06/06/2026 11:34 μμ.
“Είμαστε μέρος της ιστορίας και η ιστορία -όπως είναι γνωστό- είναι μια συνθήκη και μια δράση στο παρελθόν. Εκτός από εμάς: Είμαστε ένα παρελθόν συνεχές και ατελείωτο. Απευθυνόμαστε σε όλους από αυτό προς το παρόν, για να μην γίνει το μέλλον σας.” —Ουάλιντ Ντάκα
Σχετικά με τον παράλληλο χρόνο
από τον Ουάλιντ Ντάκα
μεταφρ. του Νουρ Ελντίν Χουσεΐν στα αγγλικά
μεταφρ. Μαρία Κοσμίδη, από αγγλικά στα ελληνικά
Εικόνα του Ουάλιντ Ντάκα, που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του
“Αγαπητέ μου αδελφέ, Αμπού Ομάρ (1), σε χαιρετώ.
Σήμερα είναι 25 Μαρτίου, η πρώτη μέρα του εικοστού έτους μου φυλακισμένος. Σήμερα είναι επίσης τα εικοστά γενέθλια μιας νεαρής συντρόφισσας. Μια τέτοια “περίσταση” —η επέτειος της φυλάκισής μου, η γέννηση της συντρόφισσας— μου θυμίζει ένα ερώτημα που έθεσα στον εαυτό μου: πόσων ετών είναι σήμερα η Λένα, που έχει γίνει μητέρα δύο παιδιών; Πόσων ετών είναι η Νάτζλα, μητέρα τριών παιδιών; Και η Χανίν, μητέρα ενός κοριτσιού; Και ο Ομπέιντα – που ταξιδεύει στην Αμερική για τις σπουδές του, αποχαιρετώντας τη νεότητά του, χωρίς όμως να τον αποχαιρετήσω εγώ; Και τα αδέλφια μου – είτε παιδιά όταν τα άφησα την ημέρα της σύλληψής μου είτε γεννημένα μετά από αυτήν – πόσων ετών είναι τα αδέλφια μου, αυτά τα “παιδιά” που έκτοτε έχουν παντρευτεί και έχουν γίνει οι ίδιες μητέρες και πατέρες παιδιών;
Δεν το είχα αναρωτηθεί αυτό πριν. Ο χρόνος με την ευρύτερη έννοια, πόσος από αυτόν περνάει — αυτό δεν με απασχολούσε τόσο όσο τα λεπτά που πετούσαν κατά τη διάρκεια εκείνων των σύντομων οικογενειακών επισκέψεων. Πολύ σύντομος χρόνος για να τους παρουσιάσω όλες τις σημειώσεις που έχω καταγράψει στην παλάμη του χεριού μου· όλες τις αποστολές για τις οποίες η Σανά (2) θα χρειαστεί ιδιαίτερη προσπάθεια – όχι μόνο για να τις εκτελέσει, αλλά και απλώς για να τις θυμηθεί, καθώς μας έχουν απαγορεύσει τη χρήση στυλό ή χαρτιού κατά τη διάρκεια των επισκέψεών μας, και έτσι μόνο η μνήμη παραμένει ως η μοναδική ικανότητα που έχουμε στη διάθεσή μας για να ανακαλέσουμε. Και έτσι ξεχνάω να συλλογιστώ τις ρυτίδες που έχουν αρχίσει να χαράζονται στο πρόσωπο της μητέρας μου εδώ και χρόνια, και ξεχνάω να συλλογιστώ τα μαλλιά της που έχει αρχίσει να βάφει με χέννα για να κρύψει τα γκρίζα της από μένα, ώστε να μην ρωτήσω για την πραγματική της ηλικία.
Η πραγματική της ηλικία; Δεν γνωρίζω την “πραγματική ηλικία” της μητέρας μου. Η μητέρα μου έχει δύο ηλικίες: τη χρονολογική της ηλικία, την οποία δεν γνωρίζω, και τη φυλακιστική της ηλικία. Ας πούμε ότι η ηλικία της σε αυτόν τον παράλληλο χρόνο είναι δεκαεννέα χρόνια.
