Τελευταία νέα
Τσουκαλάς για κυριακάτικη ανάρτηση Μητσοτάκη: «Να απαντήσει αν η ΝΔ έλεγε ψέματα το 2018» «Ρήγμα» Μητσοτάκη–Γκρίνμπεργκ: Τα λάθος μηνύματα και ο φόβος της τιμωρητικής κάλπης Γ. Νικητιάδης: Το ΠΑΣΟΚ, η μόνη σοβαρή και πλήρης πρόταση διακυβέρνησης Ιός Δυτικού Νείλου: Περισσότερα τα μολυσμένα κουνούπια – Ποιοι κινδυνεύουν, όλα τα μέτρα προστασίας Νέα Αριστερά: Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θυμήθηκε ότι η ΔΕΗ πρέπει να υπηρετεί την κοινωνία, αφού πρώτα την παρέδωσε στους ιδιώτες Η ακτινογραφία της αποχής: Οι δυνατότητες Σαμαρά, το στοίχημα Τσίπρα και η δυσκολία του ΠΑΣΟΚ «Πυρά» ΣΥΡΙΖΑ στον Μητσοτάκη για το Ταμείο Ανάκαμψης – «Νέο μεγάλο επικοινωνιακό κυβερνητικό ψέμα» ΣΥΡΙΖΑ για ανάρτηση Μητσοτάκη: Οι επικοινωνιακοί απολογισμοί του Μεγάρου Μαξίμου δεν αφορούν τους πολίτες Μητσοτάκης: Από το Μετρό Θεσσαλονίκης έως το Ταμείο Ανάκαμψης ο κυβερνητικός απολογισμός της εβδομάδας Συνελήφθη ο Άρης Μουγκοπέτρος – Οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ στο κέντρο της Αθήνας Μητσοτάκης: Δεν ξέρω «αν σας χρωστάνε έναν Αύγουστο», αλλά η Θεσσαλονίκη έχει πλέον ένα «χρωστούμενο» λιγότερο Η 3η του Σεπτέμβρη είναι η πολιτική μας πυξίδα
Efsyn.gr

Η ακτινογραφία της αποχής: Οι δυνατότητες Σαμαρά, το στοίχημα Τσίπρα και η δυσκολία του ΠΑΣΟΚ

Από τις αρχές του 2026 η χώρα είχε μπει σε μια μακρά προεκλογική περίοδο καθώς η κυβέρνηση άρχισε να διανύει τον τελευταίο χρόνο της θητείας της και τίποτε δεν απέκλειε πρόωρες εκλογές.
Η προεκλογική περίοδος -όποτε κι αν γίνουν εκλογές- αναμένεται να ενταθεί από τη ΔΕΘ και μετά. Τα κόμματα θα αξιοποιήσουν τη Διεθνή Εκθεση για να παρουσιάσουν τις προγραμματικές τους θέσεις και -όπως είναι αναμενόμενο- στη συνέχεια θα ριχτούν στη μάχη της ψήφου. Αλλωστε, όπως λένε οι πληροφορίες που φτάνουν στα δημοσιογραφικά γραφεία, τα περισσότερα κόμματα έχουν ετοιμάσει κατά περίπου 80% τα ψηφοδέλτιά τους.
(shutterstock.com)
Συμπεριφορά
Στη βάση όλων των προαναφερόμενων το καίριο ερώτημα είναι από πού θα βρουν ψήφους τα κόμματα και κυρίως εκείνα που θέλουν να κυβερνήσουν. Θα επιχειρήσουμε να το απαντήσουμε εξετάζοντας ορισμένα βασικά δεδομένα του παρελθόντος. Των εκλογικών δηλαδή αναμετρήσεων που πέρασαν αλλά έχουν πολλά να πουν για το σημερινό πολιτικό παρόν.
