Τελευταία νέα
Βουλή: Στην Ολομέλεια το νέο πλαίσιο για την επαγγελματική ασφάλιση Συνάντηση του Κ. Μητσοτάκη με την Αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης του Ηνωμένου Βασιλείου Κέμι Μπάντενοχ Απάντηση ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στους “κύκλους” της ΝΔ για την Έλενα Ακρίτα Τεντόγλου και Καραλής «προθερμαίνονται» στη Ζυρίχη πριν από τον τελικό των Βρυξελλών Φονικές πλημμύρες σε Νεπάλ: Εκατόμβη νεκρών, βιβλική καταστροφή [εικόνες – βίντεο] ΣΥΡΙΖΑ: Η ΝΔ δεν θα ψηφίσει την Ακρίτα για αντιπρόεδρο και δείχνει «την απέχθειά της στην κριτική» «Ματωμένα» υπερπλεονάσματα: Πώς οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη οικοδόμησαν σκληρό μηχανισμό λιτότητας Η ΝΔ δε θα ψηφίσει την Έλενα Ακρίτα για Αντιπρόεδρο της Βουλής – Αλλάζει στάση αν υπάρχει άλλος υποψήφιος Στη Βόρεια Ελλάδα ο Κ. Μητσοτάκης την Πέμπτη και την Παρασκευή – Αναλυτικά το πρόγραμμα Τα παλιά βιβλία όμορφα καταστρέφονται Απόβαση στη Βόρεια Ελλάδα από το Μαξίμου ενόψει ΔΕΘ – Δύσκολο στοίχημα για τη ΝΔ η Μακεδονία Γυναικοκτονία στη Ροδόπη: Η 43χρονη είχε έρθει στο χωριό για τα γενέθλια της κόρης της – Της είχε στήσει καρτέρι
Athens.indymedia.org

[Βιβλιοθήκη] Σαν σήμερα (14/6/1907) πεθαίνει ο ουκρανός αναρχικός αγωνιστής Βασίλι Μπαμπιέσκο

15/06/2026 7:41 μμ.

Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε σαν μία νεκρολογία απο τον Πιότρ Αρσίνοβ για τον αναρχικό αγωνιστή Βασίλι Μπαμπιέσκο, που εκτελέστηκε απο το ρωσικό κράτος στις 14 Ιουνίου του 1907. Δεδομένου της ημερομηνίας, αλλα και του γεγονότος οτι ο Βασίλι Μπαμπιέσκο είναι ένα πρόσωπο που παραμένει άγνωστο ακόμα στα άτομα που ασχολούνται με τον Αναρχισμό, αποφασίσαμε να δημοσιεύσουμε την παρούσα νεκρολογία ώστε το όνομά του, οι φιλοδοξίες και τα επιτεύγματά του να παραμείνουν ανεξίτηλα στον χρόνο.
Απο το βιβλίο του Πιότρ Αρσίνοβ “Δύο Αποδράσεις”:
Τα ξημερώματα της 14ης Ιουνίου του 1907 πέθανε στην κρεμάλα ο εργάτης απο το Εκατερίνοσλαβ Βασιλι Μπαμπιέσκο.
Γιος φτωχών εργατών, ο Βασίλι δούλευε από παιδί στο μηχανουργείο των σιδηροδρόμων στο Εκατερίνοσλαβ. Ήδη το 1894 συναντάει τους σοσιαλιστές-επαναστάτες και γίνεται μέλος του κόμματος τους. Από τα 15 του αφοσιώνεται εντελώς στις επαναστατικές δραστηριότητες: προπαγανδίζει ασταμάτητα, οργανώνει μορφωτικούς κύκλους εργατών, μοιράζει έντυπα.
Οταν ξεσπάει η απεργία του 1903, ο Βασίλι δυναμικά βγάζει απ’την δουλειά τους εργάτες που δεν απεργούν, είναι μπροστά σε όλες τις συγκρούσεις με την αστυνομία, με πάθος καλεί τους απεργούς στον αγώνα και την βία. Για τη συμμετοχή του σε εκείνη την απεργία, θα είναι ένας απο τους πρώτους που θα απολυθούν από το μηχανουργείο.