Γράφω προς όλους σας, από τον Παράλληλο Χρόνο. Στον Παράλληλο Χρόνο, όπου υπάρχει σταθερότητα του τόπου, δεν χρησιμοποιούμε τις τυπικές μονάδες του χρόνου σας, όπως τα λεπτά και τις ώρες, εκτός αν οι δύο γραμμές του χρόνου μας και του χρόνου σας συναντηθούν στο παράθυρο των επισκεπτηρίων, οπότε αναγκαστούμε να αλληλεπιδράσουμε με τους χρονολογικούς σας τύπους. Είναι, πάντως, το μόνο πράγμα που δεν έχει αλλάξει στον χρόνο σας και που ακόμα θυμόμαστε πώς να χρησιμοποιούμε.
Με έκανε να μάθω η γλώσσα των νεαρών προσώπων της Ιντιφάντα – πράγματι, αυτό μου είχε ειπωθεί προσωπικά – ότι πολλά πράγματα έχουν αλλάξει στον χρόνο σας. Το τηλέφωνο δεν έχει πλέον περιστροφικό καντράν, δεν λειτουργεί πλέον με κέρματα αλλά απαιτεί πίστωση για να ενεργοποιηθεί· και πως επίσης ότι τα πλαίσια των ελαστικών των αυτοκινήτων δεν έχουν άλλη εσωτερική δομή, αλλά είναι χωρίς σαμπρέλα.
Μου έκανε μεγάλη εντύπωση ένα τέτοιο σύστημα! Ένα σύστημα όπου το ελαστικό είναι κατασκευασμένο από υλικό που κλείνει από μόνο του, σφραγίζοντας οποιαδήποτε τρύπα αυτόματα και αμέσως, εμποδίζοντας τον αέρα να διαφύγει. Είμαι πραγματικά εντυπωσιασμένος, καθώς μοιάζει να είναι θυμίζει τον κρατούμενο που αντιστέκεται στα καρφιά που έχουν τοποθετηθεί κάτω από τους δεσμοφύλακες, μέσω αυτού του αυτοτελούς συστήματος — το σύστημα χωρίς σαμπρέλα. Γενικά, δεν υπάρχει διαφυγή για τον κρατούμενο εκτός από το να βασιστεί σε ένα τέτοιο αυτοδιορθούμενο καθεστώς, καθώς ο οδηγός ή οι οδηγοί μας δεν μπορούν να δουν μια καρφίτσα στο δρόμο εκτός αν την πατήσουν, ή μια λακούβα ή βουναλάκι στο δρόμο, εκτός αν σκοντάψουν πάνω του, υποθέτοντας ότι παίρνουν μια παράκαμψη — συντομεύοντας την απόσταση, μειώνοντας την προσπάθεια. Δεν είναι απλώς ότι οι οδηγοί μας ήταν απερίσκεπτοι, απλώς βασίζονταν σε αυτόν τον εσωτερικό σωλήνα σαν να μην είναι φτιαγμένος από σάρκα και αίμα — σαν να μην υπάρχει τέλος, ούτε στόχος. Μέχρι να γίνουμε σαν μετρητά που κυκλοφορούν στην αγορά, την αγορά των πολιτικών ελιγμών:
«Πάρτε αυτό το ελαστικό και επιτρέψτε μας λίγο από το όχημα.»
Τι αξία έχει το ελαστικό χωρίς το όχημα;
Όντως εύχομαι να βελτιωθεί η Παλαιστινιακή και η Αραβική ηγεσία. Όντως εύχομαι για τον λαό μας και την πολιτική του δύναμη να υιοθετήσουν ένα τέτοιο εσωτερικό, αυτο-αναγεννητικό σύστημα, χωρίς να χρειαστεί να καταφύγουν σε εκείνους που αυτοαποκαλούνται “οδική βοήθεια” —τους Αμερικανούς και τους ομοίους τους που σήμερα διαφθείρουν ολόκληρη τη γη στο Λίβανο. Και αν είναι αναπόφευκτο να μιλήσουμε για πολιτική —παρά το γεγονός ότι έχω αποφασίσει, ειδικά σήμερα, να μην μιλήσω για πολιτική— τότε εμείς, στον Παράλληλο Χρόνο, σας βλέπουμε, ενώ όλοι εσείς δεν μας βλέπετε. Σας ακούμε όλους, ενώ εσείς όλοι δεν μας ακούτε. Σαν να υπάρχει ένα γυαλί, φιμέ μόνο από τη δική σας πλευρά, ανάμεσά μας, όπως αυτά που έχουν τα αυτοκίνητα που μεταφέρουν σημαντικά πρόσωπα, με αποτέλεσμα μερικοί από εμάς να συμπεριφέρονται αλαζονικά σαν να είναι, πράγματι, σημαντικά πρόσωπα. Μας έχουν πείσει ότι είμαστε σημαντικά πρόσωπα.
