Τελευταία νέα
Εστιατόρια, παμπ και θέατρα απαγορεύουν τα «κατασκοπευτικά» γυαλιά της Meta ΣΥΡΙΖΑ σε Μητσοτάκη: «Μιλά για τέλος στο ρουσφέτι ο… αρχιτέκτονας του ρουσφετιού;» Πανελλαδική έρευνα Metron Analysis: Γιατί έχει αποκτήσει ρεύμα ένα πράσινο ψηφοδέλτιο Raise Her Voice: Καμπάνια για την έγκαιρη αναγνώριση της έμφυλης βίας – Έμφαση στις γυναίκες με αναπηρία Τζόνι Γκρίνγουντ, Αλεξάντρ Ντεσπλά και Χίλντουρ Γκουντναντότιρ υποψήφιοι για το Σάουντρακ της Χρονιάς ΣΥΡΙΖΑ: Ετοιμαζόμαστε για την εκλογική μάχη, δίπλα στην κοινωνία, απέναντι στην κυβέρνηση Πόρτο Γερμενό: Μεγάλη καταστροφή δείχνουν οι αυτοψίες – Ένα στα δύο σπίτια κρίθηκε «κόκκινο» [εικόνες – βίντεο] Δύο νέες αποχωρήσεις από την Ελπίδα για τη Δημοκρατία: Καρφιά για έλλειψη δημοκρατικού διαλόγου Εφιαλτικό βίντεο από το Πόρτο Γερμενό: Η στιγμή που η πυρκαγιά κυκλώνει πολίτες και πυροσβέστες – «Πέρασε από πάνω μας» Ρουμανία: Επιχειρείται εκτροπή υδάτων του Δούναβη για εξασφάλιση της λειτουργίας του πυρηνικού αντιδραστήρα στην Τσερναβόντα ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: Κύριε Μητσοτάκη, ο λύκος δεν μπορεί να φυλάει τα πρόβατα Φωτιά στην Aγία Μαρίνα Ηλείας – Σηκώθηκαν 3 εναέρια μέσα
Thefaq.gr

Ηλεκτρικό δίκτυο: Γιατί η ανθεκτικότητα γίνεται ζήτημα εθνικής ασφάλειας

Με φόντο τις πρόσφατες πυρκαγιές, επανέρχεται στο προσκήνιο η συζήτηση για την ανθεκτικότητα του ηλεκτρικού δικτύου και τις ευθύνες για την πρόληψη των κινδύνων.

 
Η ασφάλεια του ηλεκτρικού δικτύου ως ζήτημα δημόσιας πολιτικής και εθνικής ανθεκτικότητας
Η περίπτωση του ΔΕΔΔΗΕ συμπυκνώνει μια ευρύτερη αντίφαση του σημερινού αναπτυξιακού μοντέλου: οι οικονομικές αποδόσεις μιας κρίσιμης υποδομής παραμένουν προβλέψιμες, ενώ το κόστος των καθυστερήσεων, των ελλείψεων και των κινδύνων μεταφέρεται στην κοινωνία.
Οι πρόσφατες πυρκαγιές επανέφεραν με τον πιο οδυνηρό τρόπο το ζήτημα της ανθεκτικότητας των δημόσιων υποδομών. Η κλιματική κρίση αυξάνει την ένταση και την ταχύτητα εξάπλωσης των πυρκαγιών. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει γιατί γνωστοί και επαναλαμβανόμενοι κίνδυνοι δεν αντιμετωπίζονται εγκαίρως.
Σε μια χώρα με παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας, υψηλές θερμοκρασίες και εκτεταμένες δασικές και περιαστικές ζώνες, η ασφάλεια του ηλεκτρικού δικτύου δεν αποτελεί απλώς τεχνικό ζήτημα. Αποτελεί κρίσιμο πεδίο πολιτικής προστασίας, περιβαλλοντικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας.
Το ηλεκτρικό δίκτυο ως παράγοντας πυρκαγιάς
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, το 36,6% των μεγαλύτερων πυρκαγιών του 2025 συνδεόταν με ηλεκτρικές υποδομές. Παράλληλη ανάλυση εκτιμά ότι οι πυρκαγιές που ξεκίνησαν από τέτοιες υποδομές αντιστοιχούσαν στο 55% των συνολικά καμένων εκτάσεων της ίδιας χρονιάς.
