Τελευταία νέα
Ναυάγιο πορθμείου στην Ινδονησία: Στους 66 οι νεκροί – Συνεχίζονται οι έρευνες για 69 αγνοουμένους [βίντεο] Αλέξης Τσίπρας: Στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο με προτάσεις για χρέη, ενέργεια και ενοίκια Σπάνια… γαία πυρί μιχθήτω! Η συντριβή του ταλέντου Ενα σποτάκι φανταστικό… ΠΑΣΟΚ: «Πρέσινγκ» στην κυβέρνηση για την καθημερινότητα – Μέτωπο και με την Ε.Λ.ΑΣ. του Τσίπρα Νέα Ιωνία: Βίντεο ντοκουμέντο από τη φωτιά στην πολυκατοικία – «Άκουσα τρεις εκρήξεις», λέει ένοικος Υπουργικό με ανακοινώσεις για το diesel-Στάση αναμονής για το πετρέλαιο θέρμανσης Γάλα και κρέας στο ηλεκτρονικό «μικροσκόπιο» της ΑΑΔΕ – Στόχος να μπει φρένο στις ελληνοποιήσεις «Κλειδώνουν» τα μέτρα για τα καύσιμα: Η επικαιροποίηση επιδότησης στο diesel και όσα προβλέπονται για την αμόλυβδη Press Point: Κυριακή απόγευμα διαβάζοντας ρουμανικά ΜΜΕ Nissan Qashqai: Αλλάζει τους κανόνες
Efsyn.gr

Γιον Φόσε στην «Εφ.Συν.»: «Ζω σαν μοναχός και απορρίπτω τον κόσμο»

Οσλο, απόγευμα 19ης Αυγούστου. Ψιχαλίζει, η οδός Kristian IV, στο κέντρο της νορβηγικής πρωτεύουσας, έχει εκείνη την ήρεμη, βορειοευρωπαϊκή ζωντάνια. Λίγο πιο μακριά από το Νορβηγικό Θέατρο –εκεί όπου τα έργα του Γιον Φόσε έχουν γνωρίσει την απόλυτη αποθέωση– βρίσκεται το ιστορικό ξενοδοχείο Bondeheimen. Στο ισόγειό του στεγάζεται το καφέ-εστιατόριο Kaffistova, ένα εμβληματικό στέκι των ανθρώπων του πνεύματος από το 1901.
Στο e-mail που μου είχε στείλει λίγες μέρες πριν, έγραφε: «Θα προσπαθήσω να κλείσω ένα τραπέζι στην πιο εσωτερική γωνία του καφέ, δίπλα στο παράθυρο». Και πράγματι ήταν εκεί. Ο Γιον Φόσε, ο άνθρωπος που το 2023 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο σπουδαιότερος κατά πολλούς εν ζωή δραματουργός του πλανήτη, με υποδέχτηκε στο δικό του, παλιό καταφύγιο. Εκεί, στο Bondeheimen, στα πρώτα του βήματα, νοίκιαζε ένα δωμάτιο για να μένει και να γράφει.
Με μια αφοπλιστική γαλήνη στο βλέμμα, ο σπουδαίος Νορβηγός συγγραφέας αποδείχθηκε ένας εξαιρετικά ζεστός συνομιλητής, συχνά η σοβαρότητα της συζήτησης διακοπτόταν από στιγμές πηγαίου χιούμορ και γέλιου. Ξετύλιξε σε αυτή τη σπάνια εξομολόγηση όλα όσα συνθέτουν το σύμπαν του: από τα νεανικά επαναστατικά του χρόνια και τη σκηνοθετική του σχέση με τον Γιάννη Χουβαρδά στην Αθήνα μέχρι τη νικηφόρα μάχη με το αλκοόλ, τη στροφή του στον καθολικισμό και την ανάγκη του να «σκοτώσει» τον Μπέκετ για να βρει τη δική του φωνή. Σε έναν κόσμο που, όπως είπε, «ας τρέξει στην κόλαση, δεν με αφορά», ο Φόσε συνεχίζει να αναζητά τη «βαρετή ησυχία» του, κάνοντας τη σιωπή να μιλάει με τον πιο συγκλονιστικό τρόπο. Τα βιβλία του κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Gutenberg σε εξαιρετικές μεταφράσεις.