Και γιατί όχι! Το κύρος της κατάστασης το απαιτεί. Σε όλο τον κόσμο, υπάρχουν κράτη και κυβερνήσεις που έχουν φυλακισμένους, εκτός από εμάς: Είμαστε φυλακισμένοι που έχουμε ένα υπουργείο σε μια κυβέρνηση που δεν έχει κράτος!(3)
Εμείς —για όσους δεν το γνωρίζουν— ζούμε εδώ στον “Παράλληλο Χρόνο” από πριν ακόμα το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και του κομμουνιστικού μπλοκ, πριν από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και τον Πρώτο, Δεύτερο και Τρίτο Πόλεμο του Κόλπου, πριν από τη Μαδρίτη και το Όσλο και πριν από το ξέσπασμα της Πρώτης και της Δεύτερης Ιντιφάντα. Στον Παράλληλο Χρόνο είμαστε τόσο παλιοί όσο και η επανάσταση αυτή και προηγούμαστε της γένεσης ορισμένων από τις φατρίες της· προηγούμαστε των αραβικών δορυφορικών καναλιών και της εξάπλωσης της κουλτούρας των χάμπουργκερ στις πρωτεύουσές μας. Πράγματι, είμαστε πριν από την εφεύρεση των κινητών τηλεφώνων και τη διάδοση αυτών των νέων συστημάτων τηλεπικοινωνιών και του διαδικτύου. Είμαστε μέρος της ιστορίας, και η ιστορία – όπως είναι γνωστό – είναι μια κατάσταση και μια δράση στο παρελθόν. Εκτός από εμάς: Είμαστε ένα παρελθόν συνεχές και ατέρμονο. Απευθυνόμαστε σε όλους σας από αυτό, στο παρόν, ώστε να μην γίνει αυτό, το μέλλον σας.
Έχω πει ότι, εδώ, ο χρόνος μας δεν είναι ο δικός σας χρόνος. Ο χρόνος μας δεν εξελίσσεται στον άξονα του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος· ο χρόνος μας, που ρέει μέσα στην σταθερότητα του τόπου, εκτοπίζει από τη γλώσσα μας τις τυπικές έννοιες του χρόνου και του τόπου — ή ας πούμε ότι τις συγχέει, σύμφωνα με τα δικά σας πρότυπα. Δεν ρωτάμε «πότε;» ή «πού θα συναντηθούμε;», για παράδειγμα, αλλά μάλλον έχουμε ήδη συναντηθεί και εξακολουθούμε να συναντιόμαστε στον ίδιο τόπο. Εδώ κινούμαστε με ευελιξία μπρος-πίσω στον άξονα του παρελθόντος και του παρόντος, και κάθε στιγμή μετά από αυτή την παρούσα είναι ένα άγνωστο μέλλον με το οποίο δεν είμαστε πλέον σε θέση να αλληλεπιδράσουμε. Το μέλλον μας είναι εκτός ελέγχου μας – μια κατάσταση αρκετά παρόμοια με εκείνη όλων των αραβικών λαών, με τη θεμελιώδη διαφορά ότι η κατοχή μας είναι ξένη και οι δεσμοφύλακές τους Άραβες· εδώ είμαστε φυλακισμένοι επειδή αναζητούμε το μέλλον, και εκεί το μέλλον είναι θαμμένο ζωντανό.
Στον Παράλληλο Χρόνο μας, οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε δώσει απάντηση σε εκείνη την ερώτηση που συνήθως τίθεται στα παιδιά: Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις; Εγώ, ακόμα και τώρα —παρόλο που είμαι σαράντα τεσσάρων ετών— δεν έχω ιδέα τι θα ήθελα να γίνω όταν μεγαλώσω!