Αργότερα πιάνει δουλειά στη φάμπρικα που παράγει σόμπες στο προάστιο Νίζνι-Ντνιέπροβσκ η οποία και άνηκε σε μια βέλγικη εταιρία. Δεν θα μείνει εκεί για πολύ: ως αντιπρόσωπος των εργατών αρχίζει να διαπραγματεύεται με τη διοίκηση του εργοστασίου που θέλει να μειώσει τους μισθούς. Έρχεται και μία «σύγκρουση» με τον μάστορα και ο Βασίλι μένει πάλι στον δρόμο.
Μετά απο αυτά περνάει πολύ καιρό χωρίς δουλειά , όλες οι σκέψεις του όμως στρέφονται προς την επαναστατική δραστηριότητα.
Τελικά, τον προσλαμβάνουν στο μηχανοστάσιο ατμαμαξών του σιδηροδρομικού σταθμού Γκρισίνο. Απο την πρώτη του μέρα εκεί το ρίχνει στην προπαγάνδα: οργανώνει κύκλους, τυπώνει προκηρύξεις, επιδιώκει να φτιάξει μια μυστική εργατική ένωση. Αυτό το τελευταίο του βγαίνει αρκετά άσχημα: ανάμεσα σε όλους τους εργάτες, ο μοναδικός αποφασισμένος επαναστάτης είναι ο ίδιος ο Βασίλι. Η αστυνομία άρχιζε ήδη να παρακολουθεί με ενδιαφέρον το κάθε βήμα των εργατών. Τελικά, ύστερα από μια ιδιαίτερα δυνατή προκήρυξη, οι χωροφύλακες εισβάλλουν ξαφνικά στο σπίτι του. Ο Μπαμπιέσκο όμως, προειδοποιημένος απο πριν, εξαφανίζεται ,με επιτυχία απο το Γκρισίνο. Αυτή την περίοδο έχει και τις πρώτες του διαφωνίες και διαμάχες με το κόμμα των Εσέρων, αλλά συνεχίζει ακόμα να είναι μέλος.
Αργότερα ο Βασίλι δούλεψε στο κεντρικό μηχανουργείο σιδηροδρόμων στο Αλεξάνδροβσκ. Θα μείνει εκεί μέχρι την εξέγερση του Δεκέμβρη του 1905. Απο τις πρώτες στιγμές της εξέγερσης μέχρι την τελική καταστολή της, ο Βασίλι ασχολείται με την κατασκευή και ρίψη βομβών. Εμφανίζεται με τις βόμβες του στα πιό επικίνδυνα σημεία, θέλοντας να εξαπλωθεί η επανάσταση όσο πιο ευρύτερα γίνεται. Για αυτόν τον λόγο έχει και ατελείωτες τριβές με το κόμμα. Τελικά ύστερα απο μια «ηλίθια», σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου, διαταγή της επιτροπής του κόμματος, δηλώνει οτι πλέον δεν θα δίνει σημασία στην κομματική πειθαρχεία και τακτική. Φτιάχνει μόνος του έναν κύκλοανθρώπων και αρχίζει να πράττει με πλήρη ανεξαρτησία, αν και ακόμα θεωρεί τον εαυτό του σοσιαλιστή-επαναστάτη.
Μετά τη κατάπνιξη της εξέγερσης, όπως όλους τους ενεργούς συμμετέχοντες, τον απέλυσαν και του απέδωσαν κατηγορίες, ο Βασίλι όμως διέφυγε της σύλληψης, πήρε τους δρόμους και ήρθε πάλι στο Εκατερίνοσλαβ.
Εκείνη την εποχή ανάμεσα στους ευσυνείδητους εργάτες δημιουργείται ένας έντονος αναβρασμός και μία ζύμωση που στρέφεται ενάντια στα πολιτικά κόμματα. Πολλοί απο αυτούς τους εργάτες φεύγουν απο τις παλιές τους οργανώσεις για να ενταχθούν στις υπαρκτές αναρχοκομμουνιστικές ομάδες ή να οργανώσουν καινούριες. Ανάμεσα σε αυτούς είναι και ο Βασίλι Μπαμπιέσκο.