-Πριν από δεκαπέντε χρόνια ασπαστήκατε τον καθολικισμό. Σας βοήθησε να ξεπεράσετε τον αλκοολισμό;
Ηταν μια απόφαση που μου έκανε καλό. Εκείνη την περίοδο έπινα πάρα πολύ, οπότε το να πηγαίνω στη λειτουργία αντί για το μπαρ ήταν η σωστή επιλογή. Επινα από την εφηβεία μου, αλλά κάποια στιγμή οι ρυθμοί επιταχύνθηκαν. Μπήκα σε κλινική αποτοξίνωσης για δύο εβδομάδες. Οταν βγήκα, ο μεγάλος μου γιος μάζεψε όλα τα μπουκάλια με τα ποτά που είχα στο σπίτι και τα μοίρασε σε συναδέλφους του.
Για δύο χρόνια ένιωθα συναισθηματικά ευάλωτος, αλλά είχα πια αφήσει οριστικά το ποτό. Υστερα ξαναπαντρεύτηκα, στράφηκα στον καθολικισμό και άλλαξα ζωή. Βρήκα την ελπίδα εκεί και σταμάτησα οριστικά.
-Επαναπροσδιορίσατε τη σχέση σας με την πίστη;
Οταν ήμουν 7 ετών, είχα ένα ατύχημα που με έφερε κοντά στον θάνατο. Τότε είδα τον εαυτό μου και τα πάντα γύρω μου λουσμένα σε ένα τρεμάμενο φως. Αυτή η εμπειρία μού χάρισε μια βαθιά επαφή με την πίστη και την τέχνη. Ηταν ένα δώρο από τον Θεό: σώθηκε η ζωή μου και με έκανε καλλιτέχνη. Αν δεν το είχα ζήσει αυτό, δεν θα είχα γίνει ποτέ συγγραφέας.
Αργότερα, η μαρξιστική μου περίοδος με έκανε να ενδιαφερθώ για τη λογική και τις ιδέες, αλλά ο μαρξισμός σταμάτησε να με γοητεύει όταν άρχισα να μελετώ φιλοσοφία. Ο φιλόσοφος που με ενέπνευσε πραγματικά ήταν ο χριστιανός μυστικιστής Μάιστερ Εκχαρτ. Μέσα μου είχα πάντα μια «θρησκευτική μουσικότητα», η οποία αποτυπώνεται και στο γράψιμό μου. Κοιτάξτε, δεν μπορείς να πεις κάτι απόλυτα λογικό για τον Θεό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Ο Θεός είναι απόλυτα αληθινός και βρίσκεται πολύ κοντά μας, ακόμα κι αν δεν είναι κάτι που μπορείς να δεις, να ακούσεις ή να περιγράψεις.
«Οταν σταμάτησα να παίζω μουσική στην εφηβεία μου, άρχισα να γράφω. Η λογοτεχνία έγινε η δική μου μουσική. Ολες οι επαναλήψεις και οι διακυμάνσεις της γραφής μου είναι η μουσική μου»
-Το γράψιμό σας μερικές φορές μοιάζει με προσευχή, η λογοτεχνία σας μιλά για τη σιωπή και τα ανείπωτα.
Η λογοτεχνία ασχολείται κυρίως με τον έρωτα και τον θάνατο. Είναι προτιμότερο να αναφέρεσαι σε αυτά μέσα από τη σιωπή και όχι με βαρύγδουπα μηνύματα. Ο συγγραφέας πρέπει να κάνει τη σιωπή να μιλήσει.
Οταν σταμάτησα να παίζω μουσική στην εφηβεία μου, άρχισα να γράφω. Μετέφερα τη μουσική στα γραπτά μου· η λογοτεχνία έγινε η δική μου μουσική. Ολες οι επαναλήψεις και οι διακυμάνσεις της γραφής μου είναι η μουσική μου. Για πολλά χρόνια δεν είχα επαφή με καμία εκκλησία.
-Υπήρξατε ένας θυμωμένος νέος;
Ποτέ δεν υπήρξα αγριεμένος ή επιθετικός, αν εννοείτε αυτό. Ομως, από την εφηβεία μου βρισκόμουν σε μια διαρκή αντίσταση προς τα πάντα. Ημουν ένας επαναστατημένος νεαρός. Λίγο-πολύ όλοι οι διανοούμενοι τότε, τη δεκαετία του ’70, ήταν μαρξιστές. Για να είμαι ειλικρινής, δεν υπήρξα ποτέ πραγματικός μαρξιστής. Βρισκόμουν πολύ πιο κοντά σε εκείνο το ελευθεριακό, σοσιαλιστικό ιδεώδες και λιγότερο στον δογματικό μαρξισμό.