Αν είναι αλήθεια ότι ο χρόνος ως έννοια είναι εγγενής στην ύλη – αν είναι η κινούμενη πτυχή της – και αν ο τόπος είναι η σταθερότητα της ύλης, τότε εμείς στον Παράλληλο Χρόνο έχουμε καταλήξει να αντιπροσωπεύουμε τις μονάδες αυτού του χρόνου. Είμαστε ο χρόνος που παλεύει με τον τόπο και βρίσκεται σε κατάσταση εσωτερικής αντίφασης μαζί του. Έχουμε γίνει μονάδες χρόνου. Έχουμε φτάσει να ορίζουμε σημεία στον άξονα του χρόνου με τη σύλληψη του τάδε, την άφιξη του δείνα στη φυλακή ή την αποφυλάκισή του από αυτήν. Τέτοια πράγματα είναι σημαντικά χρονολογικά γεγονότα για τις ζωές στον Παράλληλο Χρόνο. Ξέρουμε πώς να ορίζουμε την ώρα και την ημέρα και την ιστορία με τις δικές σας μονάδες χρόνου, αλλά είναι μονάδες που μένουν αχρησιμοποίητες· αυτό που χρησιμοποιείται είναι: το Χ συνέβη την ημέρα που ήρθε ο τάδε, ή πριν ή μετά την απελευθέρωση του δείνα. Και επειδή δεν ξέρουμε πότε θα συλληφθεί ο τάδε στο μέλλον ή πότε θα μεταφερθεί από τη μία φυλακή στην άλλη, δεν έχουμε τίποτα με το οποίο να ορίσουμε ένα μελλοντικό γεγονός. Έτσι, όταν μιλάμε για το μέλλον, δανειζόμαστε τις χρονολογικές σας μονάδες.
Ο χρόνος σας είναι ο αληθινός χρόνος. Ο χρόνος σας είναι ο χρόνος του μέλλοντος.
Στον Παράλληλο Χρόνο και μέσα στην αντιπαράθεση που αφορά τη σχέση μας με τον τόπο, αναπτύσσουμε σχέσεις με αντικείμενα που είναι παράξενα· σχέσεις που κανείς, εκτός από όσους είναι φυλακισμένοι στον Παράλληλο Χρόνο, δεν θα μπορούσε να καταλάβει. Πώς είναι δυνατόν να κατανοήσουμε τη συναισθηματική σχέση ενός φυλακισμένου με το φανελάκι που φορούσε τη στιγμή πριν τη σύλληψή του; Πώς είναι δυνατόν να εξηγήσουμε το βάθος των σχέσεών μας με συγκεκριμένα αντικείμενα, η απώλεια των οποίων μπορεί να οδηγήσει σε θλίψη και ακόμη και σε κλάμα; Αντικείμενα όπως ένας συγκεκριμένος αναπτήρας ή ένα συγκεκριμένο πακέτο τσιγάρων αποκτούν βαθιά συναισθηματική σημασία λόγω της ιδιαιτερότητάς τους ως το τελευταίο πράγμα που είχαμε στο «μέλλον», σαν να επιβεβαιώνουν ότι, κάποτε, βρισκόμασταν έξω από τον Παράλληλο Χρόνο — απόδειξη της συμμετοχής μας στον δικό σας χρόνο. Τέτοια αντικείμενα δεν είναι απλώς αναλώσιμα υλικά που πετιούνται στα σκουπίδια μετά τη χρήση τους: είναι η τελευταία σωσίβια ζώνη του πνιγμένου στον ωκεανό του Παράλληλου Χρόνου.
Το 1996, άκουσα την κόρνα ενός Subaru για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια και έκλαψα. Στον χρόνο μας, η κόρνα ενός αυτοκινήτου χρησιμοποιείται για κάτι περισσότερο από το να ειδοποιεί απλώς τους περαστικούς· στον χρόνο μας, η κόρνα ενός αυτοκινήτου είναι ικανή να ξυπνήσει τα βαθύτερα ανθρώπινα συναισθήματα.
