Διορατικός. Στη δύση του 19ου αιώνα, έχοντας μόλις πάρει στα χέρια του το πτυχίο Νομικής, ο Ζιλ Ριμέ διέκρινε τη δυναμική του πρωτοεμφανιζόμενου στην απέναντι ακτή της Μάγχης παιχνιδιού με την μπάλα. Αν και ο ίδιος δεν έπαιξε ποτέ επίσημα ποδόσφαιρο, είχε διατυπώσει τις «δυνατότητες παγκόσμιας απήχησης του νέου παιχνιδιού» σε νομικούς κύκλους στο Παρίσι.
Είχε βρεθεί από 11 ετών στη γαλλική πρωτεύουσα. Ο πατέρας του είχε αποφασίσει να αναζητήσει εκεί καλύτερη τύχη, μεγαλύτερο μισθό από τη γενέτειρα, την κωμόπολη Τελέ Λε Λαβονκούρ ή απλά «Τελέ», όπως την αποκαλούν οι κάτοικοί της στην ανατολική Γαλλία. Ο Ζιλ Ριμέ γεννήθηκε εκεί στις 15 Οκτωβρίου 1873. Παιδί έμεινε δίπλα στον αγρότη παππού του και για πολλά χρόνια πήγαινε βραδινό σχολείο. Σε ηλικία 11 ετών, συναντήθηκε και πάλι με τον πατέρα του στο Παρίσι.
Οταν άφησε την τελευταία του πνοή (σαν χθες, 16 Οκτωβρίου) το 1956 στη Σιρέν, μία ημέρα μετά τα 83α γενέθλιά του, είχε προλάβει -από το 1930- να ζήσει την τρανή απόδειξη της παγκόσμιας απήχησης του ποδοσφαίρου, έχοντας κάνει το όραμά του πραγματικότητα. Μέσω της -δικής του έμπνευσης- διοργάνωσης εθνικών ομάδων, που αποτελεί αυτοσκοπό των ποδοσφαιριστών και μαγνήτη για τους ποδοσφαιρόφιλους όπου Γης και αποκαλείται «Παγκόσμιο Κύπελλο».
Το 1898, κάτοικος Παρισιού πλέον, ίδρυσε τη χριστιανική, δημοκρατική εφημερίδα «La Revue», η οποία συγχωνεύτηκε έναν χρόνο αργότερα με την εφημερίδα «La Sillon» και το νέο έντυπο θεωρείται το βήμα αποκήρυξης του πολιτεύματος της βασιλείας από μεγάλο τμήμα της γαλλικής κοινωνίας!
Εχουμε ακούσει σε δημοσιογραφικές αποστολές, κυρίως από Γάλλους δημοσιογράφους και στελέχη των εθνικών ομάδων των «μπλε», πως ο Ριμέ «ναι, μεν έχει μείνει στην ιστορία, αλλά πήγε και κόντρα στην έμφυτη κλίση του». Εννοούν πως από νέος ήταν διαπρεπής δικηγόρος με κλίση προς τις τέχνες. Ομως στο μυαλό του προείχε το όραμά του. Αν και ο ίδιος δεν είχε φορέσει ποδοσφαιρικά παπούτσια, ούτε υπήρξε πιστός οπαδός συγκεκριμένου συλλόγου, ίδρυσε το 1897 στο Παρίσι ποδοσφαιρικό σωματείο ονόματι «Red Star», με στόχο να γίνει πόλος συνύπαρξης «ποδοσφαιριστών-πολιτών από κάθε κοινωνική ομάδα, χωρίς ταξικές διακρίσεις».
Λόγια που μνημονεύουν και συχνά καπηλεύονται στυγνοί παράγοντες, όπως ο νυν πρόεδρος της FIFA Τζάνι Ινφαντίνο. Ο Ζιλ Ριμέ ήταν εκ των προκατόχων της προεδρικής καρέκλας και ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Παγκόσμιας Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας το 1904. Οσο για τη «Red Star» ακόμη υπάρχει, ταπεινή, με παρουσία στις μικρές κατηγορίες του γαλλικού ποδοσφαίρου και όχι πρωταγωνίστρια όπως στην ανατολή του 20ού αιώνα – τότε η τροπαιοθήκη της εμπλουτίστηκε με πέντε Κύπελλα Γαλλίας!
Το πρώτο τρόπαιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου, που είχε το όνομα του Γάλλου οραματιστή (AP Photo)
Ο Ριμέ πολέμησε με τον βαθμό του λοχαγού στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εν έτει 1921 ανέλαβε την προεδρία της FIFA. Παρέμεινε στην ίδια θέση επί 33 χρόνια και είναι ο μακροβιότερος πρόεδρος της κορυφαίας ποδοσφαιρικής αρχής. Το 1926 όρισε πενταμελή επιτροπή για τη διερεύνηση δημιουργίας μιας διοργάνωσης παγκόσμιας εμβέλειας. Για τα κοινωνικά και βεβαίως οικονομικά δεδομένα της εποχής το εν λόγω σχέδιο ηχούσε ακραίο. Και όμως! Το 1928, στο συνέδριο της FIFA στο Αμστερνταμ, αποφασίστηκε η δημιουργία του Παγκόσμιου Κυπέλλου και η διεξαγωγή του κάθε τέσσερα χρόνια. Ιστορική έχει μείνει η ομιλία του Ζιλ Ριμέ στο συνέδριο εκείνο, με λόγια που παραπέμπουν στο όραμά του για συνύπαρξη των λαών με πρόφαση το ποδόσφαιρο. Στα σύγχρονα συνέδρια της FIFA επαναλαμβάνονται τα λόγια του από την ομιλία εκείνη -που ουσιαστικά ήταν η ιδρυτική διακήρυξη του Παγκόσμιου Κυπέλλου- χωρίς να εννοούνται! Το όραμα Ριμέ, η συνύπαρξη χωρίς διακρίσεις, χρησιμεύει μόνο προεκλογικά για εντυπωσιασμό εκ μέρους υποψηφίων…
Το 1927, στο συνέδριο της Βαρκελώνης, ανακοινώθηκε η Ουρουγουάη ως διοργανώτρια χώρα του πρώτου Παγκόσμιου Κυπέλλου. Η πρώτη διοργάνωση έγινε εκτός Ευρώπης, σε αντίθεση με την προσδοκία των Γάλλων ότι η πατρίδα τους θα φιλοξενούσε το πρώτο εγχείρημα παγκόσμιου βεληνεκούς επειδή ο Ριμέ ήταν συμπατριώτης τους… Οι ιστορικοί του ποδοσφαίρου τονίζουν πως ο Ζιλ Ριμέ δεν θέλησε να γίνει στη γενέτειρά του, ώστε να υπάρχει η αίσθηση οικουμενικότητας και η απουσία ιδιοτέλειας στις αποφάσεις του. Συνέβαλε και η διαβεβαίωση των Νοτιοαμερικανών διοργανωτών πως θα κατασκεύαζαν γήπεδο χωρητικότητας 90.000 θέσεων και θα κάλυπταν τα έξοδα μετάβασης και διαμονής των αποστολών. Οι πληγές του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου ήταν ακόμα ανοιχτές. Και η συναινετική λύση της ανάληψης της διοργάνωσης από τη μακρινή -και όχι «κάτοχο» ευρωπαϊκού αστικού φρονήματος- Ουρουγουάη ήταν συμβατή με την οικουμενικότητα των επιδιώξεων του Ριμέ.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