Στον αιώνα του οποίου διανύουμε την τρίτη δεκαετία καταγράφονται δύο διαφορετικές συμπεριφορές του εκλογικού σώματος που αντιστοιχούν σε δύο διαφορετικές κοινωνικές καταστάσεις. Για την ακρίβεια, σε δύο διαφορετικές οικονομικά και πολιτικά εποχές.
Μέχρι τις εκλογές του 2009 επιβιώνει μια εκλογική συμπεριφορά που αντιστοιχεί στο πολιτικό σύστημα που διαμορφώθηκε στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Υπάρχουν δύο μεγάλα κόμματα, η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, που εναλλάσσονται στην κυβερνητική εξουσία και μια μάζα ψηφοφόρων που από την εκλογική κάθε φορά μετακίνησή της κρίνεται το θέμα της κυβερνητικής εξουσίας. Το τμήμα αυτό των ψηφοφόρων σχηματικά δεν είναι φανατικά υπέρ του ενός ή του άλλου κόμματος, αλλά άλλοτε ψηφίζει το ένα και άλλοτε το άλλο για κυβέρνηση. Ετσι η κυβερνητική εναλλαγή -που μέχρι το 2009 ήταν πάντοτε δυνατή- είχε μια σταθερότητα στον χρόνο που έδινε μια σταθερότητα στο πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης.
Αυτό το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα έχει και ένα τρίτο κόμμα, το ΚΚΕ, που ερχόταν πάντα τρίτο – πλην ορισμένων διαλειμμάτων της δεκαετίας του ’90 λόγω της κρίσης που πέρασε τότε εξαιτίας της ήττας του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος τη διετία 1989-1991. Το ΚΚΕ ως τρίτη δύναμη θεωρούνταν στοιχείο πολιτικής σταθερότητας ακόμα και από τους αντιπάλους του καθώς ως δύναμη αμφισβήτησης του κοινωνικού συστήματος αποτελούσε διέξοδο για τους δυσαρεστημένους και ριζοσπαστικοποιημένους ψηφοφόρους.
Το τέλος της πολιτικής σταθερότητας
Μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου του 2009 και κυρίως μετά την είσοδο της χώρας στο καθεστώς των μνημονίων η παλιά σταθερότητα παύει να υπάρχει. Το παλιό δικομματικό σύστημα διαλύεται ενώ την τρίτη θέση καταλαμβάνουν διάφορα κόμματα-κομήτες, ακόμα και φασιστικά. Η πολιτική σταθερότητα μετατρέπεται σε μακρόχρονη κομματική αστάθεια. Αυτό αποτυπώνεται απολύτως καθαρά στις διπλές εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου 2012. Και συνεχίζεται ώς τις μέρες μας καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να αντικαταστήσει, παρά μόνο προσωρινά, το ΠΑΣΟΚ ως ο δεύτερος πόλος της διεκδίκησης της κυβερνητικής εξουσίας και εντέλει επικράτησε ένας κατακερματισμός που είναι απολύτως διακριτός τόσο στην Κεντροαριστερά όσο και στην Αριστερά.
Στα δεξιά του πολιτικού συστήματος τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η Ν.Δ. κατάφερε να μείνει η σταθερή μεγάλη δύναμη της ευρύτερης δεξιάς παράταξης, αν και έχασε την παλιά της δυνατότητα να ενσωματώνει εκλογικά την Ακροδεξιά. Η απώλεια αυτής της δυνατότητας λόγω της οικονομικής κρίσης τροφοδότησε την εκλογική εκτίναξη της εγκληματικής-ναζιστικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής. Στη συνέχεια όταν αυτή καταδικάστηκε για την εγκληματική της δραστηριότητα, τον ακροδεξιό χώρο κάλυψαν άλλα ακροδεξιά κόμματα. Η Ν.Δ., όμως, δεν έχει ακόμη ανακτήσει την παλιά της δύναμη να κυριαρχεί και να ενσωματώνει την Ακροδεξιά.