Μέσα από τη σχέση τους με τον χώρο, οι άνθρωποι του Παράλληλου Χρόνου αναπτύσσουν σχέσεις που δεν είναι πιο παράξενες από αυτές που έχουν με τα αντικείμενα. Ξαφνικά, βρίσκεσαι να αναπτύσσεις μια ιδιαίτερη σχέση με τις κηλίδες στην οροφή του κελιού σου, που προκαλούνται από τη διαρροή νερού και την υγρασία. Ή μπορεί να αναπτύξεις μια σχέση με μια τρύπα ή μια ρωγμή στην πόρτα. Ποιος θα καταλάβαινε αυτόν τον διάλογο γεμάτο πάθος, συγκίνηση, διακοπές και περιγραφές, σαν να ήταν μια συζήτηση με θέμα τον παράδεισο και την πόρτα του και όχι το κελί και τις τρύπες του;
Ο πρώτος κρατούμενος: “«”Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το τμήμα τέσσερα… Αχ, να γυρνούσα πίσω στις μέρες του τμήματος τέσσερα…»
Ο δεύτερος κρατούμενος: «Σίγουρα, αλλά το καλύτερο πράγμα στο τμήμα τέσσερα ήταν το κελί επτά.»
Ο πρώτος κρατούμενος —εκπνέοντας όλο τον αέρα από τους πνεύμονές του με θλίψη για εκείνες τις μέρες— διακόπτει: «Το ξέρω, το ξέρω, αλλά τι να πεις; Από αυτό το κελί μπορείς να ακούσεις ακριβώς την αυγή —τον ήχο των αυτοκινήτων στον αυτοκινητόδρομο.»
Ο δεύτερος κρατούμενος, διακόπτοντας επίσης: «Αλλά δεν είναι αυτό — ξέρεις την πόρτα του κελιού; Μεταξύ της πόρτας του κελιού και του τοίχου, ακριβώς στους μεντεσέδες, υπάρχει μια ρωγμή δύο εκατοστών τόσο φαρδιά που μπορείς να δεις μέσα από αυτήν ενώ είσαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Μπορείς να δεις μέχρι τα άκρα της γης.»
Ο πρώτος κρατούμενος: «Φίλε, γιατί τα λες αυτά; Το τμήμα τέσσερα είναι το καλύτερο.»
Πόσο απλά τα όνειρα, πόσο σπουδαίος ο άνθρωπος, πόσο μικρός ο χώρος, πόσο μεγαλειώδης η ιδέα.
Δεν είχα σκοπό να γράψω σε μια μέρα σαν τη σημερινή – ούτε για το χρόνο, ούτε για τον τόπο, ούτε για τον Παράλληλο Χρόνο μας, ούτε για οτιδήποτε άλλο: ούτε για την πολιτική, ούτε για τη φιλοσοφία. Στην πραγματικότητα, είχα την τάση να γράψω για ό,τι με ανησυχεί – για ό,τι αγαπώ και για ό,τι μισώ – αλλά το απρογραμμάτιστο γράψιμό μου μοιάζει με την απρογραμμάτιστη ζωή μου. Θα παραδεχτώ μάλιστα ότι δεν έχω σχεδιάσει ποτέ τίποτα: ούτε να γίνω μαχητής της αντίστασης, ούτε μέλος πολιτικού κόμματος ή φατρίας, ούτε καν να συμμετάσχω στην πολιτική — όχι επειδή όλα αυτά είναι λάθος και όχι επειδή η πολιτική είναι ένα απαράδεκτο, απεχθές θέμα όπως αρέσει σε μερικούς να το βλέπουν — αλλά επειδή, κατά τη γνώμη μου, είναι τεράστια και περίπλοκα θέματα. Δεν είμαι πολιτικός ούτε μαχητής της αντίστασης, παρά τις προηγούμενες επιμονές και παρατηρήσεις. Θα μπορούσα πολύ απλά να συνεχίσω τη ζωή μου ως ελαιοχρωματιστής ή υπάλληλος βενζινάδικου, όπως ήμουν μέχρι τη στιγμή της σύλληψής μου. Θα μπορούσα να είχα παντρευτεί μια από τις ξαδέλφες μου νωρίς, όπως κάνουν πολλοί, και αυτή θα μπορούσε να είχε γεννήσει επτά ή δέκα παιδιά· και εγώ θα είχα αγοράσει ένα φορτηγό και θα είχα μάθει την τέχνη της πώλησης αυτοκινήτων και τις τρέχουσες τιμές του σκληρού νομίσματος. Όλα αυτά ήταν δυνατά, μέχρι που είδα τις φρικαλεότητες κατά τη διάρκεια του πολέμου του Λιβάνου και τις σφαγές που τον ακολούθησαν – Σάμπρα, Σατίλα. Αυτό μου προκάλεσε σοκ και έκπληξη.
