Η σχέση με τη μουσική παράδοση αλλά και με τη λογοτεχνία ήταν εξ αρχής παρούσα στο μουσικό έργο του Γιώργου Κουμεντάκη. Πιο παρούσα ακόμα όταν ο ίδιος εντόπισε τον δικό του μουσικό τρόπο αξιοποιώντας ακουστικές μνήμες και λογοτεχνικές αναφορές από τον Δημήτρη Καπετανάκη στον Παπαδιαμάντη, στον Καζαντζάκη. Ηρθε και η ώρα για ένα ακόμα μεγαλύτερο στοίχημα. Την ποίηση του Καβάφη.
Ηδη από χθες, απόψε, αύριο και στις 9, 10, 11, 16, 17 και 18 Οκτωβρίου στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής τρία δικά του έργα μουσικής δωματίου επηρεασμένα από την ελληνική παραδοσιακή μουσική συνομιλούν με τέσσερα ποιήματα του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, μελοποιημένα από τον ίδιο στο είδος του αμανέ.
Ο Ζαχαρίας Καρούνης τα ερμηνεύει επί σκηνής όσο εξελίσσονται από 9 χορευτές και οι τρεις διαφορετικές χορογραφικές ματιές της Πατρίσια Απέργη, του Ηλία Χατζηγεωργίου και της Εύας Γεωργιτσοπούλου πάνω σ’ αυτόν τον μουσικό τρόπο του Κουμεντάκη που αντλεί από την ελληνική παραδοσιακή και βυζαντινή μουσική. Κοντά σ’ αυτά η γλυπτική εγκατάσταση του Πέτρου Τουλούδη ενεργοποιεί τη σκηνή ως ένα κινούμενο ηχητικό τοπίο και ολοκληρώνει όμορφα μια καλλιτεχνική πρόταση που με τον υπέροχο καβαφικό τίτλο «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι» λειτουργεί υβριδικά. Αυτή ήταν και η αφορμή για ν’ αναζητήσουμε τον συνθέτη και καλλιτεχνικό διευθυντή της ΕΛΣ για μια… υβριδική συνέντευξη κατά το ήμισυ από τον μουσικό Κουμεντάκη και κατά το ήμισυ από τον θεσμικό του ρόλο.
– Οταν ακούτε το όνομα Κωνσταντίνος Καβάφης ποιος είναι ο πρώτος ήχος που σας έρχεται άμεσα στο μυαλό;
Δίπλα στη μορφή του Καβάφη θα έβαζα μόνο την εκκωφαντική σιωπή. Μια σιωπή που ακολουθεί τη μορφή του και την εσωτερικότητα των λέξεών του. Αλλωστε είναι οι σιωπές μεταξύ των μουσικών φράσεων που αποτελούν βασικό στοιχείο της δικής μου μουσικής γλώσσας, οι οποίες εντείνουν την αίσθηση της συγγένειας με τον καβαφικό λόγο.
– Η προσωπική σχέση σας με τον Καβάφη ποια είναι; Πέρα από τα αυτονόητα, τι είναι αυτό που σας γοητεύει;
Δεν θα πρωτοτυπήσω προφανώς, καθώς όλα αυτά που αισθάνομαι για τον Καβάφη γνωρίζω ότι είναι κοινός τόπος για τους ανθρώπους που γνώρισαν και εκτίμησαν το έργο του: αναγνωρίζω στην ποίησή του τον δικό μου κόσμο, οι λέξεις του είναι συγγενείς μου.
– Πώς ξεφεύγετε εν προκειμένω από τα στερεότυπα που αφορούν τον μεγάλο Αλεξανδρινό;
Η σκέψη μου από την πρώτη στιγμή ήταν ότι τα τέσσερα ποιήματα που επέλεξα -«Γκρίζα», «Μακριά», «Ο Σεπτέμβρης του 1903», «Δεκέμβρης του 1903»- θα έρχονταν κοντά στη δική μου μουσική γλώσσα. Η επιλογή να μελοποιηθούν στο στιλ του αμανέ προέκυψε από την προσωπική μου βεβαιότητα ότι ο Καβάφης δεν θα ήθελε τη μετατροπή των ποιημάτων του σε τραγούδια. Ο αμανές κινείται πάντα σε δύο παράλληλους δρόμους: άλλοτε η φωνή είναι συγκρατημένη, άλλοτε πάλλεται – υπάρχουν στιγμές που έχει μέτρο και άλλες που ξεφεύγει από τα όρια. Με αυτή τη δισυπόστατη μορφή αισθάνομαι ότι προσφέρει ένα μουσικό υπόστρωμα που περιέχει τη μνήμη, αλλά και ταυτόχρονα και την κραυγή του καβαφικού λόγου.