Τα στοιχεία αυτά δεν επιτρέπουν γενικεύσεις ούτε σημαίνουν ότι κάθε περιστατικό συνδέεται με ευθύνη του ΔΕΔΔΗΕ. Υπάρχουν και ιδιωτικά δίκτυα μεταφοράς ή εγκαταστάσεις που δεν υπάγονται στην αρμοδιότητά του.
Αποδεικνύουν, όμως, ότι οι ηλεκτρικές υποδομές αποτελούν σημαντικό και επαναλαμβανόμενο παράγοντα κινδύνου. Η ασφάλεια του δικτύου διανομής, η κατάσταση των εναέριων γραμμών, η συντήρηση των αγωγών, η αντικατάσταση παλαιών στύλων και η διαχείριση της βλάστησης γύρω από τις γραμμές δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ζητήματα δευτερεύουσας τεχνικής διαχείρισης.
Ο ΔΕΔΔΗΕ έχει θεσμική ευθύνη για τη λειτουργία, τη συντήρηση, την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα του εθνικού δικτύου διανομής. Στην εποχή της κλιματικής κρίσης, η ευθύνη αυτή πρέπει να επαναπροσδιοριστεί με αυστηρότερα πρότυπα πρόληψης και λογοδοσίας.
Δημόσιοι πόροι χωρίς την απαιτούμενη ταχύτητα υλοποίησης
Μετά τις πυρκαγιές και τα ακραία καιρικά φαινόμενα του 2021, διατέθηκαν μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης σχεδόν 187 εκατ. ευρώ για την υπογειοποίηση και τη μετατόπιση εναέριων γραμμών, με έμφαση στις δασικές περιοχές.
Η χρηματοδότηση αυτή απαντούσε σε μια υπαρκτή και απολύτως καταγεγραμμένη ανάγκη. Η υπογειοποίηση δεν αποτελεί πανάκεια και δεν είναι τεχνικά ή οικονομικά εφικτή σε κάθε περιοχή. Είναι, όμως, κρίσιμο εργαλείο μείωσης του κινδύνου στις δασικές, περιαστικές και ιδιαίτερα ευάλωτες ζώνες.
Παρά την εξασφάλιση των πόρων, η πρόοδος παραμένει περιορισμένη. Από περίπου 26.000–27.000 χιλιόμετρα υπόγειου δικτύου πριν από το 2021, το συνολικό μήκος έφτασε στα τέλη του 2025 περίπου στα 32.300 χιλιόμετρα. Ως ποσοστό του συνολικού δικτύου, η υπογειοποίηση αυξήθηκε περίπου από το 10–11% στο 12–13%.
Η μεταβολή αυτή δεν είναι αμελητέα. Δεν αντιστοιχεί, όμως, στην ταχύτητα που επιβάλλουν η κλιματική κρίση, η συχνότητα των πυρκαγιών και η έκταση των διαθέσιμων δημόσιων πόρων.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο χρηματοδοτικό. Είναι πρόβλημα διοικητικής ικανότητας, σχεδιασμού, ιεράρχησης και αποτελεσματικής υλοποίησης.
Η αξιολόγηση των επενδύσεων δεν μπορεί να περιορίζεται στο ύψος των συμβάσεων ή στην απορρόφηση των πόρων. Πρέπει να βασίζεται στο πραγματικό αποτέλεσμα: πόσα χιλιόμετρα δικτύου υπογειοποιήθηκαν σε περιοχές υψηλού κινδύνου, πόσες ευάλωτες γραμμές αντικαταστάθηκαν και σε ποιον βαθμό μειώθηκε ο κίνδυνος έναρξης πυρκαγιάς.
Αυξανόμενες χρεώσεις χωρίς αντίστοιχη αναβάθμιση ασφάλειας
Την ίδια περίοδο, το οικονομικό βάρος που επωμίζονται νοικοκυριά και επιχειρήσεις για τη χρήση του δικτύου αυξάνεται σημαντικά.
Για ένα μικρό ή μεσαίο νοικοκυριό, η ετήσια χρέωση διανομής αυξήθηκε από περίπου 45 ευρώ το 2020 σε περίπου 62 ευρώ. Για μια μικρή επιχείρηση με τριφασική παροχή, το αντίστοιχο κόστος αυξήθηκε από περίπου 98 ευρώ σε σχεδόν 193 ευρώ.