Το να σταματήσω να νιώθω σοκ και έκπληξη, να σταματήσω να νιώθω τη δυστυχία των ανθρώπων (οποιωνδήποτε ανθρώπων), η άμβλυνση των συναισθημάτων μπροστά στις σκηνές φρικαλεοτήτων (κάθε φρικαλεότητας), ήταν, από την δική μου οπτική, μια καθημερινή αγωνία, και το μέτρο του βαθμού της σταθερότητας και της ανθεκτικότητάς μου. Το να συμπάσχεις με τους ανθρώπους και τον πόνο της ανθρωπότητας είναι ο ίδιος ο πυρήνας του πολιτισμού. Ο πνευματικός πυρήνας του ανθρώπου είναι η πρόθεση· ο ενυπόστατος πυρήνας είναι το έργο· και ο πνευματικός πυρήνας είναι το αίσθημα — το να συναισθάνεσαι τους ανθρώπους και τον πόνο της ανθρωπότητας είναι ο πυρήνας του ανθρώπινου πολιτισμού.
Είναι ειδικά αυτός ο πυρήνας που στοχεύεται στη ζωή του κρατουμένου κάθε ώρα κάθε μέρα κάθε χρόνο. Δεν στοχεύεσαι ως πολιτικό υποκείμενο πρώτου βαθμού, ούτε ως θρησκευτικό υποκείμενο, ούτε ως καταναλωτικό υποκείμενο που πρέπει να τιμωρηθεί με την στέρηση των απολαύσεων της υλικής ζωής. Μπορείς να υιοθετήσεις όποια πολιτική πεποίθηση σου ταιριάζει, και μπορείς να ασκείς όποια θρησκευτική λατρεία, και μπορεί ακόμη και να σου παρέχονται πολλές από τις υλικές σου ανάγκες — αλλά παραμένει το γεγονός πως η στοχευόμενη οντότητα πρώτου βαθμού είναι η κοινωνική, ανθρώπινη οντότητα μέσα σου.
Αυτό που στοχεύεται είναι οποιαδήποτε σχέση έξω από τον εαυτό, οποιαδήποτε σχέση εκτιμάς με άλλους ανθρώπους, με τη φύση —ακόμη και η σχέση σου με τον δεσμοφύλακα ως ανθρώπινο ον. Πραγματικά, τα κάνουν όλα αυτά για να σε ωθήσουν στο μίσος. Αυτό που στοχεύεται είναι η αγάπη, η αίσθηση της ομορφιάς σου, η αίσθηση της ανθρωπιάς σου.
Ομολογώ τώρα, στο εικοστό έτος της φυλάκισής μου, ότι δεν είμαι ακόμα καλός στο μίσος, ούτε στην ωμότητα, ούτε στη χυδαιότητα που επιβάλλει η ζωή στη φυλακή. Ομολογώ τώρα ότι ακόμα χαίρομαι για τα πιο γυμνά πράγματα με τη χαρά των μικρών παιδιών. Είμαι ακόμα γεμάτος απόλαυση απέναντι σε μια ευγενική λέξη ενθάρρυνσης ή φιλοφρόνησης. Ομολογώ ότι η καρδιά μου χτυπάει δυνατά στη θέα ενός λουλουδιού στην τηλεόραση, μιας σκηνής της φύσης, της θάλασσας. Ομολογώ ότι είμαι χαρούμενος παρ’ όλα αυτά, και δεν λαχταρώ καμία ευχαρίστηση από τις πολλές απολαύσεις του κόσμου παρά μόνο δύο: τη θέα των παιδιών, που στέλνονται από όλες τις γωνιές του χωριού στα σχολεία τους. και το θέαμα των εργατών τις πρώτες πρωινές ώρες καθώς προχωρούν από τα σοκάκια των γειτονιών σε ένα σκονισμένο, χειμωνιάτικο πρωινό, προς την πλατεία της πόλης – ζωτικής σημασίας, έτοιμοι να ταξιδέψουν στον τόπο εργασίας τους. Και ομολογώ τώρα ότι όλα αυτά τα συναισθήματα, όλη αυτή η αγάπη, δεν θα είχαν παραμείνει αν δεν υπήρχε η μοναδική και μοναχική αγάπη της μητέρας μου, η αγάπη της Σανά και του αδελφού μου Χόσνι, η υποστήριξη του λαού μου και των αγαπημένων μου φίλων που με περιβάλλουν από όλες τις πλευρές—εγώ σε αυτούς και εκείνοι σε μένα.
