Τελευταία νέα
Μεσογειακοί Αγώνες: Ιστορικό χάλκινο μετάλλιο για τη Ματίνα Σωτηρίου στο μπάντμιντον Την Έλενα Ακρίτα επέλεξε η Κ.Ο του ΣΥΡΙΖΑ για τη θέση της Αντιπροέδρου της Βουλής Τα δύο ελληνικά νησιά που «ψηφίζει» η Πάρις Χίλτον για τις διακοπές της Ο ΣΥΡΙΖΑ από την ανασυγκρότηση στην πολιτική αντεπίθεση – ΔΕΘ, ψηφοδέλτια, συνεργασίες στην πρώτη γραμμή Φοιτητές: Πότε ξεκινούν οι εγγραφές των πρωτοετών στα Πανεπιστήμια – Η διαδικασία και τα δικαιολογητικά Πύλος: «Ο πατέρας μου ήξερε να χειριστεί τέλεια το σκάφος, η μητέρα μου ίσως όχι», λέει ο γιος του 66χρονου Ισπανού Επιμένει ο Γεωργιάδης κατά Τσίπρα: Όποιος παραβιάζει κανόνες για το συμφέρον του είναι παλιόπαιδο Νίκος Παππάς: «Τα νοικοκυριά πληρώνουν, η κυβέρνηση παράγει υπερπλεονάσματα» «Ανησυχώ πολύ»: Ο Μπιλ Γκέιτς δηλώνει ότι ο κόσμος χρειάζεται ένα σχέδιο για τη διαχείριση της ΑΙ Μετρό vs ΟΑΣΘ: Θα πληρώνουν τέσσερα εισιτήρια για αλέ ρετούρ Καλαμαριά – Θεσσαλονίκη Πρόταση Καλλιάνου για ειδική εισφορά στην Golden Visa: «Οι τιμές των ακινήτων έχουν αυξηθεί πολύ» ΣΥΡΙΖΑ: Η Ελενα Ακρίτα στη θέση της αντιπροέδρου της Βουλής
Athens.indymedia.org

[Βιβλιοθήκη] Jacques Rancière: «Βιώνουμε την αντεπανάσταση»

30/06/2026 12:49 μμ.

Μια συζήτηση μεταξύ του Jacques Rancière και της Μαρίας Κακογιάννη

Στον πρόλογο της μετάφρασης και έκδοσης στην Ελλάδα μιας συλλογής κειμένων του Jacques Rancière[1], η Μαρία Κακογιάννη – για το βιβλίο της οποίας Sous le ciel étoilé, une nuit d’éte: Réflexions sur l’anarchie et la révolution [Κάτω από τον Έναστρο Ουρανό, μια Καλοκαιρινή Νύχταt] έχουμε μόλις δημοσιεύσει – Στοχασμοί για την Αναρχία και την Επανάσταση, συζήτησε με τον φιλόσοφο. Η συζήτηση τους αγγίζει το παρόν, την αντεπανάσταση που εξαπλώνεται, την παρακαταθήκη του ’68, τον καπιταλισμό που βαίνει προς την καταστροφή, και εμάς, που ακόμη δεν γνωρίζουμε προς τα που ακριβώς οδεύουμε.
Μαρία Κακογιάννη:Tο βιβλίο είναι μια συλλογή κειμένων που περιστρέφονται γύρω από τρία πεδία – ή μάλλον περιοχές, αντί τομέων: τον ρατσισμό από τα πάνω· τα γεγονότα και τα σύμβολα· τις σκηνές χειραφέτησης. Τα κείμενα δεν έχουν χρονολογική διάταξη, και δεν θα ήταν εντελώς ακριβές εάν μιλούσαμε για σαφώς διακριτές θεματικές. Κάποια έχουν παρθεί από διαλέξεις και συνέδρια, ενώ άλλα είναι άρθρα σε εφημερίδες με διαφορετικό τόνο και έναν ιδιαίτερο ρυθμό. Ανθολογώντας τα εδώ, δίπλα δίπλα, τα έχουμε φανταστεί ως φυσικό τοπίο. Και ενώ σε ευχαριστώ γιατί συμφώνησες για αυτή την σύντομη κουβέντα, θα ήθελα, τρόπον τινά, να ξεκινήσω από την μέση. Σε ποιόν βαθμό θα έλεγες ότι, με τον Μάη του ’68, κάτι συνέβει στην σκέψη; Ή στον τρόπο με τον οποίον αναλογιζόμαστε το γεγονός;
Jacques Rancière: Εκείνο που συνέβει στην σκέψη ήταν η κατάρρευση ενός ολόκληρου συστήματος περιγραφικών και αναλυτικών συντεταγμένων βασισμένου στην ιεραρχική κατανόηση των φαινομένων. Εντός του συστήματος αυτού, υφίστατο μια τάξη προσδιορισμών. Υπήρχαν οι λιγότερο ή περισσότερο φανερές εμφανίσεις στην επιφάνεια των γεγονότων, και από κάτω τους έγκεινται οι συμπαγείς πραγματικότητες που αποτέλεσαν τα ριζικά τους αίτια: η οικονομική διαδικασία που παρήγαγε την κοινωνική σύγκρουση, όπως διαδραματίστηκε στην πολιτική σκηνή — η οποία υπήρξε εξίσου η έκφραση και η συγκάλυψη της. Και, στο τέλος ακριβώς της αλληλουχίας, υπήρχε η ιδεολογία, εντός της οποίας ολόκληρη αυτή η διαδικασία αιτίων και αποτελεσμάτων παρανοήθηκε ή διαστρεβλώθηκε. Αυτό σήμαινε επίσης ότι, από την μια πλευρά, υπήρχαν εκείνοι οι λόγιοι που διέθεταν την διανοητική κατανόηση της διαδικασίας, και από την άλλη, οι μάζες των ανενημέρωτων, εγκλωβισμένων στην ιδεολογία. Και υπήρχε και η πρωτοπορία, ικανή να μεταμορφώσει την γνώση αυτή σε προγράμματα, στρατηγικές και συνθήματα, καθώς αντιστέκονταν στην ανυπομονησία και την αφέλεια των αυθόρμητων ξεσηκωμών.
Ήταν αυτό το ιεραρχικό πλαίσιο που θρυμματίστηκε από το κίνημα του 1968: ένα κίνημα που εξερράγει σε μια ανύποπτη στιγμή κατά την διάρκεια μιας περιόδου οικονομικής ανάπτυξης, και μοντερνιστικής και ρεφορμιστικής ευφορίας· ένα κίνημα που εγκαινιάστηκε σχεδόν από το τίποτα από «μικρο-αστούς» φοιτητές, οι οποίοι αναβίωσαν τα οδοφράγματα του δεκάτου ενάτου αιώνα, βάζοντας φωτιά σε μια ολόκληρη κοινωνία παρακινώντας στην μεγαλύτερη γενική απεργία της σύγχρονης εποχής. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος, σαφώς, ότι η φωτιά ξεθύμανε εξίσου σύντομα όσο και είχε φουντώσει. Αλλά ενώ το καθεστώς του ντε Γκώλ αναδείχθηκε νικηφόρο, η αιτιακή και ιεραρχική άποψη της κοινωνίας και του κοινωνικού αγώνα δεν επιβίωσε. Κατέστει προφανές ότι λέξεις οι οποίες δεν ήταν σε καμία περίπτωση «επιστημονικές» μπορούσαν να κλονίσουν μια ολόκληρη κοινωνική τάξη στον πυρήνα της· ότι αυτή η κοινωνική τάξη, η οποία φαίνονταν ότι βασίζεται σε συμπαγή θεμέλια, δεν ήταν παρά μια εξαρτημένη πραγματικότητα· ότι η πολιτική είχε την δική της χρονικότητα, τον δικό της τρόπο παραγωγής αιτίων και αποτελέσματων· και ότι ο σκοπός αυτός αφορούσε, πρωταρχικά και κυρίως, την δημιουργία του δικού της χώρου και χρόνου, τις δικές της ειδικές κινήσεις και ρυθμούς. Η αντίθεση μεταξύ της αυθόρμητης εξέγερσης και της επανάστασης που βασίζεται στην ορθολογικότητα της ιστορικής εξέλιξης αμφισβητήθηκε, όπως άλλωστε και η αντίθεση μεταξύ της ορθολογικότητας της δομής και των ψευδαισθήσεων των υποκειμένων. Υπήρχε αναμφίβολα μια κάποια αφέλεια στο αντι-δομικό σύνθημα που κυκλοφορούσε στο Παρίσι το 1968: «Οι δομές δεν βγαίνουν στους δρόμους». Ο Λακάν απάντησε πως το 1968 ήταν ακριβώς η στιγμή όταν η αλήθεια βγήκε στους δρόμους, προσθέτοντας ακόμη ότι διαπιστώσαμε τότε ότι η αλήθεια έλεγε και πολλές ανοησίες. Αλλά η «ανοησία» αυτή της αλήθειας αψηφούσε την εξαπλουστευτική επιστημονική άποψη που θεμελίωνε την δομική πίστη της δεκαετίας του 1960. Η ορθολογικότητα της πολιτικής, όμοια με εκείνη του ασυνείδητου, θα ήταν έκτοτε εκείνη της αλήθειας στην αντίθεση της προς την γνώση. Η ορθολογικότητα αυτή θα αναδύονταν ως ένα ζήτημα υποκειμένων που δεν ήταν πλέον ούτε τα καθυποταγμένα από την ορθολογικότητα υποκείμενα ούτε και οι προσδιορισμένες από τις κοινωνικές επιστήμες κοινωνικές ομάδες, αλλά εκείνα που αυτοπροσδιορίζονταν μέσω των λειτουργιών της υποκειμενοποίησης. Ενώ το γεγονός, το οποίο δεν ήταν ως τότε παρά η επιφάνεια των πραγμάτων, αναδείχθηκε σε καρδιά ακριβώς της νέας αυτής ορθολογικότητας. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ο Μάης του ’68 επαναστατικοποίησε την σκέψη αντί της κοινωνίας, αλλά είναι σίγουρο πως, για την γενιά μου, ήταν μια κρίσιμη στιγμή στην μεταμόρφωση της ιδέας της πολιτικής καθώς και της ιδέας ακριβώς της ίδιας της σκέψης.
