Πώς αποτιμούν πέντε δημοσιογράφοι του πολιτιστικού ρεπορτάζ τον τραγουδιστή που πέθανε τόσο αιφνίδια και αδόκητα στα 54 του χρόνια στις 9 Σεπτεμβρίου; Τι σκέφτονται για το πέρασμά του από τη ζωή και από το τραγούδι, αλλά και για τον θάνατό του σε τόσο ακραίες συνθήκες;
Ηis way…
1996, καλοκαίρι, πράξη πρώτη. Ως μέλος εταιρείας παραγωγής γνώρισα εκείνη την εποχή τον Γιώργο Μαζωνάκη, σχεδόν στα πρώτα του βήματα, κάνοντας εμφανίσεις σε κλαμπ και ανοιχτούς χώρους. Ενα αγόρι όμορφο, με μελαγχολικό, γαλάζιο βλέμμα, βραχνή μεταλλική φωνή, πηγαίο συναίσθημα, ξεχωριστή ερμηνεία. Ανεπιτήδευτος. Μοναδικός. Ξεσήκωνε τον κόσμο να διασκεδάσει και ήταν πάντα large στα χρήματα με όλους τους συνεργάτες, από τον ηχολήπτη και τον φωτιστή μέχρι τον μπάρμαν και την καθαρίστρια.
2026, φθινόπωρο, πράξη τελευταία. Στο πάρτι μετά τον γάμο της κόρης μου, μόλις την περασμένη Παρασκευή, ο γαμπρός μου χορεύει μπροστά της και την αποθεώνει υπό τους ήχους του τραγουδιού «Το Gucci φόρεμα», μιμούμενος το στιλ και τις κινήσεις του Μαζωνάκη.
Ολα αυτά τα χρόνια ο Μαζώ μπήκε στις ζωές μας με τα τραγούδια του και έζησε με τον τρόπο που ήθελε. «Ι did it my way», όπως θα έλεγε ο Φρανκ Σινάτρα, «ανήκω σε μένα και τα όνειρά μου» σύμφωνα με τον Μαζωνάκη. Τραγούδησε λαϊκά και ποπ και χιπ χοπ όπως ήθελε, ντύθηκε με γούνες και φούστες και ό,τι εξεζητημένο όπως ήθελε, φωτογραφήθηκε στις πιο παράξενες πόζες όπως ήθελε, ήπιε και κάπνισε όπως ήθελε, μοιράστηκε τις αγωνίες και τις αδυναμίες του όπως ήθελε, ανέτρεψε με ωραία «τρέλα» και χιούμορ τα πάντα, όπως ήθελε. Και λαϊκός και queer. His way.
Και να μην ήθελε να γίνει είδωλο ήταν μοιραίο. Επειδή ήταν αυθεντικός, γνήσιος, καθόλου δήθεν, αγαπήθηκε απ’ όλες τις ηλικίες σε όλες τις γειτονιές. Εμοιαζε εξωστρεφής, αλλά όχι. Εμοιαζε να επιζητά την αγάπη σαν μικρό παιδί, με ένα παράπονο στο γαλάζιο βλέμμα του. Αυτός που με τη ζωή και τα τραγούδια του εξέφρασε τα πάθη και τα λάθη, τα θέλω και τα γιατί, την κάθοδο, αλλά και την έξοδο και την ανάταση. Στο φως. Σε αυτό που ταξιδεύει τώρα.
Παρή Σπίνου
Ενας από τους «ανθρωπινότερους ανθρώπους»
Ανέβηκε στη σκηνή με φόρα, με τρέλα, με πάθος. Με πελώρια αγάπη για το τραγούδι και με πίστη στον εαυτό του. Κάθε ερμηνεία του, μια performance. Εφηύρε την εικόνα του και προκάλεσε ωστικό κύμα που σάρωσε από τα 15χρονα «μωρά» μέχρι τους boomers. Κατ’ εξακολούθηση για 33 χρόνια. Παρέμεινε αυθεντικός.