Από την παράσταση «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι» | G. Antonoglou
– Τρεις χορογράφοι πάνω στο ίδιο μουσικό υλικό. Ηταν εξ αρχής ζητούμενο να υπάρχουν τρεις διαφορετικές «σωματικές» αναγνώσεις;
Ναι, η επιθυμία εξ αρχής ήταν να χορογραφηθεί διαφορετικά το κάθε ένα από τα παλιότερα έργα μου, αλλά και το κάθε ποίημα του Καβάφη που έχει μελοποιηθεί ως αμανές. Οι διαφορετικές ματιές των χορογράφων ήταν κάτι που με ενδιέφερε ιδιαίτερα, τόσο γιατί τα μουσικά έργα που συνθέτουν την παράσταση είναι από διαφορετικές συνθετικές φάσεις μου όσο και γιατί ποικίλλει ο τρόπος που το καθένα συνομιλεί με τη φύση, την παράδοση, αλλά και με τον Καβάφη. Ξέρετε, νιώθω ότι η παράσταση αυτή φέρει κάτι καινούργιο που θέλω να το εξερευνήσει και να το απολαύσει το κοινό. Δεν είναι ούτε μια τυπική παράσταση χορού ούτε ακριβώς μουσικό θέατρο ούτε μια εικαστική εγκατάσταση μεγάλης κλίμακας. Είναι όλα αυτά μαζί, δεμένα με μια ιερή αόρατη κλωστή, που είναι ο λόγος του Αλεξανδρινού ποιητή. Με ενδιαφέρει όσο τίποτα αυτή η συνομιλία μεταξύ των διαφορετικών μορφών τέχνης, γιατί δημιουργεί μια νέα συνθήκη. Αισθάνομαι ότι ακόμα και αν ξενίσει μέρος του κοινού, τουλάχιστον θα ανοίξει μια συζήτηση. Και αυτό αν συμβεί θα είναι μεγάλο κέρδος.
– Είχατε σχεδόν εξ αρχής στο συνθετικό σας έργο συχνά λογοτεχνικό «κίνητρο», έμπνευση από σπουδαίους λογοτέχνες και ποιητές. Πώς η ανάγνωση μετουσιωνόταν κάθε φορά σε μουσική;
Ναι, έχετε δίκιο. Χωρίς να μιλάμε για κλασικές μελοποιήσεις ποιητικού ή λογοτεχνικού λόγου, το μουσικό μου έργο πάντα εμπεριέχει τις λέξεις, άλλοτε ευθέως, άλλοτε με υπόγειους τρόπους. Από το «Εσσεται Ημαρ» του 1986 κιόλας αξιοποίησα στίχους από την Οδύσσεια και την Ιλιάδα του Ομήρου. Θέλω να πω, τόσο λόγω της μεγάλης παράδοσης της όπερας -η οποία με έχει επηρεάσει ποικιλοτρόπως- όσο και λόγω της προσωπικής μου σύνδεσης με ό,τι ονομάζετε ευλόγως «λογοτεχνικό κίνητρο» πάντα χρειαζόμουν στα έργα μου τον λόγο ως συνοδοιπόρο. Ετσι και τώρα με τον Καβάφη, όταν γεννήθηκε μέσα μου η ιδέα της μελοποίησης, αποφάσισα να κάνω μια «αναστολή» του κανόνα που ο ίδιος έχω θέσει στον εαυτό μου: ότι εκ των πραγμάτων όσο είμαι στη Λυρική δεν δύναμαι να γράφω μουσική. Οι συνθέσεις αυτές ολοκληρώθηκαν στον σύντομο χρόνο της καλοκαιρινής μου παύσης από τις υποχρεώσεις μου στην ΕΛΣ.