Στην επαύριο του τέλους του Ψυχρού Πολέμου και της κατάρρευσης του Σοβιετικού μπλόκ, ο Φράνσις Φουκουγιάμα διακήρυξε την παγκόσμια κυριαρχία της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αυτό αποτέλεσε την έναρξη της εποχής της συναίνεσης. Ήταν η δεκαετία του 1990, και δημοσίευσες αρκετά δοκίμια (κάποια από τα οποία εμφανίζονται στην παρούσα συλλογή) με τα οποία επιδίωξες να ορίσεις το περίγραμμα της συναίνεσης αυτής και εκείνου που περιέγραψες ως «ρατσισμό από τα πάνω». Θα ήθελα να σου ζητήσω να επιμείνεις σε αυτό το σημείο για λίγο: υποστηρίζεις ότι, πρωταρχικά και κύρια, πρόκειται για μια κρατικής μεθόδευσης λογική αντί ενός λαϊκού συναισθήματος. Σε ποιόν βαθμό μπορεί αυτό που περιέγραφες τότε ως «ψυχρό ρατσισμό» να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε το παρόν και τις νέες, αυξανόμενα δεσποτικές, αυταρχικές και αντιδραστικές μορφές διακυβέρνησης;
Έχω πράγματι προσπαθήσει να δείξω τον τρόπο με τον οποίο η συναίνεση και μια νέα μορφή ρατσισμού αλληλοσυμπληρώνονται. Για εμένα, η συναίνεση σήμαινε την συμφωνία με την ιδέα κάποιας αντικειμενικής αναγκαιότητας — εκείνη της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας — η οποία επιβλήθηκε σε όλους μας, τόσο στην «σοσιαλιστική» αριστερά όσο και στην «φιλελεύθερη» δεξιά. Ανίκανες ή απρόθυμες να αλλάξουν ο,τιδήποτε σχετικά με τις επιδράσεις της ελεύθερης κίνησης του κεφαλαίου, οι κυβερνήσεις μας ανέλαβαν τον σκοπό της επίδειξης της σταθερότητας τους προς εκείνη την άλλη μορφή κίνησης που την συμπληρώνει (την ελεύθερη κίνηση του κεφαλαίου): προς τους πληθυσμούς που εκτοπίζονται από την φτώχεια ή την βία. Ο αγώνας ενάντια στην ανασφάλεια – ο αγώνας ενάντια σε ένα κακό το οποίο προέρχεται πάντα από τους άλλους, πάντα από κάποιο εξωτερικό – αναδείχθηκε έτσι σε συσπειρωτική κραυγή ενώ δικαιολογεί την συνεχόμενη διεύρυνση των αστυνομικών εξουσιών. Προς τον σκοπό αυτόν, εκμεταλλεύθηκαν την ύπαρξη της φανερής άκρας δεξιάς με το εξής επιχείρημα: υπάρχει μια ρατσιστική απειλή που πρέπει να καταπολεμηθεί. Και για να καταπολεμηθεί η ρατσιστική εξάπλωση, αυτό που πρέπει να καταπολεμηθεί είναι η αιτία που την προκαλεί: η μετανάστευση. Κατά αυτόν τον τρόπο, συσπείρωσαν μια σχετικά ευρεία συναίνεση γύρω τους, ειδικότερα μεταξύ της Αριστεράς και της κοινότητας των διανοουμένων που έχουν μουλιάσει στην προοδευτική παράδοση. Για τους δεύτερους, ο ρατσισμός προέρχεται πάντα από τα κάτω· πρόκειται για μια από τις αντιδράσεις των «απλών ανθρώπων», των «οπισθοδρομικών» διανοούμενων που αδυνατούν να κατανοήσουν τις οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές ή να προσαρμοστούν σε αυτές, και είναι πάντα έτοιμοι να ξεσπάσουν στους αποδιοπομπαίους τράγους που οι δημαγωγοί τους παρουσιάζουν. Έτσι, οι διανοούμενοι και οι αριστεροί έχουν υποστηρίξει τις προσπάθειες του κράτους στην κατεύθυνση της ασφαλειοποίησης στο όνομα της καταπολέμησης της ρατσιστικής απειλής. Αλλά φανερώθηκε σύντομα ότι τα μέτρα που υποτίθεται ότι αποσκοπούσαν στον περιορισμό του ρατσισμού μέσω του περιορισμού της μετανάστευσης είχαν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: εξυπηρέτησαν μόνο στην διάδοση των ρατσιστικών ιδεών ενισχύοντας την εικόνα του μετανάστη ως του «άλλου» που δεν μπορεί να αφομοιωθεί. Ενώ, ως προς την «λαϊκή» προθυμία, έχουμε στην χώρα που ζω δει μια ομάδα διανοούμενων να επινοεί ένα νέο και ασταμάτητο όπλο για τον ρατσισμό: την αποκήρυξη του «κοινοτισμού» των μεταναστών και την υπεράσπιση των ρεπουμπλικανικών και των κοσμικών αξιών ενάντια στην μετάναστευση που ταυτίστηκε με την Ισλαμική τρομοκρατία. Όταν αναφέρθηκα στον «ψυχρό ρατσισμό» ή στον «ρατσισμό από τα πάνω», είχα αυτή την συμμαχία κατά νου – η οποία είναι εξαιρετικά ισχυρή στην Γαλλία – μεταξύ μιας πολιτικής τάξης που θάλλει στην διαχείριση της «ανασφάλειας» και μιας διανοητικής τάξης που εξισώνει τους μετανάστες με τους Ισλαμιστές βαρβάρους. Αυτή δεν αποτελεί μια ειδική των ελίτ μορφή ρατσισμού, αλλά μια που την αναβιώνουν και την προωθούν προς όλους. Και πράγματι, είναι αυτός ο ρατσισμός που ασκείται από τους «ρεπουμπλικανούς» πολιτικούς και διανοούμενους που η άκρα δεξιά έχει υιοθετήσει στην χώρα μου. 
Εκείνο που όμως έλειπε ακόμη από την εικόνα μου ήταν η κατανόηση του άμεσου ρόλου που διαδραμάτισαν οι εκπρόσωποι του Κεφαλαίου στην διαμόρφωση της ρατσιστικής συναίνεσης. Αυτός φανερώθηκε με τους θεατρινισμούς του ντουέτου Τραμπ-Μασκ κα του Μιλέϊ, ή στην Γαλλία, με την μαζική εξαγορά ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών, εφημερίδων και εκδοτικών οίκων από έναν ακρο-δεξιό δισεκατομμυριούχο ο οποίος δημιούργησε την περιουσία του, αξιοσημείωτα, στα λιμάνια της Αφρικής. Οι καπιταλιστές δεν ικανοποιούνται πια με την απλή κερδοφορία. Από την μια πλευρά, νοιώθουν αυξανόμενα ότι δεν βγάζουν αρκετά, επειδή οι φτωχοί τους ξεζουμίζουν, και έχουν έτσι εξαπολύσει μια μαζική εκστρατεία που απευθύνεται στις ανώτερες τάξεις και όλους εκείνους που πιστεύουν ότι τους ανήκουν, με το εξής σύνθημα: «Μπουχτίσαμε να πληρώνουμε για τους μετανάστες, τους ανάπηρους και τους ανίκανους». Από την άλλη πλευρά, το κέρδος μόνο δεν τους αρκεί. Σήμερα, επιδιώκουν τον απόλυτο έλεγχο τόσο στα μυαλά όσο και στα σώματα. Οι βασιλείς του Κεφαλαίου δεν είναι πια κατασκευαστές αυτοκινήτων. Είναι ιδιοκτήτες πλατφόρμων μέσων κοινωνικής δικτύωσης και όλων των μορφών επικοινωνίας, και επιζητούν τον μονοπωλιακό έλεγχο εξαπολύοντας άγρια προπαγάνδα ενάντια σε όλες τις μορφές κοινωνικής αλληλεγγύης και βοήθειας προς τους εξαθλιωμένους. Κατά αυτόν τον τρόπο, εξισώνουν την οικονομική τους δραστηριότητα με την διασπορά ενός άνισου οράματος για τον κόσμο το οποίο όλοι μπορούν να συμμεριστούν, μιας και υπάρχουν πάντα απεχθείς κατώτεροι και τρομακτικοί «άλλοι». Αλλά σίγουρα βασίζονται και στην διττή επιτυχία των επενδύσεων τους και της κοσμοαντίληψης τους σχετικά με το κράτος ασφάλειας, στο οποίο, ανταποδοτικά, παρέχουν άφθονες υλικές και διανοητικές κατασταλτικές δυνατότητες.