Αυτό θεωρούσε το πιο δυνατό σημείο του που έλκυε το ανομοιογενές κοινό, το οποίο τον ακολουθούσε με λατρεία.
«Γέννημα θρέμμα Δυτικής Αττικής» τραγουδάει στο «Gucci φόρεμα». Μεγάλωσε στη Νίκαια, από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές με το χνότο του γείτονα να φτάνει στα ρουθούνια σου όπως και η μυρωδιά από το κυριακάτικο φαγητό στον φούρνο. Και την άνοιξη στους δρόμους μοσχοβολούν οι νεραντζιές σκεπάζοντας την μπόχα από τα σκουπίδια.
Γνώρισε τη γειτονιά του απ’ την καλή και απ’ την ανάποδη. Ηταν η πρώτη πίστα που κατέκτησε. Σε αντίθεση με άλλους, δεν πήρε διαζύγιο από την προέλευσή του επειδή έγινε σταρ.
Υποστήριξε τη στάση ζωής του. Από τα μεγαλύτερα fashion icons της εγχώριας showbiz, με βαμμένα νύχια αλώνιζε στις βραδινές πίστες και στεκόταν ισάξια με τους άλλους στα καφενεία στη Νίκαια και στην Κρήτη. Σε χώρους που τα πρότυπα της πατριαρχίας πάνε αγκαλίτσα με τη μαγκιά και τον μάτσο αρσενικό.
Βίωσε την απόλυτη αποδοχή, ίσως το υπέρτατο αγαθό για τον καλλιτέχνη.
Στα τραγούδια του δεν υπάρχει η συλλογική αφήγηση και το όραμα αποθέωσε το πνεύμα της εποχής που τον ανέδειξε, τη μοναξιά και την ατομικότητα.
Ανθρώπινος, ερωτικός και ερωτεύσιμος για άντρες και γυναίκες, το φαινόμενο Γιώργος Μαζωνάκης αναδύθηκε από ένα πλάσμα σπάνιο, ταλαντούχο, τολμηρό. Από την πίστα στο στασίδι του ψάλτη στον Ναό της Αγίας Τριάδας στη Νίκαια. Εψελνε, προσευχόταν, είχε πνευματικό.
Οι ιστορίες αλληλεγγύης και γενναιοδωρίας διαδόθηκαν με αστραπιαία ταχύτητα μετά τον άδικο θάνατό του, γιατί ό,τι έκανε το σφράγιζε με τη δέσμευση «μην πεις τίποτα». Η αύρα και η στάση του τον κατατάσσουν στην, κατά Μαγιακόφσκι, κατηγορία του «ανθρωπινότερου ανθρώπου».
Η σχέση μου με τη μουσική του, ισχνή. Με πικραίνει που δεν τον γνώρισα.
Βασιλική Τζεβελέκου
Για τα ροκ και alternative παιδιά που τον εκτιμούσαν…
Δεν μου άρεσε ο Γιώργος Μαζωνάκης, δεν τον ήξερα κιόλας για να είμαι ειλικρινής. Καλλιτεχνικά εννοώ. Δεν τον παρακολουθούσα, οπότε δεν γνώριζα τα τραγούδια του. Οταν πέθανε και άρχισαν τα ραδιόφωνα να παίζουν τα κομμάτια του, κάθισα να τα ακούσω. Ομολογώ ότι τα περισσότερα τα άκουγα για πρώτη φορά. Εντάξει, το «Gucci φόρεμα» το ήξερα.
Ομολογώ ωστόσο ότι οι «δικοί» μου, κάτι ροκ και alternative παιδιά, χρόνια τώρα τον είχαν σε μεγάλη εκτίμηση. Μου το έλεγαν, αλλά δεν μπορούσα να το καταλάβω, συμβαίνει αυτό. Και τώρα που το σκέφτομαι, ίσως δεν τον γούσταραν τόσο για τα τραγούδια του όσο βασικά για το σύνολο της προσωπικότητάς του, καλλιτεχνικής και ανθρώπινης.