– Κι ένα άλλο στοιχείο παρόν στο συνθετικό σας έργο ήταν πάντα η παράδοση και η σκέψη για το πώς αυτή μετεξελίσσεται στο σύγχρονο έργο διατηρώντας την ίδια στιγμή τα ισχυρά και άμεσα αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά της. Πηγή έμπνευσης ήταν άλλοτε ένας παραδοσιακός χορός της Καππαδοκίας π.χ. κι άλλοτε η φωνή μιας ρεμπέτισσας. Εδώ είναι ο αμανές και η φωνή του Καρούνη. Γιατί;
Πράγματι μετά το 2004 η συνθετική μου εργασία εστιάστηκε ακριβώς σε αυτή τη δημιουργική κατεύθυνση. Μέσα από δεκάδες μικρά ή και μεγαλύτερης κλίμακας έργα διερεύνησα τον τρόπο που η φύση και η παράδοση θα ενσωματώνονταν στη μουσική μου γλώσσα. Ηταν η φύση και η απομόνωση της Τήνου, ήταν οι μνήμες από τα παιδικά χρόνια στο Ρέθυμνο που επανέρχονταν διαρκώς, ήταν φυσικά η αλλαγή που είχα αποφασίσει ότι θα κάνω. Μέσα από μια διαδρομή, όχι πάντα εύκολη, κατέληξα στη σύνθεση της «Φόνισσας» που όλα αυτά τα στοιχεία μετουσιώθηκαν σε ένα οπερατικό έργο μεγάλης κλίμακας. Εκεί αισθάνθηκα την αποδοχή και ένιωσα ότι αυτό που είχα ξεκινήσει χωρίς να ξέρω πού θα με οδηγήσει, τελικά κατέληξε να φέρει μια νέα γλώσσα, μια νέα πνοή στη μουσική μου. Ετσι και εδώ ο αμανές πάνω στον Καβάφη νιώθω ότι φέρει όλη την απόκοσμη γοητεία της Ανατολής, αλλά και την απόγνωση, τον λυγμό, τα αδιέξοδα που τόσο καθόρισαν τον ποιητή. Στο μυαλό μου έχω ήδη χαράξει τη διαδρομή που θα ακολουθήσω τελειώνοντας από τη Λυρική και ανοίγοντας τη νέα συνθετική μου σελίδα.
«Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι» (G. Antonoglou)
– Διανύετε την 4η θητεία σας ως καλλιτεχνικός διευθυντής στη (νέα) Εθνική Λυρική Σκηνή, γεγονός που σας καθιστά εκ των πραγμάτων «ιστορικό πρόσωπο». Πόση επιπλέον ευθύνη σάς βάζει αυτό στους ώμους;
Δεν αισθάνομαι ότι η ευθύνη είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από την πρώτη μέρα που ανέλαβα. Κάθε μέρα ξυπνάω με την ίδια αγωνία, ο ύπνος μου είναι πάντα δύσκολος έχοντας την ίδια αναρώτηση «μήπως αδίκησα κάποιον;», κάθε μέρα σαν εφιάλτης όλα τα οικονομικά και διοικητικά προβλήματα δεν με αφήνουν να ησυχάσω, αλλά και κάθε μέρα σαν το νερό που τρέχει έρχονται οι ιδέες για νέα καλλιτεχνικά σχέδια, για νέες συνεργασίες, για νέα ρίσκα.
Η σχεδόν 10ετής πλέον θητεία μου στη Λυρική θα ήταν υλικό για ένα συναρπαστικό βιβλίο, που θα αποδείκνυε ότι η ίδια η ζωή έχει πολύ μεγαλύτερη φαντασία και από την πιο οργιώδη επιστημονική μυθοπλασία. Κάποιος φαντάζεται ότι η δουλειά ενός καλλιτεχνικού διευθυντή είναι να πηγαίνει να βλέπει νέα έργα όπερας, να ακούει καινούργιες φωνές, να προεδρεύει σε ακροάσεις για νέους τραγουδιστές, μουσικούς, χορευτές, να είναι παρών σε όλες τις πρόβες.