Με απλά λόγια το πολιτικό σύστημα διαθέτει τον ένα πόλο κυβερνητικής εξουσίας στα δεξιά με πολλά προβλήματα και αναζητεί τον δεύτερο στα αριστερά του, καθώς στην Αριστερά και στην Κεντροαριστερά κυριαρχεί η πολυδιάσπαση. Ταυτόχρονα το σύνολο του πολιτικού συστήματος διαρκώς υποχωρεί σε αξιοπιστία διώχνοντας τους πολίτες από την πολιτική ενώ ιδεολογίες και πολιτικές φθάρηκαν σε πρωτοφανή βαθμό στα χρόνια των μνημονίων.
Ας δούμε όμως πώς αυτή η κατάσταση απεικονίζεται σε αριθμούς τα τελευταία χρόνια, δηλαδή από τις εκλογές του 2012 και μετά.

Στο κυνήγι της ψήφου
Η μεγάλη δεξαμενή ψήφων βρίσκεται στη μεγάλη μάζα ψηφοφόρων που έχει γυρίσει την πλάτη στο πολιτικό σύστημα
Καθώς βαδίζουμε πλέον προς τις εκλογές τα κόμματα -και δη τα κυβερνητικά- έχουν ήδη μπει στο κυνήγι της ψήφου. Οι δημοσκοπήσεις, όπως έχουμε προαναφέρει, μέχρι στιγμής καταγράφουν χαμηλά ποσοστά για όλα τα κόμματα που διεκδικούν την κυβέρνηση και μια διαφορά περί τις δέκα ποσοστιαίες μονάδες ανάμεσα στη Ν.Δ. και την ΕΛΑΣ.
Η εικόνα αυτή μάλλον καταγράφει τον σκληρό και αμετακίνητο πυρήνα των ψηφοφόρων των κομμάτων. Αυτούς δηλαδή που ούτως ή άλλως μοιάζουν αμετακίνητοι στην πολιτική τους επιλογή. Στις εκλογές βέβαια τα ποσοστά αυτά μπορεί να είναι μεγαλύτερα αλλά απέχουν πολύ από τον στόχο που κάθε κόμμα έχει θέσει για τον εαυτό του. Κατά συνέπεια το μεγάλο ζητούμενο για τα κυβερνητικά κόμματα αφορά την απάντηση στο καίριο ερώτημα που θέσαμε στην αρχή. Από πού θα βρουν τις ψήφους που χρειάζονται;
Από όσα έχουμε προαναφέρει η μεγάλη δεξαμενή ψήφων βρίσκεται στην αποχή. Ή διαφορετικά στη μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων που έχει απογοητευτεί από το πολιτικό σύστημα και του έχει γυρίσει την πλάτη. Οι πολίτες αυτοί κατέληξαν στην αποχή μέσα από μακροχρόνιες απογοητεύσεις που τους οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι δεν έχουν να περιμένουν τίποτα καλύτερο από μια κυβερνητική αλλαγή. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η δύναμη της Ν.Δ. του Κυρ. Μητσοτάκη ακόμη και τώρα που είναι αισθητά αδύναμη: στην εμπέδωση της άποψης πως οι κυβερνήσεις φεύγουνε μα τα προβλήματα μένουν ίδια και απαράλλαχτα. Οπότε τι χρειάζεται μια κυβερνητική αλλαγή;
Μπορεί η αποχή να συρρικνωθεί υπέρ της θετικής ψήφου;
Ασφαλώς και μπορεί. Αλλωστε αυτό έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν. Αλλά για να συμβεί, οι ψηφοφόροι πρέπει να πιστέψουν σε κάτι. Να έχουν προσδοκίες και να πιστεύουν πως θα γίνουν πράξη. Οσο ισχυρή είναι αυτή η πεποίθηση τόσο περισσότερο συρρικνώνεται η αποχή. Κι όποιο κόμμα καταφέρει να δημιουργήσει ισχυρές και πιστευτές προσδοκίες, θα είναι το κόμμα που θα ωφεληθεί περισσότερο από την όποια συρρίκνωση της αποχής.

(ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI)
Το εκλογικό σώμα στις κάλπες
Αν δούμε τις διακυμάνσεις της αποχής από το 2012 και μετά, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ένα 10% με 12% του εκλογικού σώματος ή σημαντικό μέρος του μπορεί να επανέλθει στη θετική ψήφο, αρκεί να βρει θετική πολιτική διέξοδο ή να πιεστεί από καταστάσεις
Το εκλογικό σώμα, δηλαδή οι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι, στις εκλογές του 2012 αριθμούσε κοντά δέκα εκατομμύρια (9.945.859 στις εκλογές του Μαΐου του 2012 και 9.947.876 στις εκλογές του Ιουνίου του ίδιου έτους). Τον ίδιο περίπου αριθμό ψηφοφόρων έχουμε και στις εκλογές του 2023 (9.813.595 εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι). Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι έχουμε να κάνουμε με τους ίδιους ανθρώπους. Σε κάθε εκλογική αναμέτρηση παλιοί ψηφοφόροι έχουν φύγει από τη ζωή και από το εκλογικό σώμα και καινούργιοι έχουν προστεθεί. Ουδέποτε, όμως, μέχρι το 2009 η ανανέωση του εκλογικού σώματος προκάλεσε κάποιες ουσιαστικές αλλαγές στο συνολικό εκλογικό αποτέλεσμα και στο σύστημα της εναλλασσόμενης διακυβέρνησης. Κατά συνέπεια η αλλαγή εκλογικής συμπεριφοράς από τις εκλογές του 2012 και μετά είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης και των συνεπειών που αυτή προκάλεσε στην κοινωνία και στο πολιτικό σύστημα.
Η μεγαλύτερη προσέλευση ψηφοφόρων στις κάλπες έγινε στις εκλογές του Μαΐου του 2012. Τότε ψήφισαν 6.476.751 (65,12%) και απείχαν 3.469.108 (34,88%).
Η μικρότερη προσέλευση καταγράφεται στις εκλογές του Ιουνίου του 2023 καθώς ψήφισαν 5.273.699 (53,74%) και απείχαν 4.539.896 (46,26%).
Οι αριθμοί δείχνουν ότι τον Μάιο του 2012 είχαμε τη μικρότερη αποχή ψηφοφόρων και τον Ιούνιο του 2023 τη μεγαλύτερη.
Ενδιαφέρον επίσης έχει το στοιχείο ότι στις εκλογές του 2009 η αποχή αντιπροσώπευε το 29,05% του εκλογικού σώματος και από τις εκλογές του 2012 και μετά πέρασε πάνω από το 30% και ποτέ δεν προσέγγισε τα προμνημονιακά επίπεδα.
Κατά συνέπεια αν δούμε τις διακυμάνσεις της από το 2012 και μετά μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ένα 10% με 12% του εκλογικού σώματος ή σημαντικό μέρος του μπορεί να επανέλθει στη θετική ψήφο, αρκεί να βρει θετική πολιτική διέξοδο ή να πιεστεί από καταστάσεις.
Εξίσου ενδιαφέρον είναι το στοιχείο ότι στις εκλογές του 2023 μέσα σε έναν μήνα -δηλαδή από την πρώτη ώς τη δεύτερη εκλογή- η αποχή αυξήθηκε κατά 8,02% ή κατά 787.341 ψηφοφόρους. Θα μπορούσε κανείς να ερμηνεύσει αυτή την εξέλιξη ως απόρροια των πρώτων εκλογών όπου η μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ κατέστησε τις δεύτερες εκλογές αδιάφορες γι’ αυτούς τους ψηφοφόρους. Εντούτοις η αποχή αυξήθηκε δραστικά στις ευρωεκλογές του 2024 φτάνοντας τα 5.787.059 ψηφοφόρους (58,76%). Αυτή η εξέλιξη εν μέρει εξηγείται από το γεγονός ότι οι ευρωεκλογές ενδιαφέρουν λιγότερο τους ψηφοφόρους σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές.