Η εμπρηστική ρητορική του Μιλέϊ, τα άξεστα σχόλια του Τραμπ – εκείνοι που τα συμμερίζονται δεν το κάνουν τόσο λόγω άγνοιας, επειδή είναι φτωχοί, μικροί «λευκοί άνθρωποι» [petits blancs]χωρίς αίσθηση προορισμού, που χρειάζονται απλά λίγη διαφώτιση. Ποιά είναι η διασύνδεση μεταξύ του φασιστικού τρόπου ζωής και της επαναστατικής επίδρασης;
Όταν μιλάμε για φασιστικό τρόπο ζωής και επαναστατική επίδραση, πρέπει να διατηρούμε κατά νου την σύνθετη φύση των πολιτικών επιδράσεων, οι οποίες αποτελούνται συχνά από αντιφατικά και ασταθή στοιχεία. Το πρώτο ερώτημα αφορά το τι συνιστά επαναστατική επίδραση. Ιστορικά, υπήρξε πάντα ένα σύμπλεγμα αρνητικών και θετικών παθών: θυμού και οργής ενάντια στην καταπιεστική τάξη και της ανυποχώρητης αποφασιστικότητας για την καταστροφή της· αλλά και της βεβαιότητας επίσης στην ικανότητα των ίσων να δημιουργήσουν έναν νέο κόσμο, και της φαντασίας να δημιουργούν μορφές προσδοκίας του κόσμου αυτού στο εδώ και στo τώρα. Η παρουσία αυτή του μέλλοντος στο παρόν, και η βεβαιότητα αυτή, έχουν υπάρξει ουσιώδεις στην καλλιέργεια μορφών επαναστατικής χαράς την οποία το μίσος για τον καταπιεστή μόνο δεν μπορεί να καταλύσει. Είναι αυτό ακριβώς το πνεύμα που έχει υπονομευθεί από την αντεπανάσταση όπως αναπτύσσεται στις χώρες μας από τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Η επίθεση του ανεξέλεγκτου καπιταλισμού έχει στοχοποιήσει τους χώρους και τις μορφές της αλληλεγγύης και της συλλογικής ισχύος των ίσων. Και κατά αυτόν τον τρόπο, έχει διαβρώσει την βεβαιότητα της συλλογικής ικανότητας πως θα αναπτύξει υπαρκτές μορφές αλληλεγγύης ως προσχέδια για την μελλοντική ζωή. Ο θυμός για τον καταπιεστή δεν συνοδεύεται πια από την χαρά που γεννιέται από την βεβαιότητα της συλλογικής ικανότητας να δημιουργήσει έναν διαφορετικό κόσμο. Η διανοητική αντεπανάσταση έχει βοηθήσει την επίθεση αυτή με την δυσφήμηση όλων των αγώνων για ισότητα από το 1789 έως και σήμερα. Το μίσος για τον καταπιεστή μετατρέπεται έτσι σε ένα συναίσθημα ανισχυρότητας, και η ανισχυρότητα αυτή τροφοδοτεί το πάθος της δυσαρέσκειας. Εντούτοις η δύναμη της δυσαρέσκειας έγκειται στην ικανότητα της να προσαρμόζεται σε όλες τις συνθήκες και τις καταστάσεις. Στην χώρα μου, η άνοδος της άκρας δεξιάς περιγράφεται συχνά ως ένα ζήτημα που αφορά τους εργαζόμενους και τις εργατικές τάξεις ειδικότερα. Ήταν κάποτε ενωμένες από την συλλογική ισχύ των πολιτικών κομμάτων και των σωματείων, αλλά διαπιστώνουν τώρα ότι είναι απομονωμένες αντιμέτωποι με την καταπίεση, χωρίς να διαθέτουν άλλα μέσα συλλογικής ύπαρξης ώστε να μοιράζονται το μίσος – και, ειδικότερα, το μίσος για τους άλλους – ένα μίσος που συνθέτει την περιφρόνηση για πληθυσμούς που θεωρούνται οπισθοδρομικοί με τον φόβο για την απειλή που αυτοί θέτουν. Αλλά η δυσαρέσκεια επηρεάζει και τους διανοούμενους, ειδικά εκείνους της προοδευτικής και επαναστατικής παράδοσης. Διατηρούσαν κάποτε την πίστη στις αξίες της Μαρξιστικής θεωρίας πως θα διαφωτίσει το παρόν και θα δομήσει το μέλλον. Σήμερα, η θεωρία αυτή συνεχίζει να εξηγεί τα πάντα σχετικά με τους λόγους της κυριαρχίας, αν και κανείς δεν περιμένει πια από αυτήν πως θα οπλίσει τα χέρια των αγωνιστών της ελευθερίας και της ισότητας. Η επιστήμη εξυπηρετεί στην κατανόηση του γιατί τα πράγματα είναι όπως είναι και θα συνεχίσουν να παραμένουν έτσι. Πρόκειται πράγματι για μια θλιβερή ικανοποίηση — η ικανοποίηση που προκύπτει από την γνώση που παράγει, πάνω απ’ όλα, την παραίτηση στην αναγκαιότητα, συνοδευόμενη από την αποκλειστική ικανοποίηση της γνώσης όσων οι αδαείς αγνοούν και την ικανότητα περιφρόνησης εκείνων των απλών ανθρώπων που δεν κατανοούν τους λόγους πίσω από τα πράγματα και επιτρέπουν στους εαυτούς τους να σαγηνευθούν από την ρητορική των δημαγωγών. Βρίσκουμε έτσι τους εαυτούς μας σε αυτό που έχω χαρακτηρίσει, στον Αδαή Σχολάρχη, μια «κοινωνία περιφρόνησης», μια κοινωνία όπου οι πάντες απεχθάνονται όλους τους άλλους: οι ακροδεξιοί ψηφοφόροι απεχθάνονται τους μετανάστες που «εισβάλλουν» στα προάστεια τους, αλλά και εκείνους τους διανοούμενους από τις εύπορες γειτονιές που τους κατηχούν ενώ αγνοούν όσα βιώνουν. Οι διανοούμενοι απεχθάνονται εκείνους που βρίσκονται στην εξουσία, οι οποίοι απεχθάνονται τους διανοούμενους· ντρέπονται γιατί κυβερνώνται από ανθρώπους που απεχθάνονται, ωστόσο συμμαχούν μαζί τους λόγω του φόβου της «φασιστικής απειλής», ακόμη και αν σημαίνει ότι ντρέπονται για τον ίδιο τους τον φόβο στον οποίο υποτάσσονται όλο και περισσότερο, και ούτω καθ’ εξής.
Στο τελευταίο σου βιβλίο, Distant Freedom: Essay on Chekhov/Απόμακρη Ελευθερία: Δοκίμιο για τον Τσέχωφ, υπάρχει μια αντανάκλαση της υποτέλειας. Φαίνεται λιγότερο ως ένα αυταρχικό καθεστώς με καταπιεστικούς νόμους συνοδευόμενων από αυστηρές τιμωρίες παρά ως ένας τρόπος ζωής που συμπεριλαμβάνει μια συγκεκριμένη σχέση με τον χρόνο: «δεδομένου πως τίποτα καινούριο δεν συμβαίνει». Δεν πρόκειται για μια πράξη ζωής κάτω από τον βούρδουλα, αλλά μάλλον της ζωής με την ανάμνηση του βούρδουλα. Θα μπορούσε η υποτέλεια να είναι, πρωταρχικά και κύρια, ένα συναισθηματικό καθεστώς συνδεδεμένο με μια συγκεκριμένη αλληλεπίδραση μεταξύ σώματος και νου, μια κυβερνησιμότητα του φόβου, ένα πάθος για ασφάλια που αποκλείει το πιθανό; Μπορούμε να εντοπίσουμε μια σχέση με τα γραπτά σου για τον «ρατσισμό από τα πάνω»; Εξηγείς το γιατί και το πως «το πρόβλημα της μετανάστευσης» έχει κατασκευαστεί με τρόπο τέτοιο ώστε να μην μπορεί να επιλυθεί ποτέ, καθώς αιτιολογεί τον πολλαπλασιασμό νέων μέτρων ελέγχου.