Πρέπει να σας πω ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη πλάνη από αυτό. Στην πραγματικότητα από το πρωί που φτάνω στο γραφείο έως το βράδυ που φεύγω η μέρα είναι κατά 90% γεμάτη από συναντήσεις για προϋπολογισμούς, για συλλογικές συμβάσεις, για διοικητικά ζητήματα, για εξεύρεση πόρων, για αντιμετώπιση προβλημάτων που δημιουργούνται από τις διαρκείς μεταβολές στους νόμους και στις διαδικασίες που ορίζει η πολιτεία, για διαχείριση δεκάδων ή και εκατοντάδων κρίσεων που έρχονται ακριβώς τη στιγμή και με τον τρόπο που δεν το φανταζόσουν, αλλά και φυσικά για την αναζήτηση λύσεων στα προβλήματα των συναδέλφων εργαζομένων στην ΕΛΣ. Ταυτόχρονα όμως αναγνωρίζω και αποδέχομαι απολύτως ότι, αν όλα αυτά τα ζητήματα δεν είναι λυμένα, κανένα καλλιτεχνικό πρόγραμμα δεν μπορεί να σχεδιαστεί, να πραγματοποιηθεί και να ανθήσει.
– Υπάρχει κάτι που κοιτάζοντας πίσω στα εννέα χρόνια σας στην ΕΛΣ θα λέγατε σήμερα «εκεί έκανα λάθος»; Και για ποια πράγματα είστε περήφανος;
Μα φυσικά αναγνωρίζω πολλά λάθη που έχω κάνει τόσο σε δικές μου αποφάσεις όσο και σε επιλογές συνεργατών, έργων κτλ. Δεν κρίνω ότι χρειάζεται να μιλήσω δημόσια για αυτά, όμως οι συνεργάτες μου γνωρίζουν πολύ καλά την αυτοκριτική που ασκώ σε καθημερινή βάση, αλλά κυρίως γνωρίζουν τον τρόπο που επιδιώκω να μετουσιώνω τα λάθη σε νέες δημιουργικές προκλήσεις. Περήφανος είμαι για τη Λυρική συνολικά και για όλα όσα έχουμε επιτύχει με σκληρή δουλειά. Νομίζω δεν χρειάζεται ούτε αυτά να τα αναφέρουμε αναλυτικά. Θέλω να πιστεύω ότι ο κόσμος τα γνωρίζει.
– Τι είναι αυτό που φοβάστε περισσότερο σε μια τόσο μακρά παραμονή στην εξουσία; Την αδράνεια, τη σιγουριά που μπορεί να φέρει αλαζονεία, την παραμέληση ώς έναν βαθμό του συνθετικού σας έργου;
Αν μου επιτρέπετε θα ήθελα να πω ότι δεν αισθάνομαι τη θέση μου στην ΕΛΣ ως θέση εξουσίας. Πέρα από αυτό κατανοώ απολύτως το πνεύμα της ερώτησής σας. Ολα αυτά που αναφέρετε και ακόμα περισσότερα καραδοκούν και θα έλεγα ότι πολλές φορές είναι πάνω στο τραπέζι ή στην επιφάνεια εργασίας του υπολογιστή. Με όλα αυτά παλεύω κάθε μέρα και σε αυτά είναι που εστιάζω την καθημερινή μου αυτοκριτική. Θα ήθελα να πιστεύω ότι ο χαρακτήρας μου παραμένει ο ίδιος και δεν έχω μεταλλαχθεί σε ένα αλαζονικό, υπεροπτικό ον. Το κέρδος που θέλω να έχω από τη Λυρική είναι η πρόοδος και η εξέλιξη του Οργανισμού. Δεν ήρθα εδώ ούτε να βγάλω χρήματα ούτε να κάνω καριέρα ούτε να ασκηθώ στις ραδιουργίες. Και αισθάνομαι τυχερός που έχω δίπλα μου ανθρώπους οι οποίοι δεν θα διστάσουν να με επικρίνουν για κάτι που τους φαίνεται ότι ξεπερνάει τα όρια. Και, παρά το ότι στις διευθυντικές θέσεις οι άνθρωποι περιτριγυρίζονται από κόλακες, είμαι ευτυχής γιατί η αλήθεια, η ειλικρίνεια και συχνά και η σκληρότητα των δικών μου ανθρώπων -εντός και εκτός ΕΛΣ- με κρατούν γειωμένο και σε επαφή με την πραγματικότητα.
