Τελευταία νέα
Τσίπρας: Σκάνδαλα και απάτες στο εβδομαδιαίο μενού Στις ίδιες ράγες Τσίπρας: «Με τόσες απάτες του αιώνα τα τελευταία επτά χρόνια, στο τέλος δεν θα μας φτάνουν οι αιώνες» Επίθεση Τσίπρα σε Μητσοτάκη: Φωνάζει ο κλέφτης ΕΛ.Α.Σ.: Κυβερνητικό «φιάσκο» η ψηφοφορία στον Συμβούλιο Ασφαλείας για την Λιβύη παρά το σόου Μητσοτάκη – Χρειαζόμαστε άμεση αλλαγή πλεύσης προκειμένου να επιτύχουμε την ανατροπή Πολάκης: Ηχηρή απάντηση από τους πολίτες των Χανίων στην κυβέρνηση Μητσοτάκη και στον Υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη Ιράν: Συζήτηση στην Τεχεράνη για την επιστολή Βανς – «Δεν υπάρχουν σχέδια για απευθείας συνομιλίες» Δένδιας: Η “Ασπίδα του Αχιλλέα” θα είναι ένα ενιαίο αμυντικό δίκτυο- Επιχειρησιακή ετοιμότητα σε 34 μήνες ΣΥΡΙΖΑ κατά Τσίπρα για τις αιχμές περί κρατικής χρηματοδότησης και κοινοβουλευτικών εδρών Κακοκαιρία: Ισχυρές βροχές, καταιγίδες και χαλάζι έως την Τρίτη – Πού θα σημειωθούν, πόσο θα διαρκέσουν [χάρτες] Τσίπρας: Γίνεται να περάσει εβδομάδα χωρίς σκάνδαλα και απάτες; ΗΠΑ και Ισραήλ: Πώς επηρεάζουν την Αθήνα οι δύο εκλογικές αναμετρήσεις
Efsyn.gr

ΗΠΑ και Ισραήλ: Πώς επηρεάζουν την Αθήνα οι δύο εκλογικές αναμετρήσεις

Μπροστά σε μια νέα πολιτική πραγματικότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και στο Ισραήλ, βρίσκεται η Αθήνα, καθώς δύο εκλογικές αναμετρήσεις με διαφορά μόλις μίας εβδομάδας ενδέχεται να επηρεάσουν τις ισορροπίες πάνω στις οποίες έχει στηριχθεί σημαντικό μέρος της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Οι ενδιάμεσες εκλογές της ερχόμενης Τρίτης στις ΗΠΑ και το αβέβαιο αποτέλεσμα της ισραηλινής κάλπης δημιουργούν ένα σύνθετο διπλωματικό περιβάλλον για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, η οποία έχει επενδύσει στην οικοδόμηση στενών σχέσεων με το περιβάλλον του Ντόναλντ Τραμπ, διατηρώντας παράλληλα μια ιδιαίτερη σχέση με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Το πρώτο ερώτημα αφορά την επόμενη ημέρα στην Ουάσινγκτον. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις καταγράφουν σημαντική φθορά της δημοτικότητας του Αμερικανού προέδρου και προβάδισμα των Δημοκρατικών στην πρόθεση ψήφου για το Κογκρέσο. Μια ενδεχόμενη απώλεια της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ακόμη και χωρίς αντίστοιχη ανατροπή στη Γερουσία, θα μπορούσε να περιορίσει την πολιτική ευχέρεια κινήσεων του Τραμπ, να ενισχύσει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβέρνησής του και να οδηγήσει σε μεγαλύτερη εσωτερική αντιπαράθεση.
Πέραν προσώπων
Για την Αθήνα, το ενδεχόμενο αυτό δεν μεταφράζεται αναγκαστικά σε αρνητική εξέλιξη. Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις έχουν αποκτήσει τα τελευταία χρόνια χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν τις προσωπικές σχέσεις των ηγετών και τις κομματικές εναλλαγές στην Ουάσινγκτον. Ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση έχει επιλέξει να δώσει ιδιαίτερο βάρος στην προσέγγιση του σημερινού Λευκού Οίκου και των προσώπων που διαθέτουν πρόσβαση στον στενό κύκλο του Αμερικανού προέδρου.
Η επιλογή αυτή ανταποκρίνεται στον τρόπο με τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ αντιλαμβάνεται και ασκεί την εξωτερική πολιτική, δίνοντας συχνά ιδιαίτερη σημασία στις προσωπικές επαφές και στις απευθείας συνεννοήσεις μεταξύ ηγετών. Δεν παύει, όμως, να δημιουργεί ένα ερώτημα για την ελληνική διπλωματία: πόσο αποτελεσματική μπορεί να παραμείνει η επένδυση σε έναν πρόεδρο ο οποίος, εφόσον χάσει τον έλεγχο ενός ή και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, θα αναγκαστεί να αφιερώσει ακόμη μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού του κεφαλαίου στην αντιμετώπιση των εσωτερικών του αντιπάλων;
Υπάρχει, βεβαίως, και η αντίστροφη ανάγνωση. Μια ενίσχυση των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο δεν θα σήμαινε αυτομάτως δυσμενέστερες συνθήκες για την Ελλάδα. Αντιθέτως, θα μπορούσε να αναδείξει τη σημασία των διακομματικών ερεισμάτων που έχει διαμορφώσει η χώρα στην αμερικανική πρωτεύουσα, ιδιαίτερα σε ζητήματα άμυνας, ενέργειας και περιφερειακής ασφάλειας.
Πολύπλευρη σχέση
Η ελληνική παρουσία στην Ουάσινγκτον δεν εξαντλείται, άλλωστε, στις σχέσεις με τον Λευκό Οίκο. Η ελληνοαμερικανική ομογένεια, τα οργανωμένα δίκτυα πολιτικής επιρροής, οι δεσμοί με μέλη και των δύο κομμάτων στο Κογκρέσο, αλλά και τα αμερικανικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στην Ελλάδα αποτελούν παράγοντες που λειτουργούν ανεξάρτητα από την εκάστοτε προεδρία. Η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη, η ενεργειακή συνεργασία και η παρουσία μεγάλων αμερικανικών επιχειρήσεων σε κρίσιμους τομείς της ελληνικής οικονομίας δημιουργούν μια σχέση αμοιβαίων συμφερόντων που δεν μπορεί να ανατραπεί από ένα εκλογικό αποτέλεσμα.
Σε αυτό το πλέγμα επαφών ιδιαίτερη θέση έχει και η υφυπουργός Εξωτερικών Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, η οποία γνωρίζει σε βάθος το αμερικανικό πολιτικό και διπλωματικό σύστημα από τη θητεία της ως πρέσβης της Ελλάδας στην Ουάσινγκτον. Η ίδια διατηρεί επαφές που δεν περιορίζονται στο σημερινό ρεπουμπλικανικό περιβάλλον, αλλά εκτείνονται και σε πρόσωπα του κατεστημένου των Δημοκρατικών, στοιχείο που αποκτά ιδιαίτερη αξία σε μια περίοδο ενδεχόμενης αναδιάταξης των πολιτικών συσχετισμών στο Κογκρέσο.
Η ύπαρξη αυτών των διαύλων, ωστόσο, δεν αναιρεί μια βασική δυσκολία. Μπροστά στα μεγάλα εσωτερικά προβλήματα των Ηνωμένων Πολιτειών, την οικονομική δυσαρέσκεια, τις κοινωνικές αντιπαραθέσεις και μια πιθανή νέα σύγκρουση Λευκού Οίκου και Κογκρέσου, η Ελλάδα δύσκολα θα μπορούσε να βρεθεί ψηλά στην καθημερινή πολιτική ατζέντα της αμερικανικής κυβέρνησης.
Αυτό ίσως είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα για την Αθήνα. Οχι ότι μια ενδεχόμενη αποδυνάμωση του Τραμπ θα οδηγήσει σε αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην Ελλάδα, αλλά ότι η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να απορροφηθεί τόσο έντονα από τις εσωτερικές της αντιπαραθέσεις, ώστε να περιοριστεί ο χρόνος και η πολιτική προσοχή που διαθέτει για ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου. Σε μια τέτοια περίπτωση, η διατήρηση των ελληνικών θέσεων στο αμερικανικό σύστημα λήψης αποφάσεων θα εξαρτάται ακόμη περισσότερο από τη συστηματική διπλωματική δουλειά, το Κογκρέσο και τους θεσμικούς μηχανισμούς συνεργασίας.
Ο παράγοντας Ισραήλ
Στην εξίσωση αυτή προστίθεται τώρα και το αποτέλεσμα των εκλογών στο Ισραήλ. Η αδυναμία του Μπενιαμίν Νετανιάχου και του βασικού αντιπάλου του, Γκάντι Αϊζενκοτ, να εξασφαλίσουν αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία αφήνει ανοιχτά διαφορετικά σενάρια κυβερνητικών συνεργασιών και παρατείνει την αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα.
Για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, η συγκεκριμένη εξέλιξη έχει μια πρόσθετη πολιτική διάσταση, πέρα από τη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας και Ισραήλ. Η σχέση του Ελληνα πρωθυπουργού με τον Νετανιάχου είχε αποκτήσει τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερο βάθος, με τον Ισραηλινό ηγέτη να αποτελεί όχι μόνο έναν σημαντικό συνομιλητή για τα ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας, αλλά και έναν δυνητικά χρήσιμο δίαυλο προς το περιβάλλον του Ντόναλντ Τραμπ.
Η προνομιακή πρόσβαση του Νετανιάχου στον Αμερικανό πρόεδρο και οι στενές πολιτικές σχέσεις που διατηρεί με πρόσωπα του κύκλου του προσέδιδαν στην ελληνοϊσραηλινή συνεργασία μια επιπλέον χρησιμότητα για την Αθήνα. Δεν επρόκειτο, βεβαίως, για υποκατάστατο της απευθείας ελληνοαμερικανικής επικοινωνίας, αλλά για έναν πρόσθετο παράγοντα σε μια περίοδο κατά την οποία οι προσωπικές σχέσεις με τον Λευκό Οίκο έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα.
Η πολιτική αβεβαιότητα στο Ισραήλ δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο συγκεκριμένος δίαυλος παύει να υφίσταται. Ο Νετανιάχου παραμένει στην πρωθυπουργία μέχρι να ξεκαθαρίσει η κυβερνητική κατάσταση, ενώ η σχέση του με τον Τραμπ έχει και προσωπικά χαρακτηριστικά που δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από την κατοχή κυβερνητικού αξιώματος. Μια ενδεχόμενη αποχώρησή του, ωστόσο, θα μπορούσε να μεταβάλει τις πολιτικές ισορροπίες μέσα στις οποίες κινείται η ελληνική κυβέρνηση.
Το βλέμμα στην Αγκυρα
Το δεύτερο πεδίο που παρακολουθεί η Αθήνα αφορά την Τουρκία. Η στρατηγική προσέγγιση Ελλάδας και Ισραήλ έχει ενισχυθεί σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις Αγκυρας και Τελ Αβίβ έχουν επιβαρυνθεί σημαντικά. Η κοινή αντίληψη για την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο, οι τουρκικές επιδιώξεις για διεύρυνση της περιφερειακής επιρροής και η συνεργασία με την Κυπριακή Δημοκρατία έχουν δημιουργήσει ένα πλέγμα συμφερόντων που υπερβαίνει τις προσωπικές σχέσεις των ηγετών.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι τόσο εάν μια ενδεχόμενη αποχώρηση Νετανιάχου θα οδηγήσει σε ανατροπή της ελληνοϊσραηλινής συνεργασίας, όσο εάν μια νέα κυβέρνηση θα επιλέξει να διατηρήσει την ίδια ένταση στην αντιπαράθεση με την Τουρκία ή θα επιχειρήσει να διαμορφώσει διαφορετικές ισορροπίες με την Αγκυρα.
Μια πιθανή κυβέρνηση υπό τον Γκάντι Αϊζενκοτ δεν θα σήμαινε κατ’ ανάγκην αλλαγή στρατηγικού προσανατολισμού. Ο πρώην αρχηγός των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων προέρχεται από τον πυρήνα του ισραηλινού συστήματος ασφαλείας και δεν έχει παρουσιάσει κάποια πολιτική πρόταση που να προϋποθέτει αναθεώρηση των αμυντικών συνεργασιών με την Ελλάδα. Διαφορετική, ωστόσο, θα μπορούσε να είναι η διπλωματική διαχείριση των σχέσεων με την Τουρκία, χωρίς μέχρι στιγμής να υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις για μια τέτοια μεταβολή.
Στην εξίσωση αυτή προστίθεται και το τουρκολιβυκό μνημόνιο, με την Αθήνα να αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στις θέσεις που λαμβάνουν οι περιφερειακοί της εταίροι απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις. Αντίστοιχα, η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και ο ευρύτερος σχεδιασμός ενεργειακής συνδεσιμότητας με το Ισραήλ αποτελούν πεδία στα οποία η πολιτική σταθερότητα και η συνέπεια των στρατηγικών επιλογών αποκτούν πρακτική σημασία.
Στο αμυντικό σκέλος, άλλωστε, οι δύο χώρες έχουν ήδη προχωρήσει πολύ πέρα από το επίπεδο των πολιτικών διακηρύξεων. Οι μεγάλες εξοπλιστικές συμφωνίες, η συνεργασία σε συστήματα αεράμυνας και η ανταλλαγή τεχνογνωσίας έχουν δημιουργήσει δεσμούς με μακροχρόνιο ορίζοντα, οι οποίοι δύσκολα θα επηρεάζονταν από μια απλή εναλλαγή στην ισραηλινή πρωθυπουργία.
Το σχήμα 3+1
Παράλληλα, η Αθήνα έχει επενδύσει στη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών στο σχήμα 3+1 με την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ. Η διατήρηση της αμερικανικής εμπλοκής θεωρείται κρίσιμη τόσο για τις ενεργειακές υποδομές όσο και για την ευρύτερη αρχιτεκτονική ασφάλειας της περιοχής. Πρόκειται για έναν θεσμικό μηχανισμό που μπορεί να λειτουργήσει ανεξάρτητα από τις προσωπικές σχέσεις των ηγετών, χωρίς αυτό να αναιρεί τη σημασία των απευθείας πολιτικών επαφών.
Για την ελληνική κυβέρνηση, συνεπώς, οι δύο εκλογικές αναμετρήσεις αναδεικνύουν μια κοινή πρόκληση: τη διατήρηση της δυναμικής των στρατηγικών συνεργασιών σε μια περίοδο κατά την οποία οι προσωπικές πολιτικές σχέσεις που τις διευκόλυναν ενδέχεται να δοκιμαστούν.
Η Αθήνα διαθέτει ισχυρά θεσμικά ερείσματα τόσο στην Ουάσινγκτον όσο και στο Τελ Αβίβ. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι μόνο να παραμείνουν ισχυρές οι σχέσεις αυτές, αλλά και να εξακολουθήσουν οι ελληνικές προτεραιότητες να βρίσκουν ανταπόκριση σε δύο πολιτικά συστήματα που ενδέχεται το επόμενο διάστημα να ασχολούνται πρωτίστως με τα δικά τους εσωτερικά αδιέξοδα.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...