Τελευταία νέα
Κύπρος: Πνίγηκε 27χρονος στη Λεμεσό – Έπεσε από καταμαράν στη θάλασσα για να βρει το κινητό του «Βόμβα» Washington Post: Το Πεντάγωνο εξετάζει μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στον Κόλπο Δύο συλλήψεις για πρόκληση πυρκαγιών σε Τρίκαλα και Κάρυστο Ουκρανικό: Τι σηματοδοτεί η επικίνδυνη κλιμάκωση μεταξύ Μόσχας και Λονδίνου – Drones, απειλές και διπλωματική κόντρα Κύπελλο: Εύκολη πρόκριση του Ατρόμητου στη League Phase [βίντεο] Οι δυο μαύρες τρύπες της μείωσης του ελληνικού χρέους και οι κούφιοι πανηγυρισμοί Μητσοτάκη- Πιερρακάκη Μαντόνα: Το φωτογραφικό άλμπουμ από τα γενέθλιά της στην Ελλάδα – «Φάε, προσευχήσου, αγάπα, χόρεψε» [εικόνες] Στη Χαλκιδική ο Κώστας Κατσαφάδος για μέτρα για τους πυρόπληκτους «Από τα βάθη της καρδιάς μου στην κορυφή του κόσμου»: Έκθεση φωτογραφίας από την FemArtAct Εργολάβοι, η «λύση» για κάθε πρόβλημα: Ολοένα και περισσότερες λειτουργίες του ΕΣΥ σε ιδιώτες Γάζα: Νέο φονικό ισραηλινό πλήγμα στο λιμάνι – Τουλάχιστον έξι νεκροί Τραγωδία στη Σίφνο: Τα απανθρακωμένα συντρίμμια του ελικοπτέρου – Νέα πλάνα
Efsyn.gr

«Διακρίνοντας» ή το παράδοξο της λογοτεχνικής κριτικής

Κριτικός λογοτεχνίας για μια τεσσαρακονταετία (1985-2025), η Ελισάβετ Κοτζιά παρακολούθησε εκ του σύνεγγυς και αναμετρήθηκε κριτικά με την παραγωγή της περιόδου. Το νέο της βιβλίο αποτελεί μέρος της πρώτης ύλης της γραμματολογικής δοκιμής της «Το μέτρο και τα σταθμά» (Πόλις, 2020), όπου χαρτογράφησε την πεζογραφία μας από το 1974 στις παραμονές της κρίσης, και πρόκειται για μια συναγωγή 133 κριτικών σημειωμάτων – από ένα corpus 1.400. Εδώ μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τη διαμόρφωση, τις απαρχές και τα εξελικτικά στάδια της κριτικής της προσέγγισης: περιγραφή θεματικών και μορφικών χαρακτηριστικών, σταδιακό άνοιγμα στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα (ιστορία, πολιτική, καθημερινότητα), μετά στην ειδολογική προϊστορία αναζητώντας την πανοραμική λήψη του γραμματολογικού κάδρου και την αξιολογική τοποθέτηση στην παράδοση. Το βιβλίο αποτελεί ταυτόχρονα την κριτική της αυτοβιογραφία και τον προσωπικό της Κανόνα.
Σε μια περίοδο ακραίας εμπορευματοποίησης του βιβλίου και κατακερματισμού της κριτικής, στα πρόθυρα πιθανόν μιας αλλαγής συνολικού παραδείγματος με την κυριαρχία της Τ.Ν., η συστηματική κριτικογραφία της Κοτζιά, που διαμορφώθηκε επίσης σε μια μεταβατική εποχή όταν άλλαξαν τα δεδομένα παραγωγής και έκδοσης του βιβλίου, αποτελεί την καλύτερη αφορμή ενός αναστοχασμού πάνω στα εργαλεία ερμηνείας και τα κριτήρια αξιολόγησης, τον ρόλο και τη σημασία της λογοτεχνικής κριτικής. Σε αντίθεση με τη συνοπτική αποτίμηση των συγγραφέων στη γραμματολογία της, που δημιουργούσε την αίσθηση της αφοριστικής γενίκευσης, εδώ ξεδιπλώνονται η επιχειρηματολογία και τα κριτήρια της, ώστε να είναι αδύνατη η αβασάνιστη απόρριψή τους, ακόμη κι όταν υπάρχει διαφωνία.