Στη φάμπρικα Σοδουάρ στο Αμούρ έρχεται σε επαφή με τους αναρχικούς εργάτες. Εκεί οι στόχοι και οι τακτικές των Εσέρων γίνονται αντικείμενο μιας επιμελημένης και στοχευμένης κριτικής. Στα μέσα του 1906 ο Βασίλι θα αποχωρίσει οριστικά απο το κόμμα των σοσιαλιστών-επαναστατών, κηρύττοντας του, όπως και όλων των υπολοίπων κομμάτων, έναν αδιάλλακτο πόλεμο.
Ο Βασίλι σκεφτόταν πολύ και εκείνη την εποχή διάβαζε πολλά βιβλία. Ξανά και ξανά η σκέψη του στρεφόταν σε όλα τα κόμματα που αυτοαποκαλούνται επαναστατικά ή προλεταριακά. Πάλι και πάλι ήθελε να βρει ένα που δεν θα ενίσχυε τους πλουσίους, που δεν θα έδινε καινούρια εργαλεία για να υποδουλώνουν τους φτωχούς. Και στο τέλος επέλεξε τον αναρχισμό. Και κάτω απο εκείνη τη Μαύρη Σημαία του μαχόμενου προλεταριάτου ο Βασίλι αγωνίστηκε θαρραλέα μέχρι την τελευταία στιγμή της πολυτάραχης ζωής του.
Στα τέλη του 1906, τα στρατοδικεία της εκστρατείας λειτουργούσαν όλη την ώρα. Ο Βασίλι προετοιμάζει μια απάντηση σε αυτή την τακτική της γενικευμένης εξόντωσης των εργατών. Στις 22 Δεκεμβρίου μαζί με μια ομάδα συντρόφων οργανώνουν μια επίθεση ενάντια στην αστυνομία του Αμούρ. Ο σκοπός τους είναι να σκοτώσουν με ένα και μοναδικό χτύπημα όλο ή έστω το μισό προσωπικό της αστυνομίας που υπηρετεί στο Αμούρ. Δυστυχώς, αυτή η απόπειρα δεν πέτυχε όπως έπρεπε. Αντι τα 15-20 άτομα που ήτανε ο στόχος, οι βόμβες του Βασίλι σκότωσαν μονάχα 3 Κοζάκους αξιωματικούς, έναν αστυνομικό και έναν φρουρό, αν και καταστράφηκε και το τμήμα.
Ανάμεσα στους εργάτες αττή η ενέργεια προκάλεσε αρκετή λύπη, γιατί, όπως έλεγαν, δεν έχουν πεθάνει «όλα τα σκυλιά», αλλά και ιδιαίτερα γιατί ο γνωστός «εξολοθρευτής αναρχικών» Κριβονοζιένκο παρέμεινε ζωντανός.
Στη συνέχεια, ο Βασίλι οργανώνει ένα καινούριο χτύπημα ενάντια στην αστυνομία. Σε ένα μισοτελειωμένο σπίτι τοποθετεί ένα ισχυρό εκρηκτικό μηχανισμό και προσπαθεί να προσελκύσει εκεί την αστυνομία με μια μικρής ισχύος έκρηξη που ο ίδιος είχε προκαλέσει νωρίτερα. Δυστυχώς, μόνο μετά απο έναν ολόκληρο μήνα κάποια γυναίκα τυχαία βρίσκει τη βόμβα. Η αστυνομία που έφτασε στο σημείο προκάλεσε την έκρηξη επιτόπου και δεν έπαθε, βέβαια, καμία ζημιά.
Στη φάμπρικα Σοδουάρ όπου δούλευε εκείνη την εποχή, ο Βασίλι ενέπνεε έναν βαθύ σεβασμό και συμπάθεια. Είναι πάντα απόλυτα γνήσιος, άμεσος και ειλικρινής και όλοι τον εμπιστεύονται.
