «όχι» είναι ακριβώς η υπέρβαση ενός καθορισμένου ορίου, η μη αναγωγή σε μια μονοσήμαντη πολιτική ταυτότητα.
Υπό αυτή την έννοια, η αδυναμία παροχής συναίνεσης δεν αποτελεί ανωμαλία, αλλά δείκτη. Υποδεικνύει ότι αυτό που έχει εκφραστεί δεν είναι απλώς η αναζήτηση μιας αναπληρωματικής εκπροσώπησης, αλλά θέτει υπό αμφισβήτηση τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζεται η εκπροσώπηση. Δεν ψάχνουν να «βρουν τον σωστό περιέκτη», αλλά, αμφισβητούν τις μορφές, τους χρόνους και τις διαμεσολαβήσεις μέσω των οποίων διαμορφώνεται η πολιτική.
Αυτή η διαδικασία, επιπλέον, συμβαίνει σε μια στιγμή που θα μπορούσαμε να ορίσουμε -χωρίς να επιδοθούμε σε ρητορική, αλλά και χωρίς να σιωπούμε- ως σημαδεμένη από χαρακτηριστικά βαρβαρότητας, που αποδίδονται στις τρέχουσες φιγούρες στην εξουσία και στους τρόπους με τους οποίους ασκείται. Αυτή η βαρβαρότητα εκδηλώνεται όχι μόνο με σαφή βία, αλλά και με τη συστηματική διάβρωση των δεσμών, την αναγωγή/μείωση της πολυπλοκότητας σε συνθήματα, την παραγωγή του φόβου ως εργαλείου διακυβέρνησης. Οι σύγχρονες μορφές/φιγούρες εξουσίας φαίνεται πράγματι να λειτουργούν μέσω μιας ακραίας απλοποίησης της πραγματικότητας, κατασκευάζοντας άκαμπτες διχοτομίες, τροφοδοτώντας κάθετες και οριζόντιες συγκρούσεις/διαμάχες, και αδειάζοντας προοδευτικά τους χώρους κριτικής επεξεργασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η διαχείριση της δικαιοσύνης, καθώς και αυτή των κρίσεων -κοινωνικών, μεταναστευτικών, πολεμικών- είναι μέρος μιας μόνιμης λογικής έκτακτης ανάγκης, η οποία δικαιολογεί περιορισμούς, αποκλεισμούς και ολοένα και πιο καθορισμένες ιεραρχίες.
Είναι ακριβώς μέσα σε αυτόν τον χώρο που το «όχι» αποκτά ένα περαιτέρω νόημα, μια επιπλέον αξία. Όχι μόνο ως απόρριψη μιας συγκεκριμένης πρότασης, αλλά ως χειρονομία που αντιτίθεται σε ένα κλίμα, σε μια πολιτική και πολιτιστική ατμόσφαιρα που τείνει να ομαλοποιεί την παρακμή, την οπισθοχώρηση των δικαιωμάτων και την εξαθλίωση/φτωχοποίηση του δημόσιου λόγου. Μια χειρονομία που, αν και δεν είναι ακόμη πλήρως οργανωμένη ή μεταφράσιμη, σηματοδοτεί ένα όριο, ένα κατώφλι μη αποδοχής.
Ταυτόχρονα, αυτή η ανάδυση αντιπαρατίθενται με έναν κίνδυνο: αυτόν της επαναπορρόφησης, της εξουδετέρωσης ή του κατακερματισμού από την ίδια τη ισχύ αυτών των δυναμικών εξουσίας. Επειδή η σύγχρονη βαρβαρότητα δεν είναι μόνο καταστροφική, αλλά και ικανή να ενσωματώνει και να εκτρέπει, να μετατρέπει τη διαφωνία σε θόρυβο, να διασκορπίζει τις ενέργειες σε μια πολλαπλότητα μη επικοινωνούντων ρεμάτων.
Ωστόσο, είναι ακριβώς στην επίγνωση αυτού του περιβάλλοντος που μπορεί η συνεχιζόμενη διαδικασία να βρει τη ριζοσπαστικότητά της. Όχι ως άμεση απάντηση ή ως ήδη δεδομένη εναλλακτική λύση, αλλά ως μια πεισματική πρακτική κατασκευής νοήματος, σχέσεων και άλλων γλωσσών/λεξιλογίων. Μια πρακτική που διαφεύγει της σύλληψης, τουλάχιστον εν μέρει, και επιμένει να διατηρεί ανοιχτό έναν χώρο -εύθραυστο, εκτεθειμένο, αλλά πραγματικό- στον οποίο η πολιτική μπορεί να επιστρέψει στο να είναι όχι η διαχείριση του υπάρχοντος, αλλά η επινόηση του εφικτού.
Ίσως είναι θέμα να θεωρήσουμε την τρέχουσα στιγμή ως μια μετάβαση από τις «μικροπολιτικές» στο επίπεδο του «μακρο» όπου να δράσουμε διεκδικώντας άλλους τρόπους για να λειτουργούμε ως κοινωνία, να κάνουμε πράγματα μαζί, να διασχίζουμε τα σύνορα κάθε είδους, όποιου τύπου κι αν είναι αυτά.
Tiziana Villani,φιλόσοφος, διδάσκει στο πανεπιστήμιο του Παρισιού και στο Μιλάνο. Το τελευταίο της βιβλίο είναιTerritori dell’infanzia. Sovvertire l’immaginario del presente (Orthotes Ed.)

media:

583294026_1402014381933116_5024774620052350551_n.jpg

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...