Ανήκοντας σε μια γενιά που διαμόρφωσε τα κριτήριά της με γνώμονα τα επιτεύγματα του υψηλού μοντερνισμού και τις θεωρίες της εποχής πριν από τον σχετικισμό του μεταμοντέρνου, η Κοτζιά προσέρχεται με ευθύνη και σοβαρότητα στην κριτική γνωρίζοντας ότι αυτή κινείται μεταξύ της «δημιουργικής φαντασίας» και της «αξιολογικής κρίσης», ανάμεσα στον «θεωρητικό λόγο» και στην «αισθητική συγκίνηση», ανάμεσα στην «επικαιρότητα» και στη «χρονική αντοχή που διεκδικεί κάθε λογοτεχνικό έργο». Αποδεικνύεται, επίσης, ευήκοος στις σειρήνες του νέου, ανοιχτή σε νέα είδη (αστυνομικό, μελλοντολογικό αφήγημα), θέματα ή τρόπους γραφής. Παρεμβαίνει, συζητά, αποδέχεται ή απορρίπτει, κάποτε αλλάζει γνώμη: την αρνητική αποτίμηση ακολουθεί η ολόθερμη αποδοχή, άλλες φορές η θετική εντύπωση υπαναχωρεί μπροστά σε όψιμα προβλήματα. Αντιμετωπίζοντας την άνοδο του μπεστ σέλερ, αναγκάστηκε να αναπροσαρμόσει τα κριτήριά της, προσθέτοντας στην εργαλειοθήκη της τη χαρά της απρόσκοπτης ανάγνωσης και την παραμυθητική λειτουργία της λογοτεχνίας.
Ελισάβετ Κοτζιά, Μεταπολιτευτική πεζογραφία. Κριτικά σημειώματα 1985-2025 | Σελ. 405, Κίχλη, 2026
Μαζί με την «αληθοφάνεια» και την «οργανικότητα», η «απόλαυση» είναι το κριτήριο που επανέρχεται συχνότερα. Υποκειμενική, βιωματική και συχνά απρόβλεπτη, η απόλαυση αφορά εκείνο το «υπόλοιπο» του κειμένου, που συχνά αδυνατούμε να ορίσουμε, και έχει συγκινησιακή αλλά και διανοητική υφή, γιατί απόλαυση προσφέρει ένα κείμενο και όταν αντιστέκεται στην ερμηνεία ή την ταξινόμηση. Σήμερα, είμαστε δεκτικοί στην πολυσημία της ανοιχτότητας, μακριά από το ένα και μοναδικό νόημα αλλά και ενάντια στην ασημία του anything goes. Τι σημαίνει, ωστόσο, ότι το κείμενο «δεν οδηγεί πουθενά» ή «οδηγεί στο χάος» – το οποίο στη σύγχρονη φυσική ξέρουμε ότι μπορεί να είναι οργανικό και όχι απλώς μηχανιστικό; Γι’ αυτό, πιθανόν, η ανάγνωση που αναζητά ένα κάποιο «τέλος», απόλυτη οργάνωση και συνεκτικότητα αδικεί κάποια νεότερα κείμενα. Όχι γιατί αυτά τα κριτήρια έπαψαν να έχουν ισχύ, αλλά γιατί η ενότητα μπορεί να βρίσκεται σε άλλο βάθος και η θρυμματισμένη επιφάνεια αποτελεί συνειδητή, αισθητική πρόταση – που υπόκειται φυσικά σε κανόνες αισθητικής, με απώτερο κριτή το «γούστο». Το οποίο, βέβαια, είναι ιστορικό: αυτό που σήμερα θεωρούμε «οργανικό», κάποτε θεωρήθηκε χαοτικό.
Όπως και να έχει, στα περισσότερα κείμενα του τόμου, που εμφανίστηκαν κάτω από τη στήλη με το εξαιρετικό όνομα «Διακρίνοντας» (ξεχωρίζω και φέρνω κάτι στο φως) της «Καθημερινής», γίνεται εμφανές το παράδοξο της λογοτεχνικής κριτικής: να συμφιλιωθεί η «εγκεφαλική» ανάλυση με την απόλαυση της ανάγνωσης. Γι’ αυτό θεωρώ καλύτερα κείμενα αυτά που η ανάλυση συμβαδίζει με την περιγραφή και δεν έρχεται στο τέλος για να εκλογικεύσει, να αποτιμήσει και να κατατάξει. Η κριτική έτσι γίνεται η ανατομία της ίδιας της ανάγνωσης, ένα μέσο για να βαθύνει η απόλαυση· και του αναγνώστη.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...