Δεν είμαι σίγουρος εάν μπορούμε να εδραιώσουμε μια ευθεία σύνδεση μεταξύ της ανάλυσης της υποτέλειας και όσων συζητώ για την δουλειά του Τσέχωφ και του «ρατσισμού από τα πάνω». Αυτό που είναι βέβαιο είναι πως, στην εποχή του Τσέχωφ, όπως και στην δική μας, το υποκειμενικό συστατικό της υποτέλειας είναι εξαιρετικά σημαντικό καθώς και ότι, και στις δυο περιπτώσεις, είναι ουσιαστικά αρνητικό. Ο Τσέχωφ μας λέει ότι η συναίνεση στην υποτέλεια είναι, πρωταρχικά και κύρια, μια υπαναχώρηση από την εμπειρία της ελευθερίας, η οποία μοιάζει με αχαρτογράφητη περιοχή στην γη του αυταρχισμού – αχαρτογράφητη περιοχή όπου εκείνοι που έχουν μάθει να ζουν, να σκέπτονται και να πράττουν στην σχολή της υποτέλειας φοβούνται ότι δεν θα γνωρίζουν πως να φέρονται. Και η ντροπή που μπορεί κάποιος να νοιώθει για τον φόβο αυτόν ενισχύει μόνο την εκ μέρους του αποδοχή του status quo. Πάνω απ’ όλα, ο Τσέχωφ μας λέει ότι ακόμη κι αν γνωρίζουμε τους λόγους της υποτέλειας η γνώση αυτή δεν μας εξοπλίζει εναντίον της. Αντίθετα, μας καθιστά συνένοχους της. Ο Δρ. Ragin, στην νουβέλα Πτέρυγα 6,γνωρίζει πως η άθλια κατάσταση του νοσοκομείου του αποτελεί συνέπεια μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης, και πως τίποτε δεν θα μπορούσε να αλλάξει εάν δεν άλλαζαν τα πάντα. Καθώς όμως δεν μπορεί να δει πως θα μπορούσαν τα πάντα να αλλάξουν, αφήνει τα πράγματα να κυλήσουν ως έχουν. Σαφώς, στην εποχή του Τσέχωφ, υπήρχαν επαναστάτες που επιδίωξαν να αντιστρέψουν την διαπίστωση: η κοινωνική τάξη πρέπει να αλλάξει από την κορυφή προς τα κάτω έτσι ώστε ίσως να αλλάξει και ο τρόπος ζωής των ανθρώπων. Και η ριζική αυτή αλλαγή μπορεί να προέλθει με το όπλο της επιστήμης. Εμείς, ωστόσο, ζούμε στην επαύριο της αποτυχίας αυτού του μεγαλοπρεπούς εγχειρήματος της αλλαγής των θεμελίων ακριβώς της κοινωνίας προκειμένου να δημιουργήσουμε νέα είδη ανθρώπων. Η αποτυχία αυτή έχει παράξει όσα συζητούσαμε νωρίτερα: την αποσύνδεση μεταξύ της επιστήμης και της επίδρασης που αναμένονταν από αυτήν· την θλιβερή ικανοποίηση της πλήρους κατανόησης της φύσης της υποτέλειας χωρίς αυτή να παράγει οποιαδήποτε αίσθηση ελευθερίας· και, τελικά, τον φόβο πως το μοναδικό νέο πράγμα που θα μπορούσε να προκύψει είναι το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα. Στο σημείο αυτό είναι που η δυσαρέσκεια συγκλίνει με την συναίνεση στην τάξη της ασφάλειας. Υπάρχει εξίσου η ντροπή που γεννάται από την ανισχυρότητα της αλλαγής των πραγμάτων προς το καλύτερο και ο φόβος πως μπορεί να αλλάξουν προς το χειρότερο. Ακόμη και αν οι ηγέτες μας (sic) εκμεταλλεύονται την θεματική της ανασφάλειας στην ολότητα της, δεν είναι το πάθος για την ασφάλεια που «εγκλωβίζει το πιθανό». Αντίθετα, είναι η δυσαρέσκεια που γεννιέται από την ανισχυρότητα. Όθεν το διπλό παιχνίδι που παίζουν οι ηγέτες μας: επιδιώκουν να προσεταιριστούν τους ρατσιστές αποδεικνύοντας τους ότι αγωνίζονται ενάντια στην μεταναστευτική «καταστροφή» που τους απειλεί, και τους αντι-ρατσιστές αποδεικνύοντας τους ότι αποτελούν την μοναδική εναλλακτική στην ρατσιστική «καταστροφή». Επιδεικνύουν διαρκώς έναν κατάλογο όλων των κινδύνων από τους οποίους μας προστατεύουν. Αλλά δεν είμαι καθόλου βέβαιος πως καταφέρνουν να μας τρομάξουν. Από την άλλη πλευρά, μας παρέχουν εξίσου μια δικαιολογία για την ανισχυρότητα μας και έναν στόχο για την δυσαρέσκεια μας.
Υφίσταται μια διάσταση στην δουλειά σου που παραμένει άγνωστη στο αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα: η συνολική συλλογική εμπειρία της περιοδικής έκδοσης Les révoltes logiques, καθώς και όλη η δουλειά σου στα αρχεία της εργασίας και το Nights of Labour: The Workers Dream in Nineteenth Century France/Νύχτες Εργασίας: Οι Εργάτες Ονειρεύονται στην Γαλλία του Δέκατου Ένατου Αιώνα. Δημοσιεύουμε εδώ τρια κείμενα που διαμορφώνουν μέρος αυτού του σώματος δουλειάς («Επαναστατική Σκηνή», «Ο Προλετάριος και ο Σωσίας του», και το «Φαινόμενο Gauny»[2]). Θα ήθελα να μας πεις λίγο περισσότερα για τις διασυνδέσεις μεταξύ της δουλειάς αυτής με τα αρχεία και τα επιμέρους αυτά κείμενα, μεταξύ των προλετάριων που σε εμπνέουν και εκείνων των «μεταναστών» στην μακρόβια σάγκα του μεταναστευτικού ζητήματος που αμφισβητείς: εν ολίγοις, μεταξύ της Ιστορίας, των προσωπικών ιστοριών, και του παρόντος..