Όταν άρχισαν να οργανώνονται τα πρώτα νόμιμα επαγγελματικά σωματεία, ο Βασίλι εναντιώνεται σφοδρά σε αυτά. «Τα νόμιμα σωματεία», όπως σωστά εξηγούσε ο Βασίλι στους εργάτες, «μπορούν να δραστηριοποιούνται μόνο με ένα τρόπο που θα είναι ακίνδυνο για τη μπουρζουαζία, η οποία είναι η ίδια που θα του δίνει άδεια. Οι πλούσιοι επιτρέπουν στους εργάτες να ενωθούν μέσα απο τα ανοιχτά και νόμιμα σωματεία για να κατευθύνουν το εργατικό κίνημα προς έναν ειρηνικό δρόμο, που θα’ναι ανώφελος για τους εργάτες και ακίνδυνος για τους ίδιους. Μονάχα στα πλαίσια ενός μυστικού, συνωμοτικού σωματείου οι εργάτες θα μπορέσουν να εφαρμόσουν στην πράξη το μοναδικό πράγμα που θα τους ωφελήσει: δυναμικές και βίαιες μορφές αγώνα». Σε αυτήν την προπαγάνδα που έκανε ο Βασίλι, πολλοί εργάτες εγκατέλειψαν τα νόμιμα σωματεία ευχαρίστως με το σκεπτικό να οργανώσουν μία μυστική ένωση.
Το Φλεβάρη του 1907, ένα κομμάτι των εργατών θέλει να κάνει τον Βασίλι βουλευτή στην κρατική Δούμα. «Το ζήτημα δεν είναι οι βουλευτές, αλλα οι γροθιές μας. Ο Βασίλι αρνήθηκε σφοδρά αυτη την πρόταση λέγοντας οτι «πρέπει να αγωνιζόμαστε και όχι να εκλέγουμε κάποιους στη Δούμα» και παράλληλα προετοίμαζε τη δική του απάντηση στην έναρξη της κρατικής Δούμας. Για την ημερομηνία αυτή, δηλαδή για τις 20 Φλεβάρη, είχε σχεδιάσει να πραγματοποιηθούν μεγάλα χτυπήματα με δυναμίτη στις 3 μεγάλες νομαρχιακές πόλεις και στο προάστιο Αμούρ του Εκατερίνοσλαβ, ενέργειες ενάντια στους «εξολοθρευτές της επανάστασης», που είναι τόσο τα διοιητικά όργανα όσο και η μπουρζουαζία. Μια απλή συγκυρία όμως – ο δυναμίτης δεν έφτασε στην ώρα του – εμπόδισε να υλοποιηθούν αυτές οι ενέργειες.
Δυο εβδομάδες αργότερα ο Βασίλι πάει στο Αλεξάνδροβσκ. Αυτό το ταξίδι αποδείχθηκε μοιραίο. Όπως έχει αναφερθεί παραπάνω, ο Βασίλι ήταν ένας απο τους εργάτες του Αλεξάνδροβσκ που εντοπίστηκαν και κατηγορήθηκαν για την εμπλοκή τους στην εξέγερση του Δεκέμβρη του 1905. Έναν σημαντικό ρόλο σε αυτή τη δίωξη και δίκη έπαιξε ο μηχανικός Βασιλιένκο, προιστάμενος του κεντρικού μηχανουργείου σιδηροδρόμων. Με βάση δικές του καταθέσεις σχηματίστηκε το κύριο κομμάτι του κατηγορητηρίου. Έκανε πολλά πράγματα για να «εξολοθρεύσει την ανταρσία» και μέχρι την τελευταία του μέρα προσπαθούσε να «εγκαταστήσει την τάξη στο δικό του μηχανουργείο».
Στις 7 Μαρτίου του 1907, μαζί με έναν άλλο σύντροφο (*τον συγγραφέα του κειμένου, Πιοτρ Αρσίνοβ) που και αυτός δούλευε στη φάμπρικα Σοδουάρ, εντόπισε τον Βασιλιένκο κοντά στο μηχανουργείο και, μπροστά στα μάτια πολλών εργατών και φωνάζοντας «Θάνατος στους εχθρούς της εργατικής τάξης!», τον σκότωσε επιτόπου με τρείς σφαίρες απο το Μπράουνινγκ του. Ύστερα απο μια απεγνωσμένη ένοπλη συμπλοκή, τους πιάσανε ζωντανούς, τους έδειραν πολύ άσχημα και τους παρέδωσαν στο στρατοδικείο της εκστρατείας.