-Πώς ήταν οι γονείς σας και τα παιδικά σας χρόνια;
Μεγάλωσα σε ένα μικρό αγρόκτημα με τους γονείς μου και τις δύο αδελφές μου. Ημασταν πολλοί άνθρωποι και το κτήμα ήταν πολύ μικρό. Ο πατέρας μου, από πολύ νέος, είχε την πεποίθηση πως τα οπωροφόρα δέντρα θα τον έκαναν πλούσιο, κι έτσι φύτεψε πολλά. Φυσικά, ήταν αδύνατο να ζήσουμε μόνο από αυτό, οπότε δημιουργήθηκε ένας συνεταιρισμός από μικρά κτήματα και ο πατέρας μου έγινε διευθυντής του.
-Σας λείπει;
Ναι, έφυγε σε μεγάλη ηλικία, 91 ετών. Ποτέ δεν προσπάθησε να με πείσει να γίνω κάτι συγκεκριμένο, δεν συγκρουστήκαμε ποτέ. Εκείνος γεννήθηκε και πέθανε στο αγρόκτημα που είχε. Εγώ έφυγα από εκεί στα 16 μου, δεν επέστρεψα ποτέ και έζησα σε πάρα πολλά διαφορετικά μέρη. Συνεπώς, οι ζωές μας δεν μπορούσαν να συναντηθούν…
-Η μητέρα σας;
Εκείνη είναι περισσότερο σαν εμένα, μπορώ να πω. Ζει ακόμη, είναι 91 ετών, σε οίκο ευγηρίας. Οταν μεγάλωνα, ήμασταν «εχθροί». Ναι, διαφωνούσαμε ριζικά σε πολλά πράγματα. Θυμάμαι ότι ένιωσα ανακούφιση όταν έφυγα από το σπίτι. Στην πορεία όμως άλλαξα, άλλαξε κι εκείνη, και γίναμε πολύ καλοί φίλοι. Οταν ήμασταν παιδιά, η μητέρα μας έλεγε ιστορίες που τις θυμόμαστε ακόμα, κι εγώ της έλεγα ιστορίες.
-Κύριε Φόσε, νομίζω πως είναι η κατάλληλη στιγμή να μιλήσουμε για το φως και το σκοτάδι στα βιβλία σας, για αυτή τη διαρκή ροή, καθώς και για τα λευκά διαστήματα ανάμεσα στις λέξεις…
Πολύ πιθανόν να είναι έτσι. Βλέπω ότι προσπαθείτε να με καταλάβετε σε βάθος. Ομως, όταν γράφω, δεν μπορώ να αναλύω το έργο μου με αυτόν τον τρόπο, όπως καταλαβαίνετε. Δεν γίνεται.
-Πολλοί λένε ότι το έργο σας «Κάποιος θα έρθει» είναι η απάντησή σας στο «Περιμένοντας τον Γκοντό». Γιατί αυτή η διαρκής συνομιλία με τον Σάμιουελ Μπέκετ;
Οταν ήμουν νέος, ο ρυθμός και η φόρμα του Μπέκετ με επηρέασαν θεμελιωδώς. Οταν όμως ήρθε η ώρα να γράψω το δικό μου θεατρικό, φοβήθηκα αυτή την τεράστια επιρροή. Σκέφτηκα: «Είσαι ο λογοτεχνικός μου πατέρας και θα πρέπει να σε σκοτώσω».
Ετσι, στο «Κάποιος θα έρθει», δεν χρειάζεται να περιμένουμε τον Γκοντό· ο «κάποιος» έρχεται σίγουρα. Αν κάποιος το διαβάσει, θα είναι βέβαιος πως ο ήρωας θα έρθει τελικά στο σπίτι.
-Η Βιρτζίνια Γουλφ είναι η αγαπημένη σας ανάμεσα στις γυναίκες συγγραφείς, έτσι δεν είναι;
Ναι, πράγματι. Με γοητεύει η ευκολία με την οποία γράφει· ο λόγος της ρέει φυσικά και η φόρμα της είναι απόλυτα σωστή, αν και εξαιρετικά περίπλοκη.