– Την ίδια στιγμή η μακρά θητεία σας φέρνει και γκρίνια («μα δεν υπάρχει άλλος κατάλληλος;»). Σίγουρα θα έχει πέσει στην αντίληψή σας. Τι σκέφτεστε γι’ αυτό;
Ναι, το καταλαβαίνω και αυτό και το αποδέχομαι ως μια φυσιολογική κριτική. Από την άλλη είμαι εδώ γιατί η πολιτεία με έχει τιμήσει με την επιλογή της και αυτό για μένα είναι μια μεγάλη τιμή και μια σημαντική επιβράβευση των κόπων που έχω καταβάλει. Αν μου επιτρέπετε, θα ήθελα να πω ότι πέρα από την πολιτεία, αισθάνομαι ιδιαίτερα ευτυχής και τυχερός, καθώς νιώθω να υπάρχει μεγάλη αποδοχή προς το πρόσωπό μου τόσο από τους εργαζομένους στην ΕΛΣ όσο και από τους ανθρώπους που κινούνται στον χώρο της μουσικής και της λυρικής τέχνης.
Μετά τη λήξη αυτής της θητείας εύχομαι με όλη μου την καρδιά να βρεθεί ο πιο κατάλληλος και μακάρι να οριστεί εγκαίρως για να έχουμε τη δυνατότητα να συνεργαστούμε για την ομαλή αλλαγή της καλλιτεχνικής διεύθυνσης και τη συνέχιση μιας σειράς θεσμών που ξεκινήσαμε αυτά τα χρόνια (π.χ. τη λατρευτική μουσική, τις περιοδείες, την GNO TV κ.ά.).
Σε κάθε περίπτωση θεωρώ ότι τα ζητήματα που σχετίζονται με τις αλλαγές των προσώπων στη διοίκηση θα πρέπει να αρχίσουν να αποδραματοποιούνται και να αντιμετωπίζονται ως φυσιολογικές εξελίξεις στην πορεία ενός Οργανισμού.
– Γκρίνια έχω ακούσει κατά καιρούς και για το ρεπερτόριο, τις συχνές μεγάλες αναβιώσεις, τις λιγότερες παραγγελίες νέων έργων. Σε τι βαθμό όμως ο διευθυντής ενός τέτοιου μεγαθήριου οφείλει να συνυπολογίζει και την απήχηση στο μεγάλο κοινό;
Δέχομαι την κριτική, ακόμα και τη σκληρή ή και την ατεκμηρίωτη, γιατί πιστεύω ότι ο κάθε άνθρωπος ανάλογα από τη σκοπιά που κρίνει έχει το δικαίωμα στη γνώμη και την άποψή του. Ομως σε αυτά που αναφέρετε ως πηγή γκρίνιας θα ήθελα να απαντήσω ένα προς ένα.