«Αν δεν είχαν σκοτώσει εγώ τον Βασιλιένκο», είπε στη δίκη ο Βασίλι αφού τους ανακοίνωσαν τη καταδίκη σε θάνατο, «θα το έκανε κάποιος άλλος εργάτης. Πρόκειται για έναν εχθρό της εργατικής τάξης, και τους εχθρούς της η τάξη εκείνη πάντα τους κανονίζει όπως κανόνισε και τον Βασιλιένκο». Στον δρόμο προς την εκτέλεση, ο Βασίλι ήταν εξαιρετικά ήρεμος. Όλη την ώρα κουβέντιαζε χαμηλόφωνα με τους στρατιώτες, εξηγώντας τους αυτά για τα οποία ήταν να πεθάνει. Όμως, φτάνοντας στην κρεμάλα, η εκτέλεση της καταδίκης αναβλήθηκε απροσδόκητα. Η υπόθεση είχε παραπεμφθεί στο στρατοδικείο της Οδησσού. Εκμεταλλευόμενος αυτή την ευκαιρία, ο Βασίλι μαζί με τον άλλο σύντροφο, αποφάσισαννα δραπετεύσουν. Αναπτύσσουν επαφές με τους συντρόφους έξω και τη νύχτα της 22ας Απριλίου, κατα τη διάρκεια του όρθρου του Πάσχα, πέντε σύντροφοι πραγματοποιούν μια τολμηρή επιδρομή στην εκκλησία της φυλακής, σκοτώνουν τον αρχιφύλακα και τραυματίζουν άλλους τρεις, ανοίγοντας για όλους τους παρόντες φυλακισμένους τον δρόμο προς την λευτεριά. Εκτός από τον Βασίλι, απέδρασαν συνολικά 16 άτομα.
Δυστυχώς, όμως, δεν έμεινε ελεύθερος για πολύ. Χωρίς λεφτά, χωρίς όπλα περιπλανιόταν άπορος σε όλο το Εκατερίνοσλαβ, μετακινούμενος απο το ένα ανασφαλές μέρος στο άλλο. Τελείως απρόοπτα πιάστηκε απο ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις. Τον βάλανε στη φυλακή του Εκατερίνοσλαβ και ύστερα απο λίγες μέρες το στρατοδικείο για άλλη μια φορά τον καταδικάζει σε θάνατο.
Ο πρόεδρος του δικαστηρίου πρότεινε στον Βασίλι να κάνει αίτηση παρακαλώντας κάποιο υψηλό πρόσωπο να μετριάσει την ποινή του.
«Αν ζητήσω απονομή χάριτος σημαίνει οτι μετανιώνω για τις πράξεις μου, εγώ όμως δεν έχω τίποτα να μετανιώσω», απάντησε ο Βασίλι και στο επόμενο επισκεπτήριο μετέδωσε στους συντρόφους την στερνή θέληση του: «Ας μη μείνει ανεκδίκητος ο θάνατος μου».
Στο τελευταίο του γράμμα έγραφε: «Έζησα πολλά για να μπορέσω να δουλέψω για την επαναστατική υπόθεση όπως πρέπει».
Η σκέψη περί απόδρασης δεν τον άφηνε μέχρι την τελευταία στιγμή. Μα την επιτυχία της δεν την πίστευε πλέον ούτε ο ίδιος. Τον παρακολουθούσαν πολύ στενά και ήταν σε επαγρύπνηση. Προβλέποντας το σύντομο τέλος, επιχείρησε, μαζί με άλλους πέντε συντρόφους, μια τελευταία απελπισμένη απόπειρα. Έπεσαν πάνω σε ένα δεσμοφύλακα της βάρδιας και τον στραγγάλισαν. Δεν κατέληξαν όμως πουθενά. Τους κομμάτιασαν με σπαθιά και τους έδεσαν. Αμέσως μετά εκτέλεσαν τον Βασίλι.
Την τελευταία στιγμή ο παππάς του πρότεινε να εξομολογηθεί. Ο Βασίλι αρνήθηκε γελώντας, προχώρησε μόνος του προς την κρεμάλα και έβαλε μόνος του το σχοινί στο λαιμό του.
Έτσι έζησε και έτσι πέθανε ο Βασίλι Μπαμπιέσκο.
Ας ωθήσει η μνήμη του τους απόκληρους στον αγώνα για ένα καλύτερο μέλλον, για την Αναρχία!

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...