Επίσης, όταν ήμουν νέος, με είχε απορροφήσει εντελώς το γράψιμο του Ουίλιαμ Φόκνερ – προσπάθησα μάλιστα και να τον μεταφράσω.
-Γιατί λέτε τόσα πολλά «όχι» σε προσκλήσεις για συνεντεύξεις, για φεστιβάλ και τιμητικές συναντήσεις μετά το Βραβείο Νόμπελ το 2023;
Επειδή λαμβάνω πάρα πολλές προσκλήσεις κάθε μέρα. Για να μπορώ να έχω μια βιώσιμη καθημερινότητα, πρέπει να θυμάμαι ότι δεν μπορώ να συμμετέχω σε κάθε φεστιβάλ και σε κάθε ανάγνωση έργων· οφείλω να λέω «όχι». Επιπλέον, έχω ταξιδέψει πάρα πολύ στη ζωή μου. Οταν ήμουν 16 ετών, έβγαλα ένα εισιτήριο και έφυγα για την Ελλάδα. Πέρασα έναν χειμώνα στην Αθήνα, σε ένα σχεδόν άδειο ξενοδοχείο, όπου από το παράθυρό μου είχα θέα την Ακρόπολη. Από εκεί έφυγα μαζί με δύο Αμερικανούς που γνώρισα τυχαία. Εξαιτίας εκείνου του ταξιδιού, είχα στη συνέχεια την τύχη να βρεθώ στο Παρίσι, στη Νέα Υόρκη, να πάω παντού. Γύρισα τον κόσμο για 15 χρόνια και όλο αυτό με επηρέασε και με κούρασε πάρα πολύ. Εκανα θέατρο για 15 χρόνια, ταξιδεύοντας διαρκώς. Αυτή η διαρκής κίνηση δεν μου έκανε καλό. Η δουλειά μου δεν είναι να ευχαριστώ τους άλλους, αλλά να φροντίζω τον εαυτό μου, τη ζωή μου και την οικογένειά μου – και τα γραπτά μου.
-Στην Ελλάδα, ο Γιάννης Χουβαρδάς ήταν εκείνος που σας σύστησε για πρώτη φορά στο κοινό, ανεβάζοντας το «Τόσο όμορφα» στο Θέατρο Αμόρε το 2004…
Ναι! Είχα πάει μάλιστα στην Αθήνα να το δω, ήταν μια πολύ καλή παραγωγή. Αργότερα είδα κι άλλο έργο μου που σκηνοθέτησε ο ίδιος σε μια μεγάλη σκηνή. Ο Γιάννης ήρθε και στο Οσλο πριν από κάποια χρόνια, έχοντας μεταφράσει το έργο. Ηταν υπέροχα. Θα ήθελα πολύ να ξανασυναντηθώ με αυτούς τους ανθρώπους. Πάνε αρκετά χρόνια από τότε. Εχω μεγάλη αγάπη για την Ελλάδα. Εκεί γεννήθηκαν οι αρχαίοι Ελληνες φιλόσοφοι, η αρχαία τραγωδία…
-Υπάρχει, αλήθεια, κάτι από την αρχαία τραγωδία στα μυθιστορήματα και τα έργα σας.
Είναι πολύ πιθανό. Ως φοιτητής μελετούσα πολύ τις αρχαίες τραγωδίες, μου άρεσαν πάρα πολύ. Και πολλοί σκηνοθέτες μού λένε ότι τα έργα μου έχουν στοιχεία αρχαίας τραγωδίας. Αυτό, όμως, συμβαίνει με έναν εντελώς φυσικό τρόπο, χωρίς να προσπαθώ να το κάνω επίτηδες ή προσποιητά.