Από την πρώτη κιόλας χρονιά μου στην ΕΛΣ έως και σήμερα βασικότατη προτεραιότητά μου ήταν η διεύρυνση του ρεπερτορίου. Θυμάστε να έχει κάνει περισσότερο 20ό αιώνα η Λυρική από ό,τι από το 2017 και μετά; Θυμάστε πόσες καινούργιες παραγωγές έχουμε ανεβάσει τα τελευταία χρόνια για να δημιουργήσουμε ρεπερτόριο για τη νέα μας σκηνή; Πόσα έργα που είχαν να παρουσιαστούν δεκαετίες ξανανεβάσαμε; Υπήρξε σεζόν που κάναμε 11 νέες παραγωγές – αριθμός-ρεκόρ για τα δεδομένα του θεάτρου μας. Επιπλέον δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η Εναλλακτική μας κάνει μόνο νέες παραγωγές και νέα έργα. Ακόμα και φέτος ανοίγουμε με ένα από τα πιο διάσημα έργα της ιστορίας της όπερας, τον «Ορφέα» του Μοντεβέρντι, έργο που δεν έχει παρουσιάσει ποτέ η ΕΛΣ. Οσο για τις αναθέσεις νέων έργων, πρέπει να σας πω ότι έχουμε ήδη ξεπεράσει τα 100 νέα έργα μικρής και μεγάλης κλίμακας. Βρείτε μου μια άλλη όπερα σε όλο τον κόσμο που επενδύει τόσο πολύ στη νέα δημιουργία. Και όσο για τις αναβιώσεις, βεβαίως τις κάνουμε και τις υποστηρίζουμε. Ξέρετε το πρόγραμμα μιας όπερας πρέπει να έχει μια πολύ σωστή ισορροπία για να είναι επιτυχημένο – και ειδικά μιας όπερας που είναι το μοναδικό λυρικό θέατρο της χώρας και έχει εθνικά χαρακτηριστικά. Οφείλουμε στην ίδια σεζόν να ικανοποιούμε τις ανάγκες όλων των ομάδων του κοινού, να μην αποκλείουμε κανέναν θεατή και αυτό κάνουμε με ρίσκο, δημιουργικότητα και υψηλή ποιότητα.
– Τι απαντάτε, με δεδομένο το γεγονός ότι έχετε και τη διοργανωτική ευθύνη στο «Ολη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός», σε όσους σας θεωρούν βασικό σύμβουλο της υπουργού στον τομέα της σύγχρονης τέχνης;
Δεν έχω κρύψει το γεγονός ότι ανταλλάσσω απόψεις με την υπουργό για θέματα που κατέχω. Και είμαι ευτυχής να προσφέρω τη γνώμη όταν αυτή μου ζητείται. Μακάρι να μπορώ πάντα να στηρίζω την καλλιτεχνική δημιουργία και τους καλλιτέχνες μέσα από θεσμούς όπως αυτός. Και γνωρίζετε ότι σε όλη μου τη ζωή ανταποκρίθηκα με χαρά όταν υπουργοί Πολιτισμού ή πρωθυπουργοί ζητούσαν προτάσεις μου για τη στελέχωση των μεγάλων Οργανισμών όπως, μεταξύ άλλων, του Φεστιβάλ Αθηνών, που πρότεινα τον Γιώργο Λούκο, αλλά και της ΕΛΣ, που πρότεινα τον Στέφανο Λαζαρίδη.
– Εχετε μια πολύ στενή και δημοσίως εκφρασμένη σχέση εμπιστοσύνης με τη Λίνα Μενδώνη. Πού τελειώνει η πολιτική εμπιστοσύνη και πού αρχίζει η θεσμική ανεξαρτησία του καλλιτεχνικού διευθυντή; Θα μπορούσατε να συγκρουστείτε με την υπουργό αν θεωρούσατε ότι μια πολιτική επιλογή της βλάπτει την ΕΛΣ; Εχετε συγκρουστεί ποτέ μαζί της;
Κοιτάξτε είχα και έχω πάντα ειλικρινή διάθεση συνεργασίας με όλους τους πολιτικούς μου προϊσταμένους. Η θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή στη Λυρική έχει πολύ συγκεκριμένα δεδομένα και αν δεν προστατεύεται από μια καλή σχέση με την εποπτεύουσα αρχή -το ΥΠΠΟ- είναι απλώς καταδικασμένη να αποτύχει. Αναφορικά με τη Λίνα Μενδώνη, όπως ξέρετε, ακόμα και σε πολύ δύσκολες στιγμές έχω βγει και την έχω στηρίξει, όχι για λόγους συμφέροντος ή δημοσίων σχέσεων, αλλά γιατί το πίστευα βαθιά. Την εκτιμώ, θεωρώ ότι κάνει σπουδαίο έργο, έχει απόλυτη γνώση και έλεγχο του αντικειμένου της και είναι δίκαιη. Αυτά για μένα είναι αδιαμφισβήτητα.