Δεν πρέπει να πάμε πολύ μακριά στην προσπάθεια να ορίσουμε άμεσες διασυνδέσεις μεταξύ του παρόντος μας και εκείνου χαρακτήρων από το παρελθόν. Η συμβατική σοφία αναφέρεται πάντα στα διδάγματα του παρελθόντος και μας προσκαλεί να αναζητήσουμε στην ιστορία καταστάσεις παρόμοιες με αυτές που βιώνουμε, ή να ανιχνεύσουμε την αλληλουχία των γεγονότων που οδηγούν από το παρελθόν στο παρόν ώστε να ανακαλύψουμε κανόνες δράσης. Η πολιτική της γνώσης που ασκήσαμε στο Les Révoltes Logiquesήταν εντελώς διαφορετική. Εκείνο που αναζητήσαμε ήταν στιγμές ρήξης, κομμάτια του παρόντος που αντιφάσκουν ευθέως προς το εξελικτικό όραμα που αναζητά διδάγματα από το παρελθόν. Αντί να φωτίσουμε το παρόν μέσω του παρελθόντος, θελήσαμε να πετάξουμε κομμάτια του παρελθόντος στο παρόν, όμοια με πέτρες από λιθόστρωτους δρόμους, ώστε να θρυμματίσουμε το παρόν μας, να κάνουμε παράξενες και παράφωνες φωνές να ακουστούν εντός του — φωνές ικανές να κλονίσουν τις κυρίαρχες, συναινετικές αναλύσεις του παρόντος αυτού και του οράματος της ιστορίας που το θεμελιώνει. Κείμενα όπως το «Προλετάριος και ο Σωσίας του» και το «Φαινόμενο Gauny» φώτισαν τον χαρακτήρα του προλετάριου και της χειραφέτησης του καθώς έρχεται σε ρήξη με όλες τις ερμηνείες της με τους όρους του ιστορικού και του κοινωνικού ντετερμινισμού, συγκεκριμένων στιγμών στην ανάπτυξη του καπιταλισμού, και ούτω καθ’ εξής. Το κατορθώνουν αυτό σε αντίθεση όχι μόνο προς τις εικόνες του ευσυνείδητου, οργανωμένου εργάτη που διαδίδει η κομμουνιστική παράδοση, αλλά και εκείνων του άγριου εξεγερμένου που εξιδανικεύει ο αριστερισμός. Έτσι εάν υπάρχει μια διασύνδεση μεταξύ των γραπτών μου από την περίοδο εκείνη και των άρθρων που έγραψα πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια αργότερα για τον «ρατσισμό από τα πάνω», αυτό δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι ο μετανάστης σήμερα καταλαμβάνει την θέση του προλετάριου του δεκάτου ενάτου αιώνα. Μια τέτοια σύγκριση θα άμβλυνε μόνο την αιχμή του αρχείου που έχω προβάλλει στο παρόν. Ούτε και έχω διεξάγει οποιαδήποτε έρευνα για τους μετανάστες παράλληλα προς την δουλειά μου στο εργατικό αρχείο. Αυτό που συνδέει τις δυο δουλειές είναι ο κοινός αγώνας ενάντια στην συναίνεση, όπως εγώ την καταλαβαίνω έστω. Η συναίνεση είναι η επίσημη χαρτογράφηση αυτού που μπορεί να γίνει αντιληπτό και αυτού που μπορεί να νοηθεί, η οποία αξιώνει ότι ενώ οι άνθρωποι μπορούν να διατηρούν διαφορετικές απόψεις, η πραγματικότητα παραμένει δεδομένη. Είναι αυτή την «πραγματικότητα» — την υποτιθέμενα προηγούμενη οποιασδήποτε «άποψης» — που έχω αμφισβητήσει με διάφορους τρόπους. Στα άρθρα για το Les Révoltes logiquesκαι στο Νύχτες Εργασίαςτο έκανα αυτό αποσπώντας από το αρχείο την πραγματικότητα του χειραφετημένου εργαζόμενου η οποία θρυμμάτιζε τα καθιερωμένα πλαίσια της αντίληψης σχετικά με τον εργάτη και τον κοινωνικό αγώνα. Τα άρθρα για τον ρατσισμό αμφισβήτησαν την συναινετική «πραγματικότητα»: «υπάρχει ένα πρόβλημα με τους μετανάστες το όποιο πρέπει να επιλυθεί, είτε βρίσκεται κάποιος στην δεξιά είτε στην αριστερά, επειδή εάν δεν επιλυθεί, τροφοδοτεί τον ρατσισμό». Αλλά εντός αυτής της συγκυρίας, εστίασα κυρίως στην αποδόμηση της «πραγματικότητας» αυτής εντός του πεδίου της επιχειρηματολογίας, φανερώνοντας τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάστηκε και ποιά ήταν η επίδραση που παρήγαγε, κυριολεκτικά την επιβεβαίωση του αντιληπτού ως «μεταναστευτικό πρόβλημα» και της απεικόνισης του μετανάστη ως αναφομοίωτου. Και στις δυο περιπτώσεις, υφίσταται πάντα η ίδια κριτική στις πολιτικές ταυτότητας, αλλά αναλαμβάνει διαφορετικές μορφές.
Υπάρχουν δυο κείμενα από τον Φουκώ που επανεπισκέπτονται το δοκίμιο του Καντ «Τι Είναι ο Διαφωτισμός;», το οποίο είνα επίκαιρο· ο Γερμανός φιλόσοφος το έγραψε για ένα περιοδικό της εποχής του. Ωστόσο, δεν είναι απλά ένας φιλοσοφικός στοχασμός για τα τρέχοντα γεγονότα· δεν ρωτάται για την άποψη του για το ένα ή για το άλλο γεγονός. Ο Καντ εγείρει ένα ερώτημα· θέτει ένα νέο πρόβλημα. Και πρόκειται λιγότερο για ένα ζήτημα επερώτησης προς την λογική  – ή μάλλον προς τον φιλόσοφο, τον λόγιο ή τον ειδικό – ώστε να φωτίσει το παρόν, αλλά μάλλον να περιγράψει, στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό, τι είναι αυτό που συμβαίνει στην σκέψη καθαυτή. Βιώνουμε ένα γεγονός αυτού του είδους που επηρεάζει την λογική μας και τους τρόπους με τους οποίους συλλογιζόμαστε; Σήμερα, μιλάμε για τον «Σκοτεινό Διαφωτισμό». Αρχικά, αυτό μπορεί να φαίνεται ως ένα περιορισμένο φαινόμενο – ίσως εξωτικό και διασκεδαστικό ακόμη – που προκύπτει από μια χούφτα ιδεολόγων στις ερεβώδεις γωνιές του διαδικτύου, αλλά τα ανησυχητικά σημάδια συσσωρεύονται. Είπες πρόσφατα ότι ίσως να βιώνουμε μια επανάσταση από την ανάποδη.
Δεν πρόκειται για «ίσως» αλλά για μια βεβαιότητα. Βιώνουμε μια αντεπανάσταση που ξεκίνησε την εποχή του Ρίγκαν και της Mάργκαρετ Θάτσερ, η οποία είχε λιγότερο ή περισσότερο καθυστερήσει ή απλά καμουφλαριστεί σε κάποιες χώρες από την ύπαρξη κυβερνήσεων που ισχυρίζονταν πως ήσαν σοσιαλιστικές. Η αντεπανάσταση αυτή έχει βαλθεί να αποσυναρμολογήσει συστηματικά όλες τις μορφές κοινωνικής αλληλεγγύης, καθώς και όλες τις παραδόσεις της σκέψης που σχετίζονται με την ισότητα. Αληθεύει όμως ότι έχει πρόσφατα κάνει μια περισσότερο διανοητική και ριζοσπαστική στροφή. Για πολύ καιρό, είχε, με μια έννοια, καλουπωθεί στην λογική της συναίνεσης: την λογική που μας λέει ότι η πραγματικότητα είναι ο νόμος και ότι οι προστακτικές της παγκοσμιοποίησης εξαναγκάζουν τις κοινωνίες μας να εγκαταλείψουν τα κοινωνικά ωφελήματα και τις μορφές αλληλεγγύης που γεννήθηκαν από τους αγώνες του παρελθόντος. Η καπιταλιστική επίθεση αυτοπαρουσιάστηκε ως η απλή αποδοχή της αναγκαιότητας ενώ αξίωνε ακόμη πως καθοδηγείται από την προοδευτική λογική και την δημοκρατία. Θα μπορούσε να σκεφθεί κάποιος ότι απλά εντατικοποιούσε την επιδίωξη του κέρδους σεβόμενη ταυτόχρονα τις τυπικές αξίες των Δυτικών κοινωνιών. Είναι πράγματι αυτή η ψευδαίσθηση που έχει θρυμματιστεί τα πρόσφατα χρόνια. Ο καπιταλισμός δεν ικανοποιείται απλά με την κερδοφορία. Θέλει να κυβερνά άμεσα, να ορίζει τους νόμους ο ίδιος και να καθορίζει τι πρέπει και τι δεν πρέπει να σκέπτονται οι άνθρωποι. Αυτό εξηγεί γιατί απορρίπτει αυξανόμενα τις δυσκολονόητες φιοριτούρες της προόδου και της δημοκρατίας ώστε να αξιώσει μια κοσμοθεώρηση βασισμένη στην παλινδρόμηση στις παραδοσιακές αρχές και αξίες, γεγονός που τελικά μειώνεται στον απλοϊκό νόμο του ισχυροτέρου – στον οποίο αυτομειώνεται η «ελευθερία» που αξιώνει τελικά. Από την ελευθεριακότητα στον «Σκοτεινό Διαφωτισμό» μέσω του επιταχυνσμού (accelerationism), οι θεωρίες που κάποτε φαίνονταν ότι αποτελούσαν προνόμιο λιγότερο ή περισσότερο εκκεντρικών οικονομολόγων ή φιλοσόφων έχουν αναδειχθεί σε κεντρικές στην σκέψη του Κεφαλαίου και των πιο «μοντέρνων» περιθωρίων του. Ενώ η έναρξη της δεύτερης θητείας του Τραμπ, έχει δείξει ότι πίσω από εκείνο που φαίνονταν ως η απλή εξουσιολαγνεία ενός διανοητικά ασθενούς ατόμου έγκειται μια πλήρως δομημένη ιδεολογική επίθεση. Εάν όμως η διανοητική αυτή αντεπανάσταση έχει πάρει το πάνω χέρι, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ίδια μας η λογική έχει βρεθεί αυξανόμενα αντιμέτωπη με το δικό της μερίδιο σκότους και προκαταλήψεων. Στις θεωρίες συνομοσίας του σήμερα, όμοια με την άρνηση του Ολοκαυτώματος του χθες, η λογική έχει εξαναγκαστεί να αναγνωρίσει την καρικατούρα των ίδιων της των προυποθέσεων: την αρχή του επαρκούς λόγου, η οποία οδηγεί στην άρνηση της πίστης στην ύπαρξη ενός φαινομένου εκτός και αν όλες οι συνθήκες που την αιτιολογούν τεκμηριωθούν· την δυσπιστία προς κάθε απόδειξη παρέχουν οι αισθήσεις, και την ιδέα πως η φαινομενικότητα των πραγμάτων είναι έτσι σχεδιασμένη ώστε να συγκαλύπτει την αλήθεια, η οποία παραμένει κρυμμένη πάντα πίσω ή από κάτω (από την φαινομενικότητα). Και δεν πρέπει να λησμονήσω την καταδίκη της Καρτεσιανής λογικής — η οποία καταστρέφει την φύση — υλοποιημένη στο όνομα της υπεράσπισης της ζωής ενάντια στην επικείμενη οικολογική καταστροφή. Ίσως να έχει έλθει ο καιρός για μια φρέσκια εξέταση των μορφών ορθολογικότητας που κυβερνούν τον κόσμο μας και τα μυαλά μας.
Υπάρχει μια κάποια σχολή κριτικής σκέψης που έχει προμηνύσει το τέλος των χειραφετησιακών οικουμενικών αξιών και την ανάγκη της υπέρβασης τους. Θα μπορούσε κάποιος να αναφερθεί στην μια ή στην άλλη θεωρία που διαπερνά διάφορα πεδία  – την φιλοσοφία, τις μεταποικιακές σπουδές, τις σπουδές φύλου, και ούτω καθ΄εξής – αλλά είναι πάνω απ΄όλα ένα κλίμα σκέψης. Όταν ήσουν νέος, υφίστατο εκείνη η ιδέα της επαναστατικής επιστήμης η οποία έπρεπε ννα παρουσιαστεί στους εργαζόμενους έτσι ώστε να μπορέσουν να ξεσηκωθούν· σήμερα, η «σωστή θεωρία» έχει αναλάβει μια διαφορετική μορφή: τον συστηματικό σκεπτικισμό προς τις οικουμενικές αξίες ως εργαλείων καθυπόταξης. Με την έννοια αυτή, παραμένεις παραδοσιακός· επιμένεις να θέτεις, ξανά και ξανά, το ερώτημα της ελευθερίας και της ισότητας… ακόμη κι αν πρόκειται για ένα στοίχημα που θα μπορούσε να χαθεί.
Tο ερώτημα στο σύνολο του αφορά το τι εννοούμε με το «οικουμενικό». Η προοδευτική παράδοση εξίσωνε το οικουμενικό με τους επιστημονικούς νόμους, τα κριτήρια σκέψης και συμπεριφοράς, και τις μορφές οργάνωσης που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσαν την κόρυφωση της μακράς πορείας της ανθρωπότητας. Αντιπαρέβαλλε το οικουμενικό αυτό με κάποιο ειδικό που το εξίσωνε με τα απομεινάρια ενός παρελθόντος συγκεκριμένου ως προς τους πληθυσμούς ή τις κοινωνικές ομάδες που είχαν μείνει πίσω αναφορικά με την πρόοδο και την επιστήμη. Αυτός ο «οικουμενισμός» ήταν για την ακρίβεια μέρος της ιεραρχικής παράδοσης που διαιρούσε την ανθρωπότητα σε δυο: «ενεργούς» ανθρώπους και «παθητικούς» ανθρώπους. Εν ολίγοις, το οικουμενικό αποτελούσε πρόνομιο των ελίτ, ενώ το ειδικό αφορούσε το σύνολο των φτωχών, των γυναικών και των οπισθοδρομικών. Η μορφή αυτή οικουμενισμού τροφοδότησε κάθε είδους αντιδραστικών εγχειρημάτων, όπως την αποικιοκρατία, αλλά επηρέασε επίσης και τα σοσιαλιστικά και επαναστατικά κινήματα που επιδίωξαν να υποβάλλουν τις μάζες — οι οποίες ήταν ανίκανες να ανέλθουν στο ύψος του γενικού οράματος της ιστορικής διαδικασίας — στην εξουσία ης επιστημονικής πρωτοπορίας. Συμμετείχα πράγματι, κατά την Αλτουσεριανή περίοδο, σε αυτό το επιστημονικιστικό όραμα του πρωτοποριακού οικουμενισμού. Αλλά η δουλειά μου στην εργατική χειραφέτηση με έχει οδηγήσει σε μια εντελώς διαφορετική κατανόηση των πραγμάτων: ο οικουμενισμός δεν είναι δεδομένος. Δεν πρόκειται για έναν γενικό κανόνα που εφαρμόζεται σε άτομα ώστε να μετρηθεί η πρόοδος τους στην κλίκαμα του πολιτισμού. Πρόκειται πάντα για μια εξατομικευτική διαδικασία. Ο πολιτικός οικουμενισμός είναι ένα κίνημα προς την οικουμενοποίηση. Είναι το κίνημα εκείνων που απελευθερώνονται από την κατάσταση στην οποία έχουν περιοριστεί ακριβώς ως μια κοινωνική, εθνοτική, σεξουαλική, ή άλλη ομάδα που έχει καταδικαστεί στην θεματική ειδικότητα. Αυτό υπήρξε το κίνημα των εργατών, των γυναικών, των Μαύρων ανθρώπων και άλλων «εξατομικευμένων» ομάδων που διεκδικούν την πλήρη συμμετοχή τους στην κοινωνία, ως ικανών να ασκήσουν επίσης, τα «δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη» και της επ’ άπειρον διεύρυνσης του νοήματος και του εύρους των δικαιωμάτων αυτών. Αυτό είναι που έχω επιδιώξει να εννοιολογήσω στην ιδέα μου της πολιτικής υποκειμενοποίησης. Η έννοια αυτή συνδέει τα αιτήματα κάποιας συγκεκριμένης καταπιεσμένης ομάδας με την αξίωση των δικαιωμάτων των αμέτρητων γενικά, την αξίωση των δικαιωμάτων εκείνων που στερούνται μεριδίου. Το πολιτικό αυτό οικουμενικό είναι έτσι ένα πολεμικό οικουμενικό που αναιρεί τον εδραιωμένο διαχωρισμό μεταξύ ανθρώπων ικανών για το οικουμενικό και εκείνων που έχουν καταχωρηθεί στο ειδικό. Πρόκειται για ένα οικουμενικό που τίθεται εναντίον ενός άλλου: ένα κατασκευασμένο οικουμενικό εναντίον ενός οικουμενικού που απλά υπομένεται. Μου φαίνεται λοιπόν ότι παραμένουμε, πραγματικά, παγιδευμένοι εντός μιας ουσιοκρατικής κατανόησης του οικουμενικού όταν ισχυριζόμαστε το τέλος των οικουμενικών και την ανάγκη αντικατάστασης των οικουμενικών προθέσεων κινημάτων του χθες με ένα σύνολο κινημάτων και αιτημάτων από συγκεκριμένες ομάδες. Κατά αυτόν τον τρόπο, χάνουμε την θέα του νοήματος της πολιτικής υποκειμενοποίησης. Και τείνουμε προς την μεταμόρφωση του πολιτικού αγώνα σε σύγκρουση πολιτισμών, με κάθε έναν από αυτούς τους πολιτισμούς να αξιώνει την αποκλειστικότητα της ταυτότητας του. Ο πυρήνας του προβλήματος έγκειται στο ότι η ισότητα – όμοια με την ελευθερία – δεν είναι μια σχέση μεταξύ καθορισμένων ταυτοτήτων. Είναι ένας τρόπος σκέψης και πράξης που απορρίπτει εξίσου την εμμονή με την ταυτότητα και την ιεραρχία των ταυτοτήτων.