Ομολογώ ότι εξακολουθώ να είμαι άνθρωπος που κρατά την αγάπη του σαν να ήταν μια αναμένη δάδα. Και θα παραμείνω σταθερός σε αυτή την αγάπη—θα συνεχίσω να σας αγαπώ όλους, γιατί η αγάπη και μόνο η αγάπη είναι που παραμένει η μοναδική μου νίκη επί των δεσμοφυλάκων μου.
Με εκτίμηση, Μιλάντ.”
Αναφέρεται στον Παλαιστίνιο μελετητή πολιτικών επιστημών Άζμι Μπισάρα. Αυτή η επιστολή στάλθηκε από τον Ντάκα στον Μπισάρα το 2005 και μεταφράζεται και δημοσιεύεται εδώ με άδεια, με ιδιαίτερες ευχαριστίες στη βοήθεια του Μαζέρ Αλ Ζόμπι.
Αναφέρεται στη δημοσιογράφο και ακτιβίστρια Σανά Σαλαμέ που ήταν παντρεμένη με τον Ντάκα.
Αναφέρεται στο Υπουργείο κρατουμένων και πρώην κρατουμένων της Παλαιστινιακής Αρχής.
Σημείωση του μεταφραστή, Νουρ Ελντίν Χουσεΐν:
Γεννημένος το 1961 στην πόλη Μπάκα αλ-Γκαρμπίγια (باقة الغربية) στην κατεχόμενη Παλαιστίνη, ο Ουάλιντ Ντάκα ήταν Παλαιστίνιος φιλόσοφος, πολιτικός θεωρητικός, θεατρικός συγγραφέας και μαχητής της ένοπλης αντίστασης. Παρά τα στοιχεία που αποδεικνύουν το αντίθετο, ο Ντάκα κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε για συμμετοχή σε επιχείρηση του PFLP το 1984 που συνέλαβε και σκότωσε έναν Ισραηλινό στρατιώτη, για την οποία καταδικάστηκε σε ισόβια από τη σιωνιστική οντότητα το 1986 και στη συνέχεια μαράζωσε, φυλακίστηκε μέχρι το θάνατό του στις 7 Απριλίου 2024, 2024 (al-Shaikh 2021a, 276) . Το κείμενο που παρουσιάζεται εδώ γράφτηκε το 2005 στη φυλακή Gilboa, την πρώτη ημέρα του εικοστού του έτους πίσω από τα κάγκελα.
Παρά την αιχμαλωσία του, ο Ντάκα παρέμεινε πολιτικά ενεργός. Όπως υπονοείται εδώ, διατηρούσε τακτική επαφή με την πολιτιστική διανόηση της αποικιοκρατούμενης Παλαιστίνης, δίνοντάς του τη δυνατότητα να διεξάγει μια ζωντανή πολιτική ζωή από μέσα. Συγκεκριμένα, ο Ντάκα υπηρέτησε ως μέλος του πολιτικού κόμματος ‘Δημοκρατική Εθνική Συσπείρωση’ και ήταν επικεφαλής του Κινήματος Παλαιστινίων Κρατουμένων.