Αν έχουμε διαφωνήσει; Είναι σπάνιο, αλλά έχει συμβεί και αυτό. Και είναι κάτι που το αντιμετωπίζουμε με ηρεμία και στο πνεύμα της καλής συνεργασίας μας και της συνεννόησης που πάντα έχουμε.
Αν μας έχει βλάψει; Κατηγορηματικά όχι. Αντιθέτως, γνωρίζω καλά -και αποδεικνύεται από τις πράξεις της- ότι φροντίζει για την καλή και αγαστή λειτουργία όλων των εποπτευόμενων φορέων του ΥΠΠΟ.
– Αν σας έλεγα ότι ύστερα από τόσα χρόνια στην ίδια θέση υπάρχει πλέον ένας λογικός… «κουμεντακισμός» στην ΕΛΣ -μια συγκεκριμένη αισθητική, ένα δίκτυο συνεργατών, ένας συγκεκριμένος τρόπος να αντιλαμβάνεστε τον ρόλο του φορέα-, θα το δεχόσασταν ή θα σας ενοχλούσε;
Να ενοχληθώ για τις επιλογές μου; Καθόλου. Μα ο κάθε άνθρωπος ορίζεται από τις επιλογές του, τα σωστά του, τα λάθη του, τις εμμονές του.
– Οταν ολοκληρωθεί η θητεία σας στην ΕΛΣ, τι θα θέλατε να έχει μείνει από αυτήν; Οι παραγωγές, οι διεθνείς συνεργασίες, το κοινό, οι υποδομές ή ένας διαφορετικός τρόπος να αντιλαμβανόμαστε το λυρικό θέατρο και έναν τέτοιο οργανισμό στην Ελλάδα;
Φεύγοντας από την ΕΛΣ θα ήθελα να ελπίζω ότι ο Οργανισμός θα συνεχίσει μια ομαλή πορεία ανάπτυξης και υγιούς πορείας. Οτι το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος θα συνεχίσει να στηρίζει το έργο της Λυρικής -όπως έκανε όλα αυτά τα χρόνια με τις γενναιόδωρες δωρεές του-, ότι τα υπουργεία Οικονομικών και Πολιτισμού δεν θα αφήσουν τη Λυρική χωρίς τις απαραίτητες χρηματοδοτήσεις τόσο για τη λειτουργία της όσο και για τα λειτουργικά της έξοδα προς την ΚΠΙΣΝ ΜΑΕ, ότι οι δεκάδες χορηγοί που φέραμε κοντά μας θα εξακολουθήσουν να ενισχύουν τις παραγωγές της ΕΛΣ, ότι η πρόοδος και η στελέχωση των υπηρεσιών της ΕΛΣ θα διατηρηθούν και ότι οι επόμενες διοικήσεις της ΕΛΣ θα κρατήσουν το έργο του Οργανισμού στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο.
Ξεκίνησα με το ζήτημα των υποδομών, της χρηματοδότησης και της διοίκησης, γιατί χωρίς αυτά το καλλιτεχνικό έργο δεν μπορεί να υπάρξει.
Πάνω απ’ όλα φυσικά θα ήθελα να συνεχιστούν οι αναθέσεις νέων έργων, η διεύρυνση του ρεπερτορίου, οι συμπράξεις των τεχνών, οι διεθνείς συνεργασίες, οι μεγάλες συμπαραγωγές, οι μετακλήσεις κορυφαίων καλλιτεχνών της όπερας, του θεάτρου, του κινηματογράφου, των εικαστικών, η περαιτέρω διεύρυνση του κοινού, το βλέμμα προς τον κόσμο, η ανάληψη του ρίσκου, η στήριξη της Εναλλακτικής Σκηνής, η δημιουργία φεστιβάλ εντός και εκτός των αιθουσών της ΕΛΣ, η δίκαιη τιμολογιακή πολιτική και η αναγνώριση της λυρικής τέχνης ως μια ζωντανή εξελισσόμενη συναρπαστική τέχνη που αφορά τους πάντες.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