Αναφέρθηκες στην προοδευτική παράδοση και σ’ εκείνη του οικουμενισμού που διαίρεσε την ανθρωπότητα στα δυο. Σαφώς, η αποαποικιοκρατική σκέψη εναντιώνεται σε αυτόν ακριβώς τον οικουμενισμό. Αλλά από τις αρχές του δεκάτου ενάτου αιώνα ήδη, μια άλλη μορφή οικουμενισμού αναδύθηκε: εκείνη του εξεγερσιακού οικουμενισμού ενός χαρακτήρα όπως ο Μπλανκί, ο οποίος δεν πίστευε στην πρόοδο· επίσης ο οικουμενισμός των επαναστατών στην Αϊτή οι οποίοι ανέλαβαν την δαύλο της Γαλλικής Επανάστασης… Δεν πρόκειται βέβαια για μια περίπτωση του αποικιακού οικουμενισμού από την μια πλευρά και μοναδικοτήτων από την άλλη, αλλά μάλλον αυτού που έχεις χαρακτηρίσει ως μια σύγκρουση στον τρόπο της «δημιουργίας-κόσμων», ενός οικουμενισμού εναντίον ενός άλλου. Η ερώτηση μου στο σημείο αυτό έχει δυο πτυχές. Γιατί και πως η σύγκρουση αυτή, κατά την άποψη σου, διαφέρει από την έννοια του πολέμου; Και ταυτόχρονα, τι είναι αυτή η βεβαιότητα της συλλογικής ικανότητας πως μπορεί να δημιουργήσει έναν άλλο κόσμο; Η οργή που συνοδεύεται από την ανισχυρότητα – και κατά συνέπεια την δυσαρέσκεια – δεν αποτελεί ένα αντικειμενικό αποτέλεσμα της κατάστασης. Τι συνέβει;
Δεν νομίζω ότι το πρόβλημα έγκειται στην αντιδιαστολή ενός «καλού» οικουμενισμού ενάντια σε έναν «κακό». Μπορεί πάντα κάποιος να αξιώσει αυτό τον «άλλο οικουμενισμό» αφαιρετικά. Αλλά στην πολιτική, το διακύβευμα αφορά μια διαδικασία οικουμενοποίησης ενάντα σε έναν οικουμενισμό που εικάζεται ως δεδομένος αν και δεν, για την ακρίβεια, διευκρινίζεται ποτέ ποιόν αφορά. Αυτό απαιτεί μια διαδικασία υποκειμενοποίησης εκ μέρους εκείνων που στερούνται μεριδίου, με άλλα λόγια, την αξίωση της δυνατότητας για οικουμενοποίηση. Αυτό είναι το διακύβευμα στο παράδειγμα της Αϊτινής Επανάστασης. Οι Γάλλοι επαναστάτες μπορεί κάλλιστα να ήταν πεπεισμένοι ότι οι Αϊτινοί, όπως όλα τα ανθρώπινα όντα, ήσαν γεννημένοι ελεύθεροι και ισότιμοι ως προς τα δικαιώματα τους, αλλά δεν κατέληξαν στο συμπέρασμα πως οι Αϊτινοί είχαν, εδώ και τώρα, την δυνατότητα να ασκήσουν τα δικαιώματα αυτά ως ένας ελεύθερος λαός ικανός να αυτοκυβερνηθεί. Οι Αϊτινοί επαναστάτες όφειλαν να το αποδείξουν. Έπρεπε να πάρουν τα όπλα για να το καταφέρουν αυτό. Αλλά υπάρχουν πολλά είδη πολέμου. Ο πόλεμος που διεξήγαγαν ήταν μοναδικός· ήταν ένας πόλεμος με πολιτική διάσταση, μιας και η σύγκρουση επικεντρώθηκε στην κατάφαση αυτού που οι αντιμαχόμενοι και των δυο πλευρών είχαν κοινό, με άλλα λόγια ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα, και έτσι την δυνατότητα να τα θέσουν σε εφαρμογή. Στους πολέμους της αποαποικιοκρατίας, η πολιτική αυτή διάσταση ήταν διαρκώς αλληλένδετη με την απλή πολεμοχαρή ετερότητας που απαιτούσε την αποβολή του ξένου εισβολέα.
Αυτή είναι η αντίθεση μεταξύ του «ίδιου» και του «άλλου» που έχει υπαναχωρήσει από τον ορίζοντα μας, όπου κάθε ετερότητα εικάζεται ως πραγματική (σύγκρουση των πολιτισμών και τα συναφή). Αυτό που έχει αναδυθεί ταυτόχρονα είναι η εμπιστοσύνη στην ικανότητα των ίσων, όταν είναι ενωμένοι, να δομήσουν έναν άλλο κοινό κόσμο. Η συναινετική τάξη — δηλαδή, η παγκόσμια τάξη που έχει κατασκευαστεί από τον καπιταλισμό που έχει γίνει απολυταρχικός πια – έχει, προς το παρόν, επιτύχει να επιβάλλει την συντριπτική της ισχύ και κατά συνέπεια να χειραγωγεί όλα τα αρνητικά συναισθήματα που σχετίζονται με την αίσθηση της ανισχυρότητας που συζητούσαμε νωρίτερα: τον φόβο, την ντροπή, και την δυσαρέσκεια. Υπάρχουν διάφοροι τρόπο αναπλήρωσης της ανισχυρότητας αυτής: υπάρχει η αντιδραστική εκδοχή, η οποία κατευθύνει την δυσαρέσκεια εναντίον εκείνων που θεωρούνται υπεύθυνοι για την πάθηση μας – τον ξένο, τον μετανάστη, και ούτω καθ΄εξής. Αλλά υπάρχει επίσης, μεταξύ εκείνων που επιθυμούν να αντισταθούν στην ισχύ του Κεφαλαίου και των κρατικών λειτουργών του, μια τάση περιορισμού του εύρους της ισχύος των ίσων, με την μετάθεση της καταφατικής πτυχής της στο φόντο, και της μέτρησης της αποκλειστικά με τα σποραδικά χτυπήματα που καταφέρονται στα σύμβολα της ισχύος του εχθρού.
Η αντεπανάσταση ξεκίνησε με την TINA («There Is No Alternative/Δεν Υπάρχει Εναλλακτική») συναίνεση ενώ τώρα παίρνει μια διαφορετική στροφή. Είπες νωρίτερα ότι ο καπιταλισμός δεν ικανοποιείται πια με την κερδοφορία· θέλει να κυβερνά άμεσα – «Τα κέρδη δεν τους αρκούν. Θέλουν την απόλυτη κυριαρχία επί των μυαλών και των σωμάτων». Στα γραπτά σου για τον Μάη του ’68, υποστηρίζεις ότι το γεγονός αυτό χαρακτήρισε μια ρήξη – ή μάλλον το τέλος – της σύγχυσης μεταξύ της σύγκρουσης κόσμων και της σύγκρουσης των κοινωνικών δυνάμεων. Μέχρι τότε, κάθε φορά που οι άνθρωποι δημιουργούσαν ένα διαφορετικό είδος κόσμου, τότε ήταν επίσης όταν υποχρέωναν την μηχανή σε παύση καταφέρνοντας ένα χτύπημα στον αντίπαλο. Σήμερα ακόμη και ενόσω η περιβαλλοντική καταστροφή διευρύνεται και τα περιβάλλοντα στα οποία ζούμε φαίνονται αυξανόμενα αβίωτα, δεν υπάρχει μια περίπτωση επιστροφής σε εκείνη την σύγχυση, στον πειραματισμό με νέες μορφές εντός της; Αντί να είναι μια στιγμή αποσαφήνισης, δεν θα μπορούσε ο Μάης του ’68 να αποτελεί την έναρξη ενός νέου είδους σύγχυσης, κατά κάποιον τρόπο;
Η αντίθεση αυτή δεν ξεκίνησε με τον Μάη του 1968. Και οι δυο πτυχές έχουν υπάρξει πάντα παρούσες, κάποιες φορές αλληλένδετες και κάποιες άλλες διακριτές,  ενώ κάποιες άλλες ανταγωνιστικές. Στον 19ο αιώνα, τον οποίο έχω μελετήσει, υπήρχε η ιδέα των εργατικών ενώσεων στην καρδιά ενός αδελφικού κόσμου, και τότε συνέβησαν οι εξεγερσιακοί εργατικοί ξεσηκωμοί (1848, 1871) οι οποίοι ήταν αντιδράσεις στις κρατικές προκλήσεις. Και οι δυο προέκυψαν από το ίδιο θεμελιακό όραμα της αντίθεσης μεταξύ δυο κόσμων, αλλά θα μπορούσαν επίσης να αποτελέσουν αιτίες για την σύγκρουση δυνάμεων. Σύμφωνα με την άποψη του Μαρξ, η Παρισινή Κομμούνα ήταν εξίσου ο παραδειγματικός πυρήνας ενός κόσμου που έρχεται και μιας ισχύος που αδυνατούσε να παρέχει στον εαυτό της όλα τα απαραίτητα μέσα για την νίκη. Μετά από αυτό, σαφώς, υπήρξε η εμπειρία της Ρωσικής Επανάστασης, η οποία επιδίωξε να συμφιλιώσει τα δυο αλλά κατέληξε να δίνει προτεραιότητα στην ισορροπία δυνάμεων, η οποία τελικά λειτούργησε ως αποκλειστικό πλεονέκτημα της κρατικής εξουσίας. Η περίοδος του μαχητικού ακτιβισμού που συμβολίζει ο Μάης του ’68 ήταν εφικτή επειδή το αρνητικό δίδαγμα που παρείχε ο εκφυλισμός του Σοβιετικού κράτους απαντήθηκε από την μεγαλοπρεπή αυταπάτη που περιέβαλλε την Πολιτισμική Επανάσταση, όπως ερμηνεύθηκε από το αναρχικό πρίσμα. Η ενθάρρυνση που δόθηκε στην μαζική απειθαρχία, και οι πομπώδεις Μαοϊκές διακηρύξεις για την ενότητα της διανοητικής και της χειρωνακτικής εργασίας, δημιούργησαν την ψευδαίσθηση ότι ένας απτός κομμουνιστικός κόσμος υπήρχε ξανά, και ότι ο κόσμος αυτός διαμορφώνονταν ακριβώς στην αντίθεση του προς την κρατική εξουσία. Ήταν στο φόντο εκείνο που το κίνημα του 1968 και η ειδική του «σύγχυση» αναπτύχθηκαν: η πεποίθηση πως η μαζική παρουσία στους δρόμους και στα κατειλημμένα πανεπιστήμια των ανθρώπων του μέλλοντος αποτελούσε ήδη την αποσύνθεση, εν εξελίξει, των εξουσιών του Κράτους και του Κεφαλαίου.