Κάποια στιγμή πήγα και τον είδα live στο «Αθηνών Αρένα» που έπαιζε μαζί με την Πάολα. Μία και μοναδική φορά. Δεν μου έκανε καμία εντύπωση, ήταν μπουζούκια κανονικά, πίστα.
Βέβαια, η αγάπη του κόσμου για τον Μαζωνάκη φάνηκε κατευθείαν. Λαϊκή και άδολη αγάπη. Αυτό που συνέβη αμέσως μόλις έγινε γνωστή η τραγική είδηση με εξέπληξε. To είδατε κι εσείς. Ηταν και άδικος ο θάνατός του έτσι όπως συνέβη, βάρεσε κόκκινο η θλίψη. Ζήσαμε στιγμές που αρμόζουν σε έναν μεγάλο τραγουδιστή, σε έναν μεγάλο λαϊκό καλλιτέχνη. Μπήκε στη λίστα των «αθάνατων» του ελληνικού τραγουδιού.
Παίζουν πλέον ρόλο για τον χαμό και τον πανικό και τα social media θα πουν κάποιοι, καθώς και τα ΜΜΕ που λυσσάνε με κάποια θέματα ξεχειλώνοντάς τα. Δεν το νομίζω, δεν το πιστεύω. Είδα το αληθινό ενδιαφέρον του κόσμου εκεί έξω, στις παρέες μου και όχι μόνο. Ολοι συζητούσαν γι’ αυτό. Και τα ιατρικά ή αστυνομικά θέματα εννοείται, αλλά κυρίως τα μουσικά. Η βραδιά της αγρύπνιας με τον κόσμο που συγκεντρώθηκε στη Νίκαια εντελώς αυθόρμητα τα λέει όλα. Πήγαν εκεί απλοί και λαϊκοί άνθρωποι γιατί τον άκουγαν και τον αγαπούσαν πραγματικά.
Δημήτρης Κανελλόπουλος
Οσα δεν ειπώθηκαν…
Τώρα που πέθανε ο Γιώργος Μαζωνάκης, μόλις στα 54 χρόνια του, βγήκαν πολλοί και είπαν πολλά. Αλλοι μίλησαν για αντισυμβατικό καλλιτέχνη, άλλοι για γενναιόδωρο άνθρωπο, άλλοι για το λαϊκό είδωλο που δεν χωρούσε στα συνηθισμένα καλούπια. Αυτό που είναι εξαιρετικά σημαντικό ωστόσο είναι πως με τον θάνατο ενός ανθρώπου που επί 33 χρόνια είχε το σώμα του σε κοινή θέα (τηλεόραση, πάλκο, συναυλίες) άνοιξε μια συζήτηση (δειλά ή γενναία) που δεν πρέπει να κλείσει. Και η συζήτηση αυτή φέρει δεκάδες ερωτήματα, που ως δημοσιογράφοι έχουμε χρέος να αναδείξουμε και να πιέσουμε για απαντήσεις:
● Τι εννοεί η κ. Λεονάρδου, πρόεδρος της Επιτροπής του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, σαν λέει «δεν είμαστε ντετέκτιβ για να ξέρουμε τι γίνεται σε όλα τα ιατρεία»; Και αυτή δεν είναι η δουλειά τους;
● Τι εννοεί ο Γιάννης Τούντας, διευθυντής του Ινστιτούτου Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής (ΙΚΠΙ), σαν λέει πως στα συνέδρια δεν μπορούσε να ελέγξει η οργανωτική επιτροπή τα βιογραφικά των συμμετεχόντων; (σ.σ. το εν λόγω συνέδριο ήταν υπό την αιγίδα των υπουργείων Υγείας, Τουρισμού και της Περιφέρειας Αττικής και εκεί μίλησε η γιατρός που εμπλέκεται στον θάνατο του Μαζωνάκη και είναι «άνευ ιδιότητας» και με κάποιους μη αναγνωρισμένους τίτλους σπουδών).
