Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα έφερε ξανά στο προσκήνιο τη συζήτηση για την αμυντική συνεργασία Ελλάδας και ΗΠΑ, αλλά ταυτόχρονα άνοιξε έναν νέο γύρο πολιτικής αντιπαράθεσης για το ποιος μπορεί πραγματικά να πιστωθεί τις σημαντικότερες συμφωνίες των τελευταίων ετών.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το πρόγραμμα αναβάθμισης των ελληνικών F-16 στην έκδοση Viper, αλλά και η υπόθεση των F-35 και η απομάκρυνση της Τουρκίας από το αμερικανικό πρόγραμμα των μαχητικών. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχειρεί να παρουσιάσει τη σημερινή αμυντική σχέση με την Ουάσιγκτον ως αποτέλεσμα της δικής της στρατηγικής, όμως από την πλευρά του Αλέξη Τσίπρα υπενθυμίζεται ότι αρκετές από τις κρίσιμες αποφάσεις είχαν ληφθεί και δρομολογηθεί ήδη από την προηγούμενη κυβέρνηση.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αναβάθμιση των F-16. Η συμφωνία για το πρόγραμμα Viper δεν αποτελεί πρόσφατη κυβερνητική επιτυχία, αλλά είχε προετοιμαστεί και υπογραφεί επί κυβέρνησης Τσίπρα, το 2018, μετά και την επίσκεψη του τότε πρωθυπουργού στην Ουάσιγκτον το 2017. Μάλιστα, ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε αναγνωρίσει δημόσια το 2023 ότι η σύμβαση για την αναβάθμιση των ελληνικών μαχητικών είχε υπογραφεί από την προηγούμενη κυβέρνηση.
Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η σημερινή κυβέρνηση επιχειρεί να οικοδομήσει την εικόνα ότι η ενίσχυση των ελληνοαμερικανικών αμυντικών σχέσεων ξεκίνησε ουσιαστικά μετά το 2019. Η πλευρά Τσίπρα, αντίθετα, υποστηρίζει ότι πρόκειται για μια επιλεκτική ανάγνωση της πραγματικότητας, η οποία αποσιωπά αποφάσεις που είχαν ήδη ληφθεί και είχαν βάλει τις βάσεις για τη σημερινή στρατιωτική συνεργασία Ελλάδας και ΗΠΑ.
Ανάλογη είναι η συζήτηση και για τα F-35. Η Τουρκία απομακρύνθηκε από το πρόγραμμα μετά την απόκτηση των ρωσικών S-400, με την Ουάσιγκτον να προχωρά στην αποπομπή της από το πρόγραμμα το 2019. Από την πλευρά που πρόσκειται στον Αλέξη Τσίπρα επισημαίνεται ότι η Αθήνα είχε ήδη κινηθεί από νωρίς προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της στρατηγικής σχέσης με τις ΗΠΑ και ότι η ελληνική διπλωματία, μαζί με φορείς της ελληνικής ομογένειας, είχε ασκήσει πιέσεις στην Ουάσιγκτον για την αναβάθμιση του ρόλου της Ελλάδας.
Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν συνδέεται με τον East Med Act, τη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ και την αμερικανική πολιτική απέναντι στην Τουρκία. Πρόκειται για εξελίξεις που δεν εμφανίστηκαν από το πουθενά μετά την αλλαγή κυβέρνησης το 2019, αλλά αποτέλεσαν συνέχεια μιας ευρύτερης γεωπολιτικής στρατηγικής που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται τα προηγούμενα χρόνια.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη προβάλλει σήμερα την ενίσχυση των δεσμών με τις Ηνωμένες Πολιτείες ως βασικό επίτευγμα της δικής της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Ωστόσο, η πλευρά Τσίπρα απαντά ότι η εικόνα αυτή αφήνει εκτός κρίσιμα κομμάτια της προηγούμενης περιόδου και, κυρίως, αποφάσεις που είχαν ήδη δημιουργήσει το πλαίσιο πάνω στο οποίο κινείται σήμερα η χώρα.
Το ζήτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο τα F-16 ή τα F-35. Αφορά και την πολιτική «πατρότητα» μιας στρατηγικής επιλογής που εκτείνεται σε βάθος χρόνου. Και εδώ η σύγκριση των ημερομηνιών είναι αποκαλυπτική: η αναβάθμιση των F-16 είχε συμφωνηθεί επί κυβέρνησης Τσίπρα, ενώ η σημερινή κυβέρνηση παρέλαβε ένα σημαντικό μέρος αυτής της στρατηγικής και το συνέχισε.
Από αυτή την οπτική, η κριτική της πλευράς Τσίπρα είναι ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανίσει ως αποκλειστικό δικό της επίτευγμα μια διαδικασία που αποτελεί προϊόν διαδοχικών κυβερνητικών επιλογών. Η στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ, υποστηρίζεται, δεν ξεκίνησε το 2019, αλλά είχε ήδη λάβει συγκεκριμένη μορφή τα προηγούμενα χρόνια, με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να έχει λάβει αποφάσεις που εξακολουθούν να επηρεάζουν την αμυντική πολιτική της χώρας.
Η αντιπαράθεση, συνεπώς, δεν είναι απλώς μια διαμάχη για το ποιος υπέγραψε ποια συμφωνία. Είναι μια σύγκρουση για το ποιος διαμόρφωσε την κατεύθυνση της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής και ποιος σήμερα επιχειρεί να παρουσιάσει αυτή την πορεία ως αποκλειστικά δικό του έργο. Και σε αυτό το επίπεδο, η χρονολογία των συμφωνιών αφήνει ελάχιστα περιθώρια για πολιτική «επαναχάραξη» της ιστορίας.
Διαβάστε περισσότερα