Ίσως η πιο σημαντική από τις δραστηριότητες του Ντάκα από αυτή την άποψη είναι οι πνευματικές του αναζητήσεις, για τις οποίες οι σύντροφοί του στην αιχμαλωσία του, του ΄έδωσαν το παρατσούκλι ‘Πρίγκιπας του Πολιτισμού’, Αμίρ Αλτακάφα (أمير الثقافة). Ακολούθησε και αποφοίτησε επιτυχώς με μεταπτυχιακό στις πολιτικές επιστήμες, ο Ντάκα παρήγαγε μια παραγωγική – και σε μεγάλο βαθμό αμετάφραστη– πνευματική παραγωγή που είχε διεπιστημονική μορφή, λαμβάνοντας τη μορφή σεναρίων, μιούζικαλ, μυθιστορημάτων, πεζών απομνημονευμάτων, παιδικών βιβλίων και έργων πολιτικής και φιλοσοφικής θεωρίας. Τοποθετημένο στο πλαίσιο του status quo μετά το Όσλο, το έργο του προέρχεται από τις επείγουσες καταστάσεις που χαρακτηρίστηκαν από τη μετατροπή της PLO σε PA, την επακόλουθη επίσημη παραίτηση από την ένοπλη αντίσταση ως πολιτική μέθοδο και τον «διαμελισμό» των Παλαιστινίων του 1948 από το εθνικό σώμα (ibid., 274). Ειδικότερα, οι διανοητικές ανησυχίες του Ντάκα περιστρέφονται γύρω από την ιδιόμορφη οντολογία του παλαιστινιακού μετά το Όσλο, ενός υποκειμένου που αναγκάζεται ολοένα και περισσότερο να υπάρχει σε μια κατάσταση χωρίς προοπτική, χωρίς μέλλον άπειρο παρόν – τον παράλληλο χρόνο της παλαιστινιακής πολιτικής ύπαρξης. Το κείμενο που παρουσιάζεται εδώ είναι μια πρώιμη αλλά θεμελιώδης παρουσίαση αυτού του κεντρικού πνευματικού εγχειρήματος.
Ο Ντάκα αφήνει πίσω του μια κληρονομιά που απαιτεί σταθερή πίστη σε ένα ηθελημένο, παράγων μέλλον. Πράγματι, σε κάθε στροφή ο Ντάκα αρνιόταν να συνθηκολογήσει με αυτή την ψευδαίσθηση του άπειρου παρόντος που προκλήθηκε από το κράτος του απαρτχάιντ. Το 1996, ένας φυλακισμένος Ντάκα γνώρισε και συνδέθηκε με τη δημοσιογράφο και μεταφράστρια Σανά Σαλαμά. Αν και αρχικά μπλοκαρίστηκαν από τη σιωνιστική οντότητα, οι δυο τους παντρεύτηκαν μετά την παρέμβαση του Aζμί Μπισάρα – αποδέκτη της επιστολής που μεταφράστηκε εδώ και μέλος της Κνεσέτ τότε – το 1999. Εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις όπως ο γάμος τους και ένα μεμονωμένο περιστατικό στο οποίο η Σανά κατάφερε να κλέψει μια αγκαλιά το 2015 (ibid., 280) , το ζευγάρι διεξήγαγε όλη τη σχέση του μέσα από τις ατσάλινες ράβδους της φυλακής. Το ζευγάρι συνέλαβε τα παιδιά του μέσω απελευθερωμένου σπόρων, Νούτφα μουχαρράρα , Μιλάντ – γέννηση στα αραβικά – γεννήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 2020 (al-Shaikh 2021b, 84-5). Όπως και σε άλλα κείμενα, ο Ντάκα ολοκληρώνει την επιστολή του το 2005 στον Aζμί Μπισάρα χαιρετίζοντας το μελλοντικό παιδί του: Μα‘α ταχιγιάτι ( تحياتي, τους χαιρετισμούςμου), Μιλάντ.
—Νουρ Ελντίν Χουσεΐν
Παραπομπές:
Al-Shaikh, Abdul-Rahim. 2021a. “Al-Zaman Al-Muwazi Fi Fikr Walid Daqqa [Parallel Time in the Thought of Walid Daqqa].” المجلة العربية للعلوم الإنسانية. 39 (155): 271–308. https://doi.org/10.34120/ajh.v39i155.2889.
Al-Shaikh, Abdul-Rahim. 2021b. “The Parallel Human: Walid Daqqah on the 1948 Palestinian Political Prisoners.”Confluences Méditerranée N° 117(2): 73–87. https://doi.org/10.3917/come.117.0075.
media:
daqqa.jpg