Το διαπιστώσαμε αυτό ξανά με τα κινήματα των «πλατειών» την δεκαετία του 2010 ή το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων στην Γαλλία: υπήρχε ένας άλλος κόσμος στους δρόμους ο οποίος αυτοπαρουσιάστηκε ως η ζώσα άρνηση του κόσμου της κυριαρχίας, ενώπιον του οποίου η κυριαρχία φαίνονταν πως έμελλε να αφανιστεί. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι συμμετέχοντες στα κινήματα αυτά είχαν κάνει την «λάθος επιλογή» παραμελώντας την σύγκρουση των δυνάμεων ευνοώντας την σύγκρουση των κόσμων μόνο. Δεν πρόκειται για ζήτημα επιλογής μόνο. Αν η πτυχή της «σύγκρουσης των κόσμων» φάνηκε πως επικρατεί, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το παλιό υλικό και η διανοητική δόμηση της σύγκρουσης γύρω από τον αγώνα των εργαζομένων ενάντια στο Κεφάλαιο είχε απωλέσει εξίσου την ισχύ της και την θεωρητική της διαύγεια μετά την καπιταλιστική επίθεση που διέλυσε τα εργοστάσια, τις εργατικές κολλεκτίβες και το πλέγμα της κοινωνικής αλληλεγγύης στο σύνολο του όπως είχε χτιστεί γύρω τους στις χώρες μας. Ενώ κατά την διάρκεια της ίδιας περιόδου, η οριστική κατάρρευση της ΕΣΣΔ και η εξαφάνιση του Κινεζικού αντι-προτύπου απομάκρυνε οποιαδήποτε προοπτική ενός παγκόσμιας κλίμακας αγώνα ενάντια στον ορίζοντα του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου. Εκείνο που συνέβει τότε ήταν αυτό που ανέλυσα αναφορικά προς την έννοια της κατάληψης: αυτό που είχε υπάρξει ως όπλο μπλοκαρίσματος της καπιταλιστικής μηχανής στην καρδιά της ακριβώς – το εργοστάσιο – εξελίχθηκε, στους δρόμους, σε μια μορφή απόσχισης από τα κέντρα εξουσίας, ακόμη και εάν αυτό σήμαινε ότι, από καιρό προς καιρού, κάποιοι επιχείρησαν να εξαπολύσουν βίαια εγχειρήματα από τις κατειλημμένες πλατείες που δεν είχαν καμία οργανική σχέση με τις μορφές του συλλογικού αυτο-καθορισμού όπως εκφράζονταν εκεί. Είναι γεγονός πάντως ότι οι δυο αυτές μορφές σύγκρουσης είναι πια σε μεγάλο βαθμό αποσυνδεδεμένες, αλλά δυστυχώς αυτό δεν αποτελεί απλά ένα ζήτημα αναπροσαρμογής της στρατηγικής. Παρουσιάζει μια δυο πτυχών πρόκληση: εκείνη του εντοπισμού, στο σήμερα, του σημείου όπου ο εχθρός μπορεί να βληθεί υλικά, και εκείνη της απόδοσης ουσίας στον εναλλακτικό κόσμο που τα δημοκρατικά κινήματα εξίσου διαμορφώνουν και αξιώνουν.
Λες σε ένα από τα γραπτά σου ότι, στην πράξη, το ’68 ήλθε σε ρήξη με ένα επαναστατικό παράδειγμα – εκείνο της επαναστατικής δράσης την οποία αναλάμβανε μια τάξη και η πρωτοπορία της. Αλλά ταυτόχρονα, λες ότι η Άνοιξη του ’68 δεν διέθετε μια θεωρία που θα υποστήλωνε την πρακτική της. Το κίνημα σε μεγάλο βαθμό συνέχισε να κατανοεί τον εαυτό του εντός αυτού του παραδείγματος. Παραμένει η επανάσταση νοητή σήμερα; Πως σχετίζεται αυτό με την τρέχουσα αντεπανάσταση;
Μου φαίνεται ότι η απάντηση – ή μάλλον η έλλειψη μιας απάντησης – προκύπτει από όσα έχω πει νωρίτερα. Για την ακρίβεια, η Άνοιξη του ’68 απέτυχε να εννοιολογήσει την καινοτομία της ίδιας της πρακτικής της. Η πρακτική αυτή αμφισβητούσε, στο έδαφος, το Μαρξιστικό όραμα της επανάστασης ως την κατάληψη της εξουσίας βασισμένη στην συλλογική ισχύ της εργατικής τάξης. Παρ’ όλα αυτά, το κίνημα σνέχισε να κατανοεί τον εαυτό του εντός του πλαισίου αυτού του οράματος. Αυτό που ακολούθησε, δυστυχώς, εξυπηρέτησε μόνο στο να τονιστεί αυτός ο αναχρονισμός ακόμη περισσότερο, καθώς ο καπιταλισμός κατάφερε να αποσυναρμολογήσει, σχεδόν χωρίς αντίσταση, εκείνη την συλλογική ισχύ της εργατικής τάξης που φαίνονταν ακόμη τόσο αξιοθαύμαστη το 1968· μειώνοντας τον κομμουνισμό – ο οποίος αυτοπαρουσιάζονταν ως η αντικειμενική κίνηση της ίδιας της πραγματικότητας – στο status μιας θεωρίας για διανοούμενους· και την ιδιοποίηση της Μαρξιστικής έννοιας της «ιστορικής αναγκαιότητας» για τον εαυτό του. Η ιδέα της επανάστασης ως η άρθρωση μεταξύ μιας κοινωνικής δύναμης, ενός τρόπου πολιτικής δράσης και ενός προγράμματος για έναν νέο κόσμο υποστηριζόμενη από ένα όραμα για την ιστορία δεν έχει αντικατασταθεί από οτιδήποτε άλλο, παρ’ όλες τις προσπάθειες: τον γνωσιοθεωρητικό κομμουνισμό του Νέγκρι, τις αλληλουχίες ισοτιμιών των Λακλάου και Μουφέ, την ιδέα του κομμουνισμού του Μπαντιού ως ενός «προσανατολισμού», των «Soulèvements de la terre/Ξεσηκωμοί της Γης», και ούτω καθ’ εξής. Οι πρακτικές που αποσκοπούσαν στην κατάφαση της δυνατότητας των ίσων έχουν ως τώρα αποτύχει να δημιουργήσουν οποιαδήποτε αναπλήρωση του κλασικού προτύπου της επαναστατικής κατάληψης της εξουσίας. Το ερώτημα που αφορά το αν η επανάσταση μπορεί να γίνει σήμερα νοητή εξαναγκάζει καθαυτό δυο διακριτές απαντήσεις. Από την μια πλευρά, τα στοιχεία της Μαρξιστικής έννοιας της επανάστασης έχουν πια αποσυσχετιστεί εξίσου στην θεωρητική σκέψη και στην πραγματικότητα των αγώνων. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η υπάρχουσα καπιταλιστική και κρατικά βασισμένη τάξη αποτελεί την τελευταία λέξη στην ανθρώπινη ιστορία. Μόνο και μόνο επειδή κάτι δεν έχει ακόμη νοηθεί δεν το καθιστά και αδιανόητο. Κανείς δεν μπορεί να καθορίσει τα όρια της ισχύος του εξισωτικού αυτο-καθορισμού. Και ενώ ο καπιταλισμός μπορεί να ορίζει το διακύβευμα σήμερα, δεν γνωρίζει ούτε και αυτός προς τα που οδεύει.
[1]Πρόκειται να εκδοθεί το 2027.
[2]Tο κείμενο αυτό είναι πρόσφατο· παραδόθηκε κατά την διάρκεια ενός σεμιναρίου με τίτλο «Gabriel Gauny: Utopia at Work/Η Ουτοπία στην Πράξη” στο Saint-Denis Media Centre τον Απρίλιο του 2024.
Jacques Rancière: “We are living through a counter-revolution” | Autonomies

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...