Στις ευρωεκλογές του 2014 απείχαν 4.072.198 (40,67%) και στις ευρωεκλογές του 2019 απείχαν 4.167.970 (41,31%). Επίσης στο σύνολο των ευρωεκλογών ουδέποτε καταγράφηκε η αποχή του 2024. Το μεγαλύτερο ποσοστό αποχής σε ευρωεκλογές μέχρι το 2024 καταγράφηκε στις ευρωεκλογές του 2009 όπου απείχαν 4.734.956 ψηφοφόροι ή το 47,37% του εκλογικού σώματος.
Τα προαναφερόμενα στοιχεία δείχνουν ότι στην αποχή των ευρωεκλογών του 2024 πρέπει να υπολογιστεί πως ένα σημαντικό ποσοστό ψηφοφόρων απείχαν γιατί έπαψαν να περιμένουν κάτι από το πολιτικό σύστημα. Κι αυτό ήταν πράξη αποδοκιμασίας του πολιτικού συστήματος, πράξη απονομιμοποίησής του.
Το φαινόμενο αυτό -μοναδικό στα εκλογικά χρονικά της χώρας- συνεχίζεται ώς σήμερα αν κρίνουμε από τα αποτελέσματα των μετρήσεων της κοινής γνώμης όπου η πλειονότητα των πολιτών αποδοκιμάζει την κυβερνητική πολιτική, θέλει κυβερνητική αλλαγή αλλά αυτό δεν εκφράζεται στην πρόθεση ψήφου.

Η εκλογική διαδρομή των κυβερνητικών κομμάτων
Τα κόμματα που διεκδικούν την κυβερνητική εξουσία -ανεξαρτήτως του πόσο απέχουν από αυτήν- είναι σήμερα τρία. Η Ν.Δ. του Κυρ. Μητσοτάκη, η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα και το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη.
Η Ν.Δ., όπως έχουμε προαναφέρει -κι όπως άλλωστε είναι γνωστό-, είναι το μόνο κόμμα της προμνημονιακής εποχής που κατάφερε να επιβιώσει των μνημονίων και της μεταμνημονιακής περιόδου ως κυβερνητικό κόμμα με υψηλή αποδοχή στο εκλογικό σώμα. Το ΠΑΣΟΚ συνετρίβη από τις πολιτικές του επιλογές την περίοδο της οικονομικής κρίσης, ο ΣΥΡΙΖΑ, που φαινόταν να το αντικαθιστά στο δικομματικό σύστημα διακυβέρνησης, ουσιαστικά διαλύθηκε και τη θέση του με αξιώσεις μελλοντικής κυβέρνησης φαίνεται πως καταλαμβάνει η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα.
Θα δούμε την εκλογική διαδρομή αυτών των κομμάτων ενώ για την ΕΛΑΣ, που δεν έχει εκλογική αποτύπωση, θα εξετάσουμε τις δυνατότητές της μέσα από την εκλογική διαδρομή του ΣΥΡΙΖΑ. Τα στοιχεία που προκύπτουν είναι άκρως ενδιαφέροντα.