-Οταν ήρθα στο Οσλο, επισκέφθηκα το πάρκο Βίγκελαντ και θαύμασα τα αγάλματα και σκεφτόμουν πως δεν υπάρχει ο «άνθρωπος-συγγραφέας». Ολοι λένε ότι είστε ο συνεχιστής της μεγάλης νορβηγικής σχολής, δίπλα στον Βίγκελαντ, τον Μουνκ και τον Ιψεν. Πώς σας φαίνεται αυτό;
Την πρώτη φορά που επισκέφθηκα το πάρκο Βίγκελαντ δεν μου άρεσε καθόλου. Μου φάνηκε κάπως «φασιστικό». Ολος αυτός ο όγκος, ο τεράστιος άνθρωπος… ναι, έχει κάτι το ολοκληρωτικό όλο αυτό. Αντίθετα, ο Μουνκ μου αρέσει, τον θαυμάζω πολύ. Οσο για τον Ιψεν, δεν μου αρέσει. Στέκομαι εντελώς αντίθετά του. Οταν ξεκίνησα να γράφω, άρχισαν αμέσως να με συγκρίνουν μαζί του. Είμαι ο περισσότερο παιγμένος δραματουργός της Νορβηγίας μετά από εκείνον, αλλά η σύγκρισή μας δεν είναι δίκαιη ούτε για τον ίδιο ούτε για μένα. Οχι, δεν αγαπώ τον Ιψεν. Είναι εύκολο να τον θαυμάσει κανείς, αλλά όχι και να τον αγαπήσει. Για μένα, πρώτος είναι ο Σέξπιρ και δεύτερος ή τρίτος ο Τσέχοφ.
-Πώς διαχειρίζεστε το βάρος του Βραβείου Νόμπελ; Είναι μια «τυραννία»;
Η «Επταλογία» (Septology) ήταν ό,τι μεγαλύτερο και πιο φιλόδοξο έχω γράψει ποτέ. Μετά το Νόμπελ, πολλοί αποκαλούν ένα τέτοιο έργο «θανατική ποινή» για τον συγγραφέα, επειδή ξέρεις καλά πως δεν μπορείς να ανταγωνιστείς τον εαυτό σου και να γράψεις κάτι ακόμα μεγαλύτερο. Μετά την «Επταλογία», έγραψα ένα μικρό θεατρικό, τον «Δυνατό Ανεμο» (Strong Wind), που ανέβηκε εδώ στο Οσλο. Σαφώς, είναι αληθινή τυραννία για έναν συγγραφέα να νιώθει ότι όλοι περιμένουν από αυτόν να ξεπερνά διαρκώς τον εαυτό του. Οταν πήρα το Βραβείο Νόμπελ χάρηκα πάρα πολύ, αλλά θέλω να συνεχίσω τον δικό μου λογοτεχνικό δρόμο. Θέλω να γράφω πράγματα ισάξια με τα προηγούμενα – όχι υποχρεωτικά πολύ καλύτερα, αλλά σίγουρα όχι χειρότερα. Εγραψα, λοιπόν, μια νουβέλα, το «A Shining» (Λάμψη), και πρόσφατα ολοκλήρωσα ακόμα μία, το «The Whaleman». Συνειδητά αποφάσισα να κάνω κάτι σε μικρότερη κλίμακα. Ομως θέλω να γράφω αυτό που επιθυμώ εγώ, όχι αυτό που περιμένουν οι άλλοι από μένα.
-Πώς αισθάνεστε που το νορβηγικό κράτος σας παραχώρησε την «Grotten», την τιμητική κατοικία καλλιτεχνών στο Οσλο;
Ω, η μετακόμιση έγινε πριν από δεκαπέντε χρόνια. Εγραψα ολόκληρη την «Επταλογία» σε αυτό το σπίτι και το έχω συνηθίσει πια. Ζω εκεί μαζί με τη σύζυγό μου, την Αννα.
-Σας ευχαριστώ για τη συνάντηση, μου φαίνεστε ένας ήρεμος, γαλήνιος άνθρωπος, είναι έτσι;
Προσπαθώ. Εχω κατακτήσει μια ήρεμη καθημερινότητα και δεν προσποιούμαι τίποτα. Εχω χτίσει ένα εσωτερικό καταφύγιο· όπως είπα και στο Νόμπελ, ζω σαν μοναχός και απορρίπτω τον κόσμο. Αυτός ο κόσμος ας τρέξει προς την κόλαση! Σιχαίνομαι την τηλεόραση, τη βία και τον πόλεμο. Με ενοχλούν αφάνταστα, γι’ αυτό προτιμώ να βλέπω την καλή πλευρά της ζωής. Ημουν πάντα ένας βαθιά εσωστρεφής, μοναχικός και επαναστατημένος άνθρωπος.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...