● «Εφυγε» ο εκλιπών στιγματισμένος από το ίδιο το κοινό που δήθεν τον αγαπούσε, όπως υποστηρίζουν άνθρωποι που τον γνώριζαν (όπως η Τζεφ Μοντάνα); Επρεπε να το «παίζει άντρας» δίχως να μπορεί να εκφράσει ελεύθερα τη σεξουαλική του ταυτότητα επειδή «δεν θα άρεσε» στον κόσμο;
● Τελικά πώς αγαπάμε τους καλλιτέχνες; Οπως είναι ή όπως τους θέλουμε, ίσως ακόμη και μετά θάνατον; Και τι σημαίνει αυτό για μια ολόκληρη κοινωνία, αλλά και για τους ίδιους; Για τη ζωή και τον θάνατό τους;
Νόρα Ράλλη
Εκείνος που δεν έκρυψε τη ρωγμή του
Η είδηση με βρήκε στην αίθουσα σύνταξης πριν από τις έξι το απόγευμα. Οι σελίδες ήταν ακόμα ανοιχτές, όπως λέμε στη γλώσσα μας οι «εφημεριδάδες» που κι αν έχουμε διαχειριστεί απώλειες την ώρα της δουλειάς. Αυτή τη φορά η ψυχρολουσία ήταν μεγαλύτερη και οριζόντια. Διαπέρασε όλη την αίθουσα, ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και ακουσμάτων. Τα λεπτά που ακολούθησαν περάσαμε γρήγορα τα στάδια της απώλειας. Στην αρχή ήταν η άρνηση. Ολοι θέλαμε να είναι ψέμα. «Δεν μπορεί, fake news θα είναι». Μία μία οι επιβεβαιώσεις που έφταναν από κάθε κατεύθυνση δεν άφηναν περιθώρια. Το αίσθημα ήταν κοινό. Ολοι χάναμε κάτι δικό μας. Γιατί όμως;
Αργότερα ένας ένας καταθέταμε το αγαπημένο μας τραγούδι του: «Μου λείπεις», «Τέσσερις πήγε», «Παλιόπαιδο θα γίνω». Η μικρή κλίμακα της αίθουσας σύνταξης έδωσε τη θέση της στη μεγάλη εικόνα βγαίνοντας έξω, στον αέρα της πόλης. Τα αυτοκίνητα στον Πειραιά έπαιζαν στο τέρμα Μαζωνάκη. Στο μετρό ακουγόταν μόνο ένα όνομα. Το βράδυ χαζεύοντας τα σόσιαλ έπεσα πάνω σε μια ανάρτηση που έλεγε πως «όλοι αγαπήσαμε τον Γιώργο Μαζωνάκη, γιατί όλοι έχουμε λίγο Γιώργο Μαζωνάκη μέσα μας».
Ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν ένας άνθρωπος χαρισματικός μα και βαθιά τραυματισμένος. Πάνω από όλα αυθεντικός. Δεν έκρυψε τη ρωγμή του. Και το αλάνθαστο λαϊκό κριτήριο κατάλαβε και τον αγάπησε έτσι ακριβώς όπως είναι. Το μέγεθος της γενναιόδωρης προσφοράς του στον συνάνθρωπο, που τώρα, μετά θάνατον, αποκαλύπτεται, είναι ένα κομμάτι που απλώς συμπληρώνει το παζλ.
Πριν τα μεσάνυχτα έπεσα πάνω σε μια ερμηνεία του -σε ένα εορταστικό του «Voice»- που ξεχωρίζω ως την πιο προσωπική του κατάθεση: «Γιε μου, γιε μου» των Απόστολου Καλδάρα και Λευτέρη Παπαδόπουλου. Σαν να το απηύθυνε στον ίδιο του τον εαυτό, με την τρυφερότητα και την έγνοια που αποζητούσε. Μετά πήγα στο δικό μου αγαπημένο «Ανήκω σε μένα». «Εγώ όμως ανήκω και στον κόσμο». Με αυτά τα λόγια έκλεισε την τελευταία του συνέντευξη. Το γνώριζε ήδη.
Ελενα Γαλανοπούλου
Διαβάστε περισσότερα
