Την Παρασκευή 15/5/2026, στην κατάμεστη μεγάλη αίθουσα του κρατικού Μεγάρου Μουσικής, η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον Ντάνιελ Ράισκιν έδωσε μια καταφανώς άνιση συναυλία. Σολίστες στη συναυλία ήσαν ο διάσημος Λετονός βιολιστής Γκίντον Κρέμερ και, δίπλα του, η Λιθουανή τσελίστρια Γκιντρέ Ντιρβαναουσκάιτε.
Η βραδιά ξεκίνησε με τη σύνθεση «Variation 21 για ορχήστρα» (2022), παραγγελία στη συνθέτρια Κωνσταντία Γουρζή από τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βαμβέργης. Κατά την 64χρονη συνθέτρια ήταν «μια μελέτη πάνω στη μνήμη και τη μεταμόρφωση». Αυτό που ακούσαμε ήταν ένα σύντομο κομμάτι αποτελούμενο από εναλλαγές ανάμεσα σε εκτενείς, «βαρβαρικά» θορυβώδεις, χορευτικά ρυθμικές επελάσεις της τεράστιας ορχήστρας όπου δέσποζαν τα κρουστά, και αιθέριες ενδιάμεσες στάσεις. Το ρυθμικό στοιχείο ανέδιδε μακρόθεν διασυνδέσεις προς το ελληνικό φολκλόρ.
Ακολούθησε αμέσως το «Διπλό κοντσέρτο για βιολί, βιολοντσέλο και ορχήστρα» του Φίλιπ Γκλας, ο οποίος φέτος έγινε 90 ετών. Το κοντσέρτο συνέθεσε ο Αμερικανός μινιμαλιστής προ δεκαπενταετίας ανταποκρινόμενος σε παραγγελία από το Θέατρο Χορού της Ολλανδίας για το χορόδραμα «Κύκνειο άσμα» των Σολ Λεόν και Πολ Λάιτφουτ. Κάθε μέρος του συγκεκριμένου έργου εκκινεί με ένα εκτενές, χαμηλόφωνο, σχεδόν κατατονικό σόλο ντουέτο των δύο οργάνων που -αναπόδραστα ή σκόπιμα(;)- φέρνουν στον νου τη μελωμένη συμπορεία των δύο οργάνων στο διάσημο «Διπλό κοντσέρτο για βιολί και βιολοντσέλο» του Μπραμς.
Η συνέχεια, βέβαια, είναι καθαρός Γκλας της εποχής, που θύμιζε μακρόθεν τις δομές της γραφής για την όπερα «Ακνάτεν» (1984): εμμονικά, επαναληπτικά κύτταρα φραστικής, πολύ αργή πρόοδος της μελωδικής φραστικής, συνειδητά και σκόπιμα στοιχειώδης αρμονική απλότητα, μακρόσυρτα σχήματα κλιμάκωσης/αποκλιμάκωσης, στρατηγικές επιτηδευμένης αποδιάρθρωσης/ανα-συγκρότησης του ρυθμού… Ως γνωστόν για να λειτουργήσει αυτό το εφέ -και γενικότερα ο μινιμαλισμός ως απάντηση στην ποικιλότροπη εξάντληση και τα επικοινωνιακά αδιέξοδα του μοντερνισμού- απαιτείται αφ’ ενός ακραία φραστική/ρυθμική ακρίβεια και καθαρότητα, αφ’ ετέρου ευγένεια έκφρασης που να αναδεικνύει το απομονωμένο υπόστρωμα καθαρού συναισθήματος· για όποιον το αντέχει, για όποιον αρκείται σε αυτό…
Δυστυχώς ο σήμερα 79χρονος Κρέμερ φάνηκε να έχει απομείνει μια χλoμήσκιά του άλλοτε κραταιού εαυτού του: με ήχο ξέπνοο και αδύναμο, τονικά ασταθή και αβέβαιο, άνευρο, δημιουργούσε συνεχώς την αίσθηση ότι έψαχνε τον προσανατολισμό του υπό το γεμάτο έγνοια βλέμμα της συνοδοιπόρου του, τσελίστριας Γκιντρέ Ντιρβαναουσκάιτε. Ετερο μείζον πρόβλημα υπήρξε η διεύθυνση της μινιμαλιστικής μουσικής του Γκλας από τον Ρωσο-ολλανδό αρχιμουσικό Ντάνιελ Ράισκιν· ίσως, όμως, να έφταιγε εν μέρει και η ανταπόκριση της ΚΟΑ. Η εκτέλεση ήχησε γενικά αμήχανα πεζή, αμέτοχη και βαρετή, προδίδοντας κυρίως εκείνη την απουσία ανταπόκρισης στην υπολογισμένα καλοζυγιασμένη υπογράμμιση του ρυθμού. Συνεπώς το συνολικό αποτέλεσμα ήταν μάλλον αδιάφορο. Ωστόσο, ανταποκρινόμενοι στο χειροκρότημα του ακροατηρίου οι δύο σολίστες έπαιξαν ένα μικρό, σύντομο, ασφυκτικά μινιμαλιστικό -για την ακρίβεια ακραία «σπαραγματικό»- κομμάτι του Γεωργιανού Γκίγια Καντσέλι.
Το δεύτερο μισό της βραδιάς κάλυψε η «Συμφωνία αρ.7» (1885), μια από τις πιο λυρικές, μεστά μελωδικές συνθέσεις του Αντονίν Ντβόρζακ. Πρόκειται για ένα έργο σαφώς «εύκολο», δηλαδή άμεσα προσβάσιμο, απερίφραστα ευχάριστο, καθαρόαιμα εθνικοσχολικού στίγματος, διατυπωμένο με ευανάγνωστη, τυπική για τον συνθέτη μουσικοδραματική στρατηγική.
Η Συμφωνία του Τσέχου δημιουργού αποδόθηκε μεν με τη δέουσα, μονοδιάστατα χαρούμενη εξωστρέφεια, ωστόσο η έλλειψη επαρκούς επεξεργασίας του συμφωνικού ήχου είχε ως καρπό μια εκτέλεση στην οποία δέσποζε δυσάρεστη τραχύτητα, αναδίδοντας μια ξένη στο έργο και στον συνθέτη αίσθηση άγχους και αγωνίας… Με εξαίρεση τα χαμηλόφωνα εδάφια της μουσικής όπου η γραφή υποστήριζε αυτόματα τις μεταπτώσεις, οι ακατέργαστες, αδιάλειπτα αχαλίνωτες δυναμικές σε έγχορδα και πνευστά είχαν ως αποτέλεσμα ένα μονοδιάστατα θορυβώδες ακρόαμα στο οποίο τα χάλκινα πνευστά συχνά και συνήθως κατέπνιγαν τον ήχο των εγχόρδων, ακυρώνοντας τη αφηγηματική διαλεκτική της μουσικής.
Επίσης κρίσιμες αρθρώσεις της μουσικοδραματικής αφήγησης χάθηκαν ή προσπεράστηκαν αδιάφορα κυρίως εξ αιτίας του ανεπαρκώς σφιχτού συντονισμού και φινιρίσματος της φραστικής. Παρ’ όλα ταύτα στο «Poco adagio» απολαύσαμε το ηδύφωνο παίξιμο της ομάδας των βιολοντσέλων, ενώ καλά ήχησαν και οι μεμονωμένες συνεισφορές ξύλινων και χάλκινων πνευστών. Μια χαμένη ευκαιρία για ένα ωραίο, ξένοιαστα ευφρόσυνο έργο….
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