(shutterstock.com)
Το ΠΑΣΟΚ κρατάει μια κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων
Το ΠΑΣΟΚ συνετρίβη από τις πολιτικές του επιλογές την περίοδο της οικονομικής κρίσης, ο ΣΥΡΙΖΑ, που φαινόταν να το αντικαθιστά στο δικομματικό σύστημα διακυβέρνησης, ουσιαστικά διαλύθηκε και τη θέση του φαίνεται πως καταλαμβάνει η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα
Το ΠΑΣΟΚ λόγω των πολιτικών του επιλογών είναι το μεγάλο θύμα της οικονομικής κρίσης. Είναι το κόμμα που έφερε τα μνημόνια ως κυβέρνηση και το κόμμα που συγκυβέρνησε με τη Ν.Δ. εφαρμόζοντας μνημονική πολιτική – και αυτοτελώς και συνεργαζόμενο με τον ιστορικό του αντίπαλο. Στις εκλογές του 2009 το ΠΑΣΟΚ συγκέντρωσε 3.012.542 ψήφους ή το 43,92%. Στις εκλογές του Μαΐου του 2012 κατέρρευσε στις 833.529 ψήφους (13,18%) και στις εκλογές του Ιουνίου του ίδιου έτους υποχώρησε στις 755.868 ψήφους (12,28%). Μετά τη συγκυβέρνηση με τη Ν.Δ., στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 συρρικνώθηκε στις 289.469 ψήφους (4,68%).
Σε εκείνες τις εκλογές ένα μέρος των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ συγκεντρώθηκε στο νεοσύστατο ΠΟΤΑΜΙ του Σταύρου Θεοδωράκη που έλαβε 373.924 ψήφους (6,05%). Αν αθροίσουμε τις ψήφους των δύο αυτών κομμάτων θα διαπιστώσουμε ότι είναι κατά 92.475 λιγότερες από αυτές που πήρε το ΠΑΣΟΚ μόνο του στις δεύτερες εκλογές του 2012.
Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 το ΠΑΣΟΚ κατέβηκε ως Δημοκρατική Συμπαράταξη μαζί με τη ΔΗΜΑΡ και πήρε 341.732 ψήφους (6,29%) ενώ το ΠΟΤΑΜΙ έλαβε 222.349 ψήφους (4,09%). Και τα δύο κόμματα μαζί έλαβαν περίπου εκατό χιλιάδες ψήφους λιγότερες από αυτές που είχαν λάβει τον Ιανουάριο του ίδιου έτους.
Το ΠΑΣΟΚ ως ΚΙΝ.ΑΛΛ. άρχισε ελαφρώς να ισχυροποιείται στις εκλογές του Ιουνίου του 2019 που έλαβε 457.623 ψήφους (8,10%) ενώ στις εκλογές του Μαΐου του 2023 με επικεφαλής τον Νίκο Ανδρουλάκη έλαβε 676.165 ψήφους (11,46%) και στις εκλογές του Ιουνίου του ίδιου έτους 617.487 ψήφους (11,84%).
Με δυο λόγια, το ΠΑΣΟΚ ποτέ δεν κατάφερε να φτάσει τις ψήφους του 2012. Πόσω μάλλον να τις ξεπεράσει που αυτό θα σήμαινε μια αντίστροφη πορεία προς την ανάκαμψη και την προσέγγιση του παλιού μεγάλου κόμματος. Αν δεν είναι ένα κόμμα σε κρίση αναφορικά με τη σχέση του με την κοινωνία, είναι σίγουρα ένα κόμμα που η κοινωνία δεν το αντιλαμβάνεται όπως το αντιλαμβανόταν μέχρι το 2009 και έχει διαρρήξει τις σχέσεις μαζί του. Κι όμως, αυτό το κόμμα κρατάει μια κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων που θα καθιστούσε ένα κεντροαριστερό σχήμα άμεση κυβερνητική δύναμη με υπεροχή απέναντι στην επιρροή της Ν.Δ.

Οι μνημονιακές περιπέτειες παραμένουν βαρίδι για τη Ν.Δ.
Η Ν.Δ. μετά την εκτίναξη ψήφων τον Μάιο του 2023 έχει χάσει έναν μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων που της έχουν γυρίσει την πλάτη
Η Ν.Δ. έκλεισε την προμνημονιακή εποχή στις εκλογές του 2009 με 2.295.719 ψηφοφόρους και ποσοστό 33,47% απέχοντας από το ΠΑΣΟΚ που ήρθε πρώτο κόμμα κατά 716.823 ψήφους ή 10,45 ποσοστιαίες μονάδες.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που κατέγραφε τέτοια απόσταση από το πρώτο κόμμα και δη το ΠΑΣΟΚ. Στις εκλογές του 1981 υπολειπόταν του ΠΑΣΟΚ κατά 12,19 ποσοστιαίες μονάδες. Στην προμνημονιακή όμως περίοδο τέτοιες αποστάσεις μπορούσαν να υπερκαλυφθούν πολύ γρήγορα.
Στις εκλογές του Μαΐου του 2012 η Ν.Δ. υπό τον Αντ. Σαμαρά έδειχνε να παίρνει τον δρόμο της κατάρρευσης. Ελαβε 1.192.054 ψήφους που αντιστοιχούσαν στο 18,85% του εκλογικού σώματος. Ηταν το χαμηλότερο ποσοστό στην ιστορία της και είχε χάσει 1.103.665 ψηφοφόρους σε σχέση με τις εκλογές του 2009. Βέβαια στις εκλογές του Μαΐου 2012 κατέβηκε πολυδιασπασμένη.
Το κόμμα του πρώην στελέχους της Πάνου Καμμένου (Ανεξάρτητοι Ελληνες) συγκέντρωσε 670.596 ψηφοφόρους (10,61%), το κόμμα της Ντόρας Μπακογιάννη (Δημοκρατική Συμμαχία) 161.510 ψήφους και η Δημιουργία, Ξανά! του Θάνου Τζήμερου 135.932 ψήφους.
Υπήρχαν επίσης μικρότερα κόμματα που ψάρευαν στα δεξιά του εκλογικού σώματος όπως η Δράση του Στ. Μάνου ή ο ΛΑΟΣ του Γ. Καρατζαφέρη που στις εκλογές αυτές κατέρρευσε ενώ εκτινάχτηκε η φασιστική Χρυσή Αυγή στερώντας από τη Ν.Δ. το μεγαλύτερο μέρος της ακροδεξιάς ψήφου.
Η κατάσταση αυτή αντιστράφηκε στις εκλογές του Ιουνίου του 2012 καθώς η Ν.Δ. -πιο ενωμένη μετά την επιστροφή της Ντ. Μπακογιάννη στο κόμμα και αφού το κόμμα του Π. Καμμένου έχασε το 3% των ψηφοφόρων του- έφτασε τους 1.825.637 ψηφοφόρους και ποσοστό 29,66%.
Δεξαμενή
Από εκεί και μετά η Ν.Δ. δεν έπεσε ποτέ κάτω από το 1,5 εκατ. ψηφοφόρους ενώ τον Μάιο του 2023 έφτασε τα 2.407.750 ψηφοφόρους. Στις ευρωεκλογές όμως του 2024 πήρε 1.125.510 ψήφους που είναι ο μικρότερος αριθμός ψήφων στην ιστορία της. Αν αυτή η επίδοση συγκριθεί με προηγούμενες ευρωεκλογές, τότε η Ν.Δ. το 2024 πήρε 172.838 ψήφους λιγότερες από τις ευρωεκλογές του 2014 και 747.527 λιγότερες ψήφους από τις ευρωεκλογές του 2019.
Το συμπέρασμα βγαίνει από μόνο του. Η Ν.Δ. μετά την εκτίναξη ψήφων τον Μάιο του 2023 έχει χάσει έναν μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων που της έχουν γυρίσει την πλάτη παρ’ όλο που ήταν κυρίαρχη στο πολιτικό σκηνικό και οι πολιτικοί της αντίπαλοι -όπως ο ΣΥΡΙΖΑ- βίωναν υπαρξιακή κρίση. Οι ψηφοφόροι αυτοί δεν φαίνεται να έχουν πάει σε άλλα κόμματα αλλά δεν επιστρέφουν και στη Ν.Δ. αν κρίνουμε από τις μετρήσεις της κοινής γνώμης.
Μόνο ένα πολύ μικρό κομμάτι βρίσκεται κοντά στο κόμμα αυτό κι άλλοτε δηλώνει ότι θα το ψηφίσει κι άλλοτε όχι. Πού θα πάνε αυτοί οι ψηφοφόροι κανείς δεν μπορεί να εκτιμήσει.
Φαίνεται πως δεν έχουν παραταξιακή διέξοδο στον δεξιό χώρο. Κι αυτό αποτελεί μια σημαντική δεξαμενή ψήφων για το αναμενόμενο κόμμα Σαμαρά το οποίο δεν ξέρουμε πόσο θα επηρεάσει τη συρρικνωμένη εκλογική βάση της Ν.Δ.

Δημοσκοπικά δεύτερο σε δύναμη κόμμα η ΕΛΑΣ
Η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα δεν έχει εκλογικό παρελθόν, έχει όμως μια εκλογική βάση από την οποία φαίνεται πως αντλεί τις δυνάμεις που την καταγράφουν δημοσκοπικά δεύτερο σε δύναμη κόμμα. Η εκλογική αυτή βάση δεν είναι άλλη από αυτήν που δημιούργησε ο ενιαίος ΣΥΡΙΖΑ.
Τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων ο ΣΥΡΙΖΑ τον πήρε στις εκλογές Ιανουαρίου του 2015 (2.245.978/36,34%) και τον μικρότερο στις εκλογές του Ιουνίου του 2023 (930.013/17,83%). Από τον Ιανουάριο του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ είχε φθίνουσα πορεία. Χρειάζεται, όμως, να επισημανθεί ότι στις εκλογές του 2019 έλαβε 1.781.057 ψήφους ή 31,53%, που σημαίνει ότι δεν ήταν η μνημονιακή πολιτική που εφάρμοσε που του έκανε τη μεγαλύτερη ζημιά αλλά η πορεία του ως αξιωματικής αντιπολίτευσης απέναντι στη Ν.Δ.
Γι’ αυτό το γεγονός υπάρχουν δύο εξηγήσεις. Η μία λέει ότι το κόμμα αυτό είχε φτάσει στα όριά του κι έπρεπε μετά τις εκλογές του 2019 να ανασυγκροτηθεί εκ νέου, κάτι που αποδείχτηκε στις εκλογές του 2023 αλλά και μετά. Η άλλη εξήγηση υποστηρίζει πως ο Αλέξης Τσίπρας προσωπικά δεν μπόρεσε αξιοποιήσει τη θέση του κόμματος ως αξιωματικής αντιπολίτευσης και να αντιμετωπίσει τη Ν.Δ. του Κυρ. Μητσοτάκη.
Οποια κι αν είναι η αιτία της κατάρρευσης του ΣΥΡΙΖΑ, το κενό που άφησε είναι υποχρεωμένη να το καλύψει η ΕΛΑΣ και μάλιστα με όρους υπέρβασης των παραδοσιακών δυνάμεων του κεντροαριστερού χώρου. Διαφορετικά δεν πρόκειται να πετύχει τους στόχους που έχει θέσει για τον εαυτό της.
Από τις μετρήσεις της κοινής γνώμης η ΕΛΑΣ φαίνεται πως είναι η δεύτερη δύναμη στο πολιτικό σύστημα με ποσοστά κοντά σε αυτά των δεύτερων εκλογών του 2023. Πράγμα που σημαίνει πως αν οι μετρήσεις επαληθευτούν, η επιρροή της ΕΛΑΣ μπορεί να φτάσει και να ξεπεράσει το 20% του εκλογικού σώματος.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...