Συνολικά, τα ποσά που καταβάλλουν οι καταναλωτές μέσω των χρεώσεων διανομής αυξήθηκαν από περίπου 730 εκατ. ευρώ σε 1,24 δισ. ευρώ.
Οι αυξήσεις αυτές δημιουργούν ένα εύλογο ζήτημα ανταποδοτικότητας. Όταν οι πολίτες πληρώνουν σημαντικά περισσότερο για τη λειτουργία του δικτύου, δικαιούνται να βλέπουν μετρήσιμη βελτίωση στην ποιότητα, στην ασφάλεια και στην ανθεκτικότητά του.
Υπάρχει, παράλληλα, και ζήτημα κατανομής του κόστους. Η ενίσχυση του πάγιου σκέλους των χρεώσεων επιβαρύνει αναλογικά περισσότερο τα νοικοκυριά με μικρή κατανάλωση, τους οικονομικά ευάλωτους και τις μικρές επιχειρήσεις. Περιορίζει, επίσης, το οικονομικό όφελος από την εξοικονόμηση ενέργειας.
Η τιμολογιακή πολιτική μιας μονοπωλιακής υποδομής δεν είναι ουδέτερη τεχνική διαδικασία. Έχει σαφείς κοινωνικές και αναδιανεμητικές συνέπειες. Για αυτό πρέπει να αξιολογείται όχι μόνο με λογιστικά κριτήρια, αλλά και με κριτήρια αναλογικότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης και περιβαλλοντικής αποτελεσματικότητας.
Η διανομή μερισμάτων και το ζήτημα των προτεραιοτήτων
Για τη χρήση του 2024 εγκρίθηκε μέρισμα ύψους 102,9 εκατ. ευρώ. Από αυτό, περίπου 50,4 εκατ. ευρώ αντιστοιχούσαν στον ιδιώτη μέτοχο που κατέχει το 49% της εταιρείας.
Η διανομή μερίσματος είναι νόμιμη και αναμενόμενη στο πλαίσιο της εταιρικής λειτουργίας. Ο ΔΕΔΔΗΕ, όμως, δεν είναι μια κοινή επιχείρηση που δρα σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού. Διαχειρίζεται μονοπωλιακή και κρίσιμη εθνική υποδομή, ενώ τα βασικά του έσοδα εξασφαλίζονται μέσα από ρυθμιζόμενες χρεώσεις που καταβάλλουν υποχρεωτικά όλοι οι καταναλωτές.
Αυτό δημιουργεί αυξημένες υποχρεώσεις δημόσιας λογοδοσίας.
Η διανομή υψηλών αποδόσεων δεν μπορεί να αποσυνδέεται από την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων ασφάλειας, συντήρησης και επενδύσεων. Σε διαφορετική περίπτωση, δημιουργείται μια ασυμμετρία: οι αποδόσεις διασφαλίζονται, ενώ οι επιπτώσεις από την ανεπαρκή θωράκιση του δικτύου βαρύνουν την κοινωνία.
Η ασφάλεια μιας κρίσιμης υποδομής δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως επένδυση που πραγματοποιείται αφού εξυπηρετηθούν πρώτα οι υπόλοιπες εταιρικές προτεραιότητες. Οφείλει να προηγείται.
Οι επενδύσεις σε ακίνητα και η πολιτική ιεράρχηση
Ο ΔΕΔΔΗΕ προχώρησε, επίσης, σε συμφωνία ακινήτων συνολικού ύψους περίπου 158 εκατ. ευρώ. Το κύριο σκέλος αφορά την αγορά νέου συγκροτήματος γραφείων στον Ελαιώνα, ύψους 134,7 εκατ. ευρώ, ενώ η συμφωνία περιλαμβάνει και υφιστάμενα ακίνητα του Διαχειριστή στο Περιστέρι.
Ο εκσυγχρονισμός των κτιριακών εγκαταστάσεων μπορεί να αποτελεί θεμιτή λειτουργική ανάγκη. Δεν είναι, συνεπώς, η ίδια η επένδυση που τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Το ζήτημα είναι η σειρά των προτεραιοτήτων.
Σε έναν οργανισμό που διαχειρίζεται κρίσιμη υποδομή, οι μεγάλες διοικητικές και κτιριακές επενδύσεις πρέπει να αξιολογούνται σε συνάρτηση με το επίπεδο ολοκλήρωσης των βασικών έργων ασφάλειας. Όταν η υπογειοποίηση και η θωράκιση του δικτύου προχωρούν με περιορισμένους ρυθμούς, η ταχεία ολοκλήρωση άλλων μεγάλων επενδύσεων δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη στρατηγική κατανομή των διαθέσιμων πόρων.
Η πράσινη μετάβαση δεν εξαντλείται στην ενεργειακή απόδοση των διοικητικών κτιρίων. Κρίνεται κυρίως από την ανθεκτικότητα, την ασφάλεια και την αξιοπιστία των ίδιων των ενεργειακών υποδομών.
Ένα διαφορετικό πλαίσιο λογοδοσίας
Η σημερινή κατάσταση απαιτεί αλλαγή του πλαισίου εποπτείας και αξιολόγησης του ΔΕΔΔΗΕ.
Πρώτον, χρειάζεται δεσμευτικό εθνικό πρόγραμμα υπογειοποίησης και θωράκισης του δικτύου, με προτεραιότητα στις δασικές, περιαστικές και λοιπές περιοχές υψηλού κινδύνου. Το πρόγραμμα πρέπει να περιλαμβάνει ετήσιους στόχους ανά περιφέρεια, σαφές χρονοδιάγραμμα και δημόσια παρακολούθηση της προόδου.
Δεύτερον, κάθε αύξηση των ρυθμιζόμενων χρεώσεων πρέπει να συνδέεται με μετρήσιμους δείκτες απόδοσης: χιλιόμετρα δικτύου που υπογειοποιούνται, ποσοστό παλαιών υποδομών που αντικαθίστανται, συχνότητα επιθεωρήσεων και μείωση των συμβάντων που συνδέονται με ηλεκτρικές εγκαταστάσεις.
Τρίτον, η διανομή μερισμάτων πρέπει να συνδέεται με την επίτευξη των βασικών επενδυτικών και επιχειρησιακών στόχων. Όταν οι δεσμεύσεις για ασφάλεια, συντήρηση και πυροπροστασία δεν εκπληρώνονται, η διανομή κερδών δεν μπορεί να παραμένει ανεπηρέαστη.
Τέταρτον, απαιτείται ενιαίο και διαφανές σύστημα προληπτικής συντήρησης, με ψηφιακή καταγραφή της κατάστασης των δικτύων, των επιθεωρήσεων, των βλαβών και των παρεμβάσεων στις περιοχές υψηλού κινδύνου.
Τέλος, κάθε μεγάλη πυρκαγιά για την οποία υπάρχουν ενδείξεις σύνδεσης με ηλεκτρική υποδομή πρέπει να διερευνάται ανεξάρτητα, με δημόσια δημοσιοποίηση των τεχνικών συμπερασμάτων. Μόνο έτσι μπορεί να δημιουργηθεί πραγματική γνώση, να εντοπιστούν επαναλαμβανόμενες αστοχίες και να αποδοθούν συγκεκριμένες ευθύνες.
Η ασφάλεια ως πρώτη υποχρέωση
Το ηλεκτρικό δίκτυο δεν είναι ένα ακόμη επενδυτικό χαρτοφυλάκιο. Είναι κρίσιμη εθνική υποδομή, απαραίτητη για την οικονομία, την κοινωνική συνοχή, την πολιτική προστασία και την ίδια την ασφάλεια της χώρας.
Η αξιολόγηση του ΔΕΔΔΗΕ δεν μπορεί να περιορίζεται στα οικονομικά του αποτελέσματα, στην αύξηση των επενδύσεων ή στην εταιρική του αποτίμηση. Πρέπει να περιλαμβάνει το επίπεδο ασφάλειας του δικτύου, την ταχύτητα της αναβάθμισης και τη μείωση του κινδύνου για την κοινωνία.
Διαφορετικά, διαμορφώνεται ένα μοντέλο στο οποίο οι οικονομικές αποδόσεις είναι εγγυημένες, ενώ το κόστος των καθυστερήσεων και των κινδύνων μεταφέρεται στους πολίτες.
Ένα μοντέλο που εγγυάται τα μερίσματα και φορτώνει στην κοινωνία το κόστος και τον κίνδυνο.
Ευγενία Φωτονιάτα, Συντονίστρια Επιστημονικού Συμβουλίου του ΙΝΑΤ
 
Πηγή: in-at